Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 10ο

της Γιώτας Αγαπητού   

Η Χαρίκλεια ανυπομονούσε να μάθει τι είχε αποφασίσει ο Ηλίας.  Ωστόσο οι στιγμές κυλούσαν αργά και βασανιστικά. Για να ξεγελάσει το μυαλό της άρχισε να κεντάει το μεγάλο τραπεζομάντιλο με τους αγγέλους που είχε ξεκινήσει πριν από καιρό, με την ελπίδα να το έχει τελειώσει ώστε να το στρώσει τις γιορτές. Όσα συνέβησαν όμως δεν της επέτρεψαν να ολοκληρώσει το εργόχειρό της. Από την ταραχή της δεν κατάλαβε ότι η βελόνα τής τρύπησε το δάχτυλο και το αίμα που έτρεξε έβαψε τη λευκή κλωστή. Πόνεσε για λίγο. Πιάνοντάς το σφιχτά με τη χούφτα της έκλεισε τα μάτια με την ευχή αυτή τη φορά να έρθει η Βασιλεία στον ύπνο της και να της δώσει κουράγιο. Μάταια όμως, γνώριζε καλά από δοξασίες που είχε ακούσει ότι οι νεκροί εμφανίζονται στα όνειρα των αγαπημένων τους προσώπων μόνο όταν εκείνοι θεωρούν ότι πρέπει να τους βοηθήσουν. Απογοητεύτηκε. Όταν πια σκοτείνιασε κάθισε μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας και περίμενε να τον δει να έρχεται.

Τα βαριά βήματα που άκουσε στην αυλή την έκαναν ν’ αναθαρρέψει. Επιτέλους ερχόταν ο άντρας της. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό μπόγο. Ήταν το περισσευούμενο φαγητό που είχε ετοιμάσει για τους πελάτες του καφενέ. Ήξερε ότι η γυναίκα του λόγω των γεγονότων και της κούρασης του ταξιδιού δε θα είχε μαγειρέψει. Εξάλλου γνώριζε πώς αντιδρούσε η Χαρίκλεια σε δύσκολες καταστάσεις. Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι την αντίκρισε να στέκεται χαμένη στις σκέψεις της, με το βλέμμα στο κενό, λες και περίμενε κάτι. Ταράχτηκε όταν την είδε έτσι. Κάθισε στην καρέκλα σιωπηλός, ενώ εκείνη αφού πρώτα έστρωσε το τραπέζι έκανε το ίδιο. Όταν τελείωσαν το φαγητό η Χαρίκλεια τον κοίταξε με αγωνία, ήταν η ώρα επιτέλους να μάθει τις προθέσεις του.

Όπως ο Ηλίας γνώριζε καλά το χαρακτήρα της γυναίκας του, έτσι και κείνη ήξερε καλά το δικό του. Δεν ήταν ο άνθρωπος των μεγάλων λόγων. Σχεδόν πάντα προτιμούσε να μιλάει με τις πράξεις του. Για λίγο έστρεψε το βλέμμα προς το παράθυρο, καθώς χανόταν μες τους καπνούς του τσιγάρου. Έξω στο δρόμο δεν κυκλοφορούσαν τώρα πια παρά μόνο κάποια αδέσποτα σκυλιά που κυνηγούσαν τις αλεπούδες και τους λύκους, τα οποία  κατέβαιναν συχνά στο χωριό για να βρουν τροφή. Οι κραυγές των ζώων έσπαγαν την απόλυτη σιωπή του σπιτιού. Ο Ηλίας αφού ξαναγέμισε το ποτήρι του και ήπιε λίγο  κόκκινο κρασί, σκούπισε το μουστάκι του και αποφάσισε να της μιλήσει. Για κείνον προτεραιότητα ήταν η Γεωργία. Όλους αυτούς τους μήνες περνούσε από το μυαλό του ότι η κόρη τους μπορεί και να είχε δολοφονήσει  τον Τούρκο, αλλά φοβόταν να το αποδεχτεί. Τώρα όμως που του εξομολογήθηκε η Χαρίκλεια αυτά που συνέβησαν, φέρνει στη σκέψη του εκείνο το κατά τ’ άλλα συνηθισμένο αυγουστιάτικο απόγευμα. Θυμάται πως εντύπωση του είχε κάνει η συμπεριφορά του παιδιού τους όταν ήρθε στον καφενέ για ν’ αφήσει τη στάμνα με το νερό που είχε γεμίσει από τη βρύση. Του φάνηκε ανήσυχη. Όσο κι αν προσπαθούσε να κρύψει την ταραχή της δεν τα κατάφερνε. Ωστόσο τότε ο ίδιος δεν έδωσε σημασία. Τις μέρες που μεσολάβησαν, μέχρι να φύγει από το χωριό για την εξαδέρφη Ευθαλία, η Γεωργία ήταν συνεχώς σκεπτική και αφηρημένη. Όση ώρα μιλούσε δεν κουνήθηκε από την καρέκλα του. Στεκόταν ήρεμος και σοβαρός, με τα χέρια του ν’ ακουμπούν γερά πάνω στο τραπέζι. Η φωνή του κι αυτή σταθερή, αλλά άχρωμη, δεν άφηνε να βγει κάποιο συναίσθημα. Η γυναίκα του με σκυμμένο το κεφάλι τον άκουγε προσεκτικά χωρίς να τον διακόπτει, ενώ παρακολουθούσε  με θαυμασμό τη στωική στάση του. Συνεχίζοντας, της είπε ότι κατά τη γνώμη του θα έπρεπε με κάθε τρόπο να προστατεύσουν την κόρη τους, αλλά και το αγέννητο παιδί της από τα κακόβουλα σχόλια της κλειστής κοινωνίας που ζούσαν, μιας και στην πορεία θα έβρισκαν τον τρόπο να τ’ αντιμετωπίσουν. Γι’ αυτό και θεωρούσε τις κινήσεις της γυναίκας του σωστές. Εντούτοις, της επισήμανε ότι η Γεωργία δε θα μπορούσε να μείνει φιλοξενούμενη για πολύ καιρό στο σπίτι της Ευθαλίας, καθώς εκείνος ήθελε να γυρίσουν πίσω μετά από τη γέννα. Το τι θα επακολουθούσε στη συνέχεια λίγο τον ένοιαζε. Ίσως γιατί για πρώτη φορά είχε αποφασίσει να βάλει πάνω από τον κόσμο τα θέλω και την ευτυχία της οικογένειάς του. Προς το παρόν το μόνο που προείχε ήταν η εγκυμοσύνη της κόρης τους να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη. Όταν θα περνούσαν πια οι γιορτές θα συνόδευε τη Χαρίκλεια στο σπίτι της εξαδέρφης της Ευθαλίας για ν’ ανακοινώσει ο ίδιος στο παιδί τους τις αποφάσεις που είχανε πάρει από κοινού για το μέλλον της. Εκείνη, ακούγοντας όλα αυτά, ένιωσε ανακούφιση κι απέραντη ικανοποίηση. Χάρηκε που ο άντρας της πήρε την κατάσταση στα χέρια του για ένα τόσο σοβαρό οικογενειακό ζήτημα, αποδεικνύοντας της πως για κείνον το μόνο που μετρούσε ήταν οι δικοί του άνθρωποι. Μετά από καιρό επιτέλους κοιμήθηκε ήρεμη. Στα όνειρά της εμφανίστηκε ως φύλακας άγγελος η μάνα της, η Βασιλεία και της χαμογελούσε ευτυχισμένη. Ίσως γιατί γνώριζε πως η εγγονή της τώρα πια θα έχει καλύτερη μοίρα από τη δική της.

Οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς πέρασαν πολύ γρήγορα, καθώς το ζευγάρι σχεδίαζε με κάθε λεπτομέρεια το ταξίδι του. Ο Ηλίας είχε ήδη αποφασίσει ποιον θα άφηνε στο πόδι του για τον καφενέ. Σκεφτόταν τον έμπιστο παραγιό του, τον Διαμαντή, που ήταν και κείνος  κάποτε ένα ορφανό αλητάκι του δρόμου. Τον είχε περιμαζέψει πριν από δέκα χρόνια και τώρα πια κόντευε στην ηλικία της Γεωργίας. Ήταν έξυπνος και δραστήριος. Έτσι, θα μπορούσε για όσο καιρό χρειαζόταν να κρατήσει το μαγαζί, μιας και ήξερε καλά τη δουλειά. Εξάλλου ήταν συμπαθής στους πελάτες του μαγαζιού. Ο Ηλίας και η Χαρίκλεια του άνοιξαν την αγκαλιά τους όταν αυτός ζητιάνεψε στην πόρτα τους και τον υποδέχτηκαν σαν να ήταν δικό τους παιδί. Άλλωστε ο Διαμαντής ήταν και κείνος ένα ακόμα ορφανό σε τούτο τον σκλαβωμένο  τόπο…

Επιτέλους τώρα μπορώ να πάρω μια βαθιά ανάσα. Έξω στο δρόμο σκοτείνιασε. Το φεγγάρι σαν απρόσμενος επισκέπτης έχει εισχωρήσει σιωπηλά μέσα απ’ το τζάμι, κρατώντας μου συντροφιά. Έτσι όπως πέφτει το χλομό φως του πάνω στα χειρόγραφά, μού φαίνεται σαν να θέλει να διαβάσει τα όσα σας διηγούμαι. Έκλεισα τα μάτια για να προσευχηθώ στην αρχέγονη θεότητα και μάνα, τη Σελήνη. Όταν νιώθω την ανάγκη αυτό κάνω πάντα. Όπως όλες οι γυναίκες πρόγονοί μου, τη θεωρώ και γω προστάτιδα και καθοδηγήτριά μου. Είναι η αρχέγονη Θεά Εκάτη, κόρη του Διός και της Ήρας, η Περσεφόνη, αλλά και η Άρτεμις. Νιώθω κουρασμένη και τα μάτια μου κλείνουν από τη νύστα. Είναι η ώρα να ξεκουραστώ. Αύριο το πρωί θα επισκεφτώ τη φιλενάδα μου την Πιπίτσα στο νέο της σπίτι. Αργότερα θα κάνω μία μεγάλη μοναχική βόλτα στην πόλη για να σκεφτώ και να βάλω σε μια τάξη όλα όσα ακόμα έχω να σας διηγηθώ…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο