room-to-grow-bnner

Η γέννηση της μεταφυσικής και η επίδρασή της στο έργο του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Παρά το ατελείωτο καθημερινό ευχολόγιο (δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν) στην αρχαιότητα η μεταφυσική για τους Έλληνες δεν ήταν κάτι το εξωπραγματικό, αλλά προέκυψε σε σχέση με μία κατάταξη που έκανε ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος (1ος αιώνας π.Χ.) πάνω στα έργα του Αριστοτέλη. Επειδή ένα έργο του Αριστοτέλη είχε ως τίτλο «Φυσικά», ένα άλλο έργο το οποίο δεν είχε τίτλους κατατάχτηκε από τον Ανδρόνικο στον κατάλογο αμέσως μετά από τα Φυσικά και γι’ αυτό ονομάστηκε «Μετά τα φυσικά». Ποιο ήταν αυτό το έργο του Αριστοτέλη; Μιλούσε περί των πρώτων αρχών και αιτιών, το κινούν ακίνητο κλπ, όλα αυτά δηλαδή που ήταν πρώτες αρχές. Άρα μεταφυσική για τους Έλληνες ήταν ουσιαστικά οι πρώτες αρχές, οι πρώτες αιτίες.

Σήμερα η μεταφυσική ως έννοια για τον πολύ κόσμο είθισται να συγχέεται με την πνευματικότητα και το υπερφυσικό (ως αποτέλεσμα της θρησκευτικής ομοψυχίας μας). Ουσιαστικά όμως αποτελεί παραδοσιακό κλάδο της φιλοσοφίας, όπως ο κλάδος της γνωσιολογίας και της ηθικής και σχετίζεται με την αναζήτηση και ερμηνεία της ύπαρξης και του «υλικού» κόσμου που την περιβάλλει.

Μάλιστα αν πάμε στην επιστήμη της κβαντομηχανικής θα διαπιστώσουμε πως η σαφής απόδοση του ορισμού για το τι είναι ύλη δεν έχει δοθεί και δεν δόθηκε ακριβώς γιατί  όσο η επιστήμη της κβαντομηχανικής ψάχνει μέσα στον πυρήνα του άτομου βρίσκει πράγματα τα οποία κάθε άλλο παρά υλικά είναι, δηλαδή δεν έχουν υπόσταση, βάρος, μάζα, κλπ. Γι’ αυτό και  ο Αϊνστάιν έχει πει: «Φαίνεται ότι αυτό που παρακολουθούμε μέσα στο άτομο είναι περισσότερο ένας διαδραματισμός γεγονότων παρά ένα πράγμα». Εξάλλου και ο Χάιζενμπεργκ, ο θεμελιωτής της θεωρίας της αρχής της απροσδιοριστίας ή διαφορετικά της αρχής της αβεβαιότητας – βασικό αξίωμα της Κβαντικής Μηχανικής που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στα 1927- τόλμησε να πει ότι η ύλη είναι αυταπάτη των αισθήσεων.

Στην τέχνη ο όρος μεταφυσική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1913, από τον Γάλλο συγγραφέα και κριτικό τέχνης  Γκιγιώμ Απολλιναίρ (1880 – 1918) μέσα από μία κριτική που έκανε στο περιοδικό L’ Intransigeant για να χαρακτηρίσει τους πίνακες με τις μυστηριώδεις συνθέσεις που ζωγράφισε ο Ιταλός  καλλιτέχνης  Τζόρτζιο ντε Κίρικο (Βόλος, 10 Ιουλίου 1888 – Ρώμη, 20 Νοεμβρίου 1978) κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι (1911 – 1915) οι οποίοι προκάλεσαν βαθιά εντύπωση στους υπερρεαλιστές. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα αυτής της περιόδου που συμπυκνώνει τα βασικά στοιχεία της μεταφυσικής του είναι το «Μυστήριο και Μελαγχολία Ενός Δρόμου, 1914» στο οποίο αναδύεται από παντού η γοητεία του αινίγματος, με κύριο πρωταγωνιστή την υποτιθέμενη κίνηση της σκιάς ενός κοριτσιού σ’ ένα απροσδιόριστο χώρο και χρόνο.

Ωστόσο, η έννοια του μεταφυσικού στο έργο του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο, δεν συνδέεται με κανενός είδους ιδεαλιστικής ή πολύ περισσότερο θρησκευτικής αντίληψης, αλλά χρησιμοποιήθηκε για να επισημάνει τη δυνατότητα  της αδυναμίας για κάτι που μπορεί να υπάρχει ως ιδέα, αλλά δεν μπορεί να φανεί. Ο ίδιος ο Ντε Κίρικο θα επισημάνει στην αυτοβιογραφία του την επιρροή που δέχτηκε στη μεταφυσική ζωγραφική του από τη φιλοσοφική, γεμάτη μυστήριο και μελαγχολία, σκέψη του Νίτσε, που περιφρονούσε τους λάτρεις του απόκρυφου, καθώς και του Σοπενχάουερ, όπως έχουν επισημάνει πολλοί αναλυτές του έργου του, κυρίως, σχετικά με τη φαινομενική και ονειρική υπόσταση των αγαλμάτων.

Ο συγγραφέας και ποιητής Νίκος Βασιλάκος θα γράψει στο έργο του «Η μεταφυσική του Ντε Κίρικο στην ποίηση»:

«Στα γραπτά του Νίτσε…ο Ντε Κίρικο βρήκε τη βεβαίωση της δικής του μελαγχολικής διάθεσης και των μυστικοπαθών του τάσεων. Στις σελίδες του Τάδε Έφη Ζαρατούστρα περιέχεται το εξαίσιο Τραγούδι της Μελαγχολίας, όπου ο ασύγκριτος αντίπαλος του Ζαρατούστρα έρχεται στο προσκήνιο:

Στους πίνακες του Ντε Κίρικο, αυτ

[…] Τώρα πια μου επιτίθεται και με δαμάζει
       το πνεύμα αυτό της μελαγχολίας,
       αυτός ο δαίμονας του λυκόφωτος […]

[…] Η μέρα ξεθωριάζει, σκοτάδι πέφτει πάνω σ’ όλα τα πράγματα,
      ακόμα και τα πιο καλά
      ακούστε λοιπόν και δείτε, ω ανώτεροι άνθρωποι
      πόσο δαιμονικό είναι το πνεύμα της βραδινής μελαγχολίας […]  

ό το δαιμονικό πνεύμα, το stimmung της μελαγχολίας, μεταγράφεται στη φασματική σχεδόν απεικόνιση ενός κόσμου στενά συνυφασμένου με το φως του απογεύματος και την καθοριστική παρουσία της σκιάς. Το αίνιγμα της σκιάς, κεντρικό στοιχείο της σημειογραφίας και του μεταφυσικού συμβολισμού του Ντε Κίρικο, […] έχει κι αυτό τις ρίζες του στις σελίδες του Ζαρατούστρα, όπου περιγράφεται το όραμα του Μεγάλου Μεσημεριού».

Οι άδειες μελαγχολικές πλατείες με τ’ αγάλματα, τις μακριές σκιές, τις καμάρες, τους πύργους, τις στοές και τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, καθώς και το στοιχείο της έκπληξης, αλλά και απειλής που παραμονεύει πίσω απ’ όλες τις γωνίες στους πίνακες του, θα έχουν ιδιαίτερη επίδραση στο καλλιτεχνικό ρεύμα του Σουρεαλισμού.

Ο Ντε Κίρικο στα 1912 θα γράψει: «Για μένα τα αντικείμενα γίνονται μεταφυσικά όταν ο σαφής χρωματισμός και οι επακριβείς διαστάσεις τους τα καθιστούν διαμετρικά αντίθετα προς οτιδήποτε είναι συγκεχυμένο και αόριστο».

Η μεταφυσική σχολή της Pittura ή Scouola Metafisica θα ξεκινήσει  στα τέλη του 1916 μετά από τη συνάντηση του Ντε Κίρικο με τον φουτουριστή ζωγράφο Κάρλο Καρά στη Φεράρα, όπου και οι δύο υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία, η οποία θα διαρκέσει ως τα μέσα του 1918. Η συνεργασία αυτή διαμόρφωσε μία ευρύτερη μεταφυσική οπτική στα έργα των δύο ζωγράφων.

Στην περίοδο της Φεράρα κεντρική θέση στην εικονογραφία του καλλιτέχνη παίρνει το περίφημο «ανδρείκελο» ένα  γεωμετρικό-μηχανιστικό ον, με κομμάτια στρογγυλεμένα και συγκολλημένα μεταξύ τους, δίχως τα χαρακτηριστικά του πρόσωπου, το οποίο θα αποτελέσει αργότερα για τους υπερρεαλιστές σημείο αναφοράς ως το κατεξοχήν σύμβολο της αλλοτρίωσης του σύγχρονου ανθρώπου από τον τεχνοκρατικό πολιτισμό, το οποίο θα υιοθετήσει αργότερα και ο φίλος του Νίκος Εγγονόπουλος. Χαρακτηριστικό είναι το σχέδιο ενός ανδρείκελου κατασκευασμένου από άψυχα υλικά,  με μολύβι πάνω στο χαρτί, το οποίο έχει ως τίτλο «Μοναξιά, 1917».

Κατά την περίοδο της «Πιτούρα Μεταφυσίκα» κεντρική θέση κατέχει η τεχνική του συνδυασμού μυθολογίας  και αυτοβιογραφίας. Οι πίνακες του Ντε Κίρικο φαντάζουν σουρεαλιστικοί πριν καν αποκρυσταλλωθούν οι ιδέες του Σουρεαλισμού, κάτι το οποίο θα εκδηλωθεί στα έργα του κάποια χρόνια νωρίτερα, όπως για παράδειγμα στο έργο του «Η αναχώρηση των Αργοναυτών, 1909». Στο συγκεκριμένο έργο ενσωματώνει μέσα στο μύθο στοιχεία της μνήμης του από το λιμάνι του Βόλου.

Ενώ στα 1921 θα επανέλθει στον ίδιο μύθο ενσωματώνοντας εικόνες από το σταθμό που έχτισε ο πατέρας του, Ευαρίστο Ντε Κίρικο. Ο Ευαρίστο, ιδιοκτήτης μιας ισχυρής εταιρείας, εργαζόταν ο ίδιος ως ειδικός μηχανικός επιβλέποντας την κατασκευή του θεσσαλικού σιδηροδρομικού δικτύου.

Ο Ντε Κίρικο σ’ ένα ποίημα μικρής έκτασης, το οποίο αντανακλά επακριβώς την περίοδο της μεταφυσικής του κορύφωσης, θα γράψει:

ΕΠΩΔΗ

Επέστρεψε, ω εσύ η πρώτη μου ευτυχία!
Η χαρά κατοικεί στις παράξενες πλατείες,
μια νέα μαγεία έχει κατέβει στη γη.
Πολιτεία των απίστευτων ονείρων
χτισμένη από δαίμονες με τόση υπομονή,
πιστός σε σένα θα τραγουδήσω!
Κάποια μέρα θα γίνω και γω ένας άνθρωπος από πέτρα,
γαμπρός, χήρος πάνω σ’ έναν ετρουσκικό τάφο.
Κείνη τη μέρα, μητρική θεά, κράτησέ με σφιχτά
στη μεγάλη, πέτρινη αγκαλιά σου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο