Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 12ο

της Γιώτας Αγαπητού      

Μετά από σχεδόν δύο μήνες βαρυχειμωνιάς ο καιρός άρχισε σιγά σιγά να καλυτερεύει. Η ημέρα μεγάλωνε, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για  να μπορέσουν επιτέλους η Χαρίκλεια με τον Ηλία να ταξιδέψουν. Τις εκκρεμότητες που υπήρχαν τις είχαν τακτοποιήσει από καιρό. Ο Διαμαντής εδώ και μερικές εβδομάδες είχε ξεκινήσει ν’ ασχολείται πιο έντονα με τον καφενέ, κάτω από το αυστηρό βλέμμα του αφεντικού του. Όμως του είχε κάνει εντύπωση η απότομη μεταστροφή του να του παραδώσει σχεδόν εξ ολοκλήρου τη διαχείριση του μαγαζιού για όσο καιρό θα χρειαζόταν, ενημερώνοντάς τον ότι θα έπρεπε να ταξιδέψει εκτάκτως για να επισκεφτεί τους συγγενείς της γυναίκας του στη Θεσσαλία, οι οποίοι αντιμετώπιζαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Ο νεαρός άντρας λόγω της διακριτικότητας του είχε μάθει να μην ανακατεύεται σε θέματα που δεν τον αφορούσαν κι αυτό τον είχε προστατεύσει κατά καιρούς από διάφορα μπλεξίματα, κερδίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη και την εύνοια του αφεντικού του.

Τέλος Γενάρη και το ζευγάρι πρωί πρωί, έχοντας για συντροφιά το τσουχτερό κρύο, ξεκίνησε για το ταξίδι. Οι δυο τους είχαν χρόνια να κάνουν πραγματικά κάτι μαζί κι αυτό τους έκανε να νιώθουν χαρούμενοι. Ωστόσο, την Γεωργία, λόγω της διακοπής του ταχυδρομείου, εξαιτίας της κακοκαιρίας που είχε πλήξει όλη τη χώρα, δεν μπόρεσαν τελικά να την ενημερώσουν για την επίσκεψή τους. Αυτό όμως ήταν κάτι που δεν τους απασχολούσε και ιδιαίτερα. Άλλωστε είχαν σκεφτεί πως η απρόσμενη παρουσία τους εκεί θα ήταν μία ανέλπιστη έκπληξη τόσο για την ίδια, όσο και για τους υπόλοιπους συγγενείς τους.

Παρόλα αυτά ο Ηλίας ήταν προβληματισμένος, καθώς μετά από πολλά χρόνια θα έπρεπε να συναντήσει ξανά τον Ισίδωρο. Οι δύο άντρες ήταν γνωστό σε όλους ότι από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους έδειξαν την αντιπάθεια τους ο  ένας προς τον άλλον. Με το πέρασμα των χρόνων οι σχέσεις τους εντάθηκαν. Και αυτό γιατί ο Ισίδωρος θεωρούσε ότι φεύγοντας η Χαρίκλεια μακριά από τη Μυρσίνη, εκείνη θα τον θεωρούσε υπεύθυνο εξαιτίας της εχθρικής συμπεριφοράς του απέναντι στον Ηλία, μιας κι είχε αντιταχθεί φανερά στο γάμο της κόρης της. Με τον καιρό ένιωθε ότι η γυναίκα του απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ από κοντά του. Αν και γνώριζε καλά ότι ποτέ της δεν τον αγάπησε όσο εκείνος θα ήθελε, εξαναγκάζοντάς τον ν’ αποτραβηχτεί στο μικρό σπιτάκι του κήπου, έχοντας για συντροφιά τα βιβλία του. Από την άλλη, ο Ηλίας δεν ήθελε με κανέναν τρόπο τα συναισθήματα που έτρεφε για τον Ισίδωρο να επηρεάσουν αυτό το τόσο σημαντικό ταξίδι, αλλά και τους δικούς του ανθρώπους. Εξάλλου, οι σχέσεις των δύο αυτών αντρών αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τους ίδιους. Επίσης ένας ακόμα λόγος που δε συμπαθούσε τον θετό πατέρα της γυναίκας του ήταν οι βαθιά συντηρητικές του απόψεις, κυρίως πάνω σε θρησκευτικά και ευρύτερα πολιτικά θέματα. Έτσι, φοβόταν μήπως κάποια στιγμή με τον τρόπο του θα επηρέαζε την ευάλωτη ψυχολογικά Γεωργία. Πέρα απ’ όλα αυτά όμως,  χαιρόταν πολύ που θα έβλεπε ξανά την Μυρσίνη και την Ευθαλία, για τις οποίες, αν και στο παρελθόν τις είχε συναντήσει ελάχιστα, έτρεφε συναισθήματα αγάπης, σεβασμού κι εκτίμησης. Μα πάνω απ’ όλα ανυπομονούσε ν’ ακούσει από τα χείλη της κόρης του το τι ακριβώς της είχε συμβεί.

Δε θα ξεχάσει ποτέ όταν γεννήθηκε η Γεωργία πριν από είκοσι χρόνια    την πρώτη φορά που την πείρε αγκαλιά κι αντίκρισε το ροδαλό πρόσωπό και τα πυκνά ξανθά μαλλάκια της, που στόλιζαν σαν στέμμα το μικρό κεφαλάκι  της. Εκείνη τη στιγμή της αναδρομής ένιωσε χαρούμενος, καθώς ένα αίσθημα πληρότητας τον διαπερνούσε. Θυμάται να κλείνει τα μάτια του για λίγο και να της ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί «πριγκηπέσα μου εγώ θα είμαι για πάντα ο ταπεινός σου ιππότης που θα σε προστατεύει απ’ όλους τους δράκους του παραμυθιού». Αναπολεί το πρώτο φιλί που της έδωσε στο μέτωπο και την εναπόθεσε ευλαβικά στο στήθος της Χαρίκλειας. Σε αντίθεση με τον Ισίδωρο, γι’ αυτόν τέτοιες στιγμές, που εξέπεμπαν μέσα στην ψυχή του την πιο βαθιά ιερότητα, ήταν η δική του θρησκεία.

Τα χρόνια περνούσαν κι ο πατέρας της έκανε όνειρα, καθώς το κορίτσι μεγάλωνε. Πίστευε ότι για χάρη της θα έστελναν προξενιά απ’ όλες τις μεριές του ορίζοντα για να διαλέξει εκείνη τον καλύτερο. Η Γεωργία μέρα με τη μέρα θύμιζε ντελικάτο σπάνιο λουλούδι της Ανατολής. Στο χωριό μα και στις γύρω περιοχές όλοι μιλούσαν για την ομορφιά, τη χάρη και τη νοικοκυροσύνη της, κάνοντάς τον να ελπίζει πως το όνειρό του στο τέλος θα γινόταν  πραγματικότητα, παρά τις έντονες αντιδράσεις της. Παλικάρια από τις καλύτερες οικογένειες του τόπου ερχόταν να του ζητήσουν το χέρι της. Δυστυχώς όμως για κείνον και τη γυναίκα του η κόρη τους τούς το είχε ξεκαθαρίσει από νωρίς ότι δεν είχε σκοπό να παντρευτεί, σκορπίζοντας στην ψυχή τους απέραντη θλίψη. Ο λόγος ήταν ότι ήθελε να μείνει μαζί τους για να τους φροντίζει ως τα βαθιά γεράματα. Ο Ηλίας με τη Χαρίκλεια δεν ήθελαν να δεχτούν μία τέτοια παράλογη θυσία. Γνώριζαν ότι το παιδί τους, πέρα από τα χαρίσματα που είχε, συχνά παρουσίαζε συναισθηματική αστάθεια κι αυτό ίσως να επηρέαζε τη σκέψη της. Θεωρούσαν όμως ότι με τον καιρό θα το ξεπερνούσε και θ’ άλλαζε γνώμη για το θέμα του γάμου. Ο πατέρας της, μετά από τις τελευταίες αποκαλύψεις της γυναίκας του, στεναχωριόταν που δεν είχε προνοήσει ότι ίσως κάποια στιγμή η μοναχοκόρη τους να έπεφτε και κείνη θύμα βιασμού από κάποιον άντρα και ιδιαίτερα από κάποιον Τούρκο, μιας και κατά καιρούς πολλά κορίτσια της περιοχής είχαν πέσει θύματα τέτοιων δυσάρεστων καταστάσεων. Το κακό όμως τώρα είχε γίνει και δυστυχώς όσο κι αν ήθελε δε μπορούσε ν’ αλλάξει το παρελθόν. Για κείνον αυτή τη στιγμή προείχε να πάνε όλα καλά με την εγκυμοσύνη της, ώστε να μην έχει τη δραματική κατάληξη της γιαγιάς της, τής Βασιλείας.

Ενώ τον συντρόφευαν αυτές οι σκέψεις, το βλέμμα του έπεφτε συχνά στην Χαρίκλεια. Στα μάτια του η συνοδοιπόρος του φάνταζε ακόμα τόσο όμορφη! Έτσι όπως έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου στα γκρίζα μαλλιά της έφερναν στη μνήμη του το νεαρό κορίτσι που κάποτε είχε ερωτευτεί. Ευχόταν όμως και για κείνη να νιώθει το ίδιο γι’ αυτόν.

Το φως της μέρας έδινε σιγά σιγά τη θέση του στο σκοτάδι, υπενθυμίζοντας στους δύο ταξιδιώτες ότι θα έπρεπε να βρουν σύντομα ένα πανδοχείο για να περάσουν τη νύχτα τους με ασφάλεια…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο