Η Ελευθερία ως καθιερωμένη έκφραση μαζικότητας

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο ελεύθερος χρόνος είναι ο κατεξοχήν αντίπαλος της μαζικότητας. Ο δυτικός πολιτισμένος κόσμος της υλικής αφθονίας και της ιδεολογικής αποτελμάτωσης χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τη σχολή της Φρανκφούρτης (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, Χάμπερμας και Άπελ) από την εμφάνιση της μαζικής κουλτούρας, μέσα στην οποία χάνεται η δημιουργικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου.

Έχουμε, λοιπόν, την ανάδυση μίας μαζικής κουλτούρας κι ενός μαζοατόμου που στηρίζεται σε μία σειρά στερεοτύπων της μαζοκοινωνίας, ελεγχόμενων από πάνω προς τα κάτω. Τα προϊόντα της κουλτούρας αυτής πωλούνται άλλοτε ως τυποποιημένα εμπορεύματα, όταν πρόκειται για καλλιτεχνικά μοτίβα, τα οποία είναι επαναλήψιμα και αποσκοπούν στον έλεγχο της αισθητικής και της δραστηριότητας των ανθρώπων κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους και άλλοτε προωθούνται και προβάλλονται ως ατομικά δικαιώματα συνυφασμένα με την προσωπική ευτυχία και ευημερία του ατόμου, το οποίο δυσανασχετεί σε οποιαδήποτε παρεμπόδιση ή περιορισμό τους. Έτσι, το δικαίωμα στην ελευθερία εκλαμβάνεται πια ως περιορισμός της μαζικής εκτόνωσης και όχι ως δημιουργικό καταφύγιο ή μία οργανωμένη  συμμετοχή στα κοινά, στα πλαίσια αυτοοργάνωσης της κοινωνίας. Γι’ αυτό το λόγο και η μαζοκοινωνία δεν αντιδρά απέναντι σε αυτή την ανούσια οχληρότητα της καθημερινότητας, η οποία γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο του ανθρώπινου υποκειμένου, προσφέροντάς του μέσω της μαζικής διασκέδασης τη φυγή από την πραγματικότητα, λειτουργώντας έτσι ως μία ασφαλιστική δικλίδα εκτόνωσης της μαζοκοινωνίας. Το καταφύγιο του ελεύθερου χρόνου καταλαμβάνεται πλέον από τη μαζική κουλτούρα, η οποία προσφέροντας την εκτόνωση της διασκέδασης αδρανοποιεί την κριτική σκέψη του ατόμου και αποβάλλει τυχόν συναισθήματα οργής και αγανάκτησης, που γεννιούνται και αναπαράγονται μέσα από σχέσεις αλληλεξάρτησης.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη μαζική εκτόνωση ως προσλαμβάνον ψευτοδίλημμα που ενδύεται το δικαίωμα για ελευθερία, θα ήταν σκόπιμο να σταθούμε σε κάποια καίρια σημεία γύρω από το  έργο του Γερμανού φιλοσόφου Τέοντορ Λούντβιχ Βισενγκρούντ-Αντόρνο (1903 -1969) «Η τηλεόραση και η διαμόρφωση της μαζικής κουλτούρας». Ο συγγραφέας ορμώμενος από έναν σχολαστικά συντηρούμενο ρεαλισμό, ο οποίος προβάλλεται τεχνηέντως στην εποχή μας από τα συστημικά ΜΜΕ, θεωρεί πως σε μία αντιστοιχία με το παρελθόν, είναι δύσκολο να πει κανείς αν οι θεατές μίας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας βίωναν πραγματικά την κάθαρση, παρακολουθώντας την εξέλιξη του δράματος, όπως μας την περιγράφει μέσα από τον ορισμό της τραγωδίας ο Αριστοτέλης:

«ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκάστου τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας, δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.»

Μεταφρ.: «είναι λοιπόν η τραγωδία μίμηση (δηλ. αναπαράσταση επί σκηνής) πράξης σημαντικής και ολοκληρωμένης, η οποία έχει κάποια διάρκεια, με λόγο ποιητικό (“γλυκό” ή “διανθισμένο”, στην κυριολεξία), τα μέρη της οποίας διαφέρουν στη φόρμα τους, που παριστάνεται ενεργά και δεν απαγγέλλεται, η οποία προκαλώντας τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή τον αποκαθάρει (λυτρώνει) από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα».

Ωστόσο, φαίνεται περίπου βέβαιο ότι εκείνοι που έβλεπαν την Ορέστεια του Αισχύλου ή τον Οιδίποδα του Σοφοκλή δεν μετέφραζαν αυτές τις τραγωδίες με καθημερινούς όρους, όπως γίνεται σήμερα. Δηλαδή όταν εξέρχονταν από το θέατρο δεν ανέμεναν κάτι παρόμοιο στην καθημερινότητά τους. Παρόλα αυτά σήμερα ο ψευδορεαλισμός επιτρέπει την άμεση και εξαιρετικά πρωτόγονη ταύτιση που πετυχαίνει η λαϊκότροπη κουλτούρα, παρουσιάζοντας μία πρόσοψη κοινότοπων κτιρίων, δωματίων, ενδυμασιών και προσώπων σαν να ήταν η υπόσχεση ότι κάτι συναρπαστικό και συνταρακτικό μπορεί να συμβεί στην καθημερινή ζωή του κάθε θεατή. Όπως για παράδειγμα, να επαναλαμβάνεται και στην πραγματική ζωή το σενάριο όπου ο φτωχός εργάτης θα γνωρίσει την πλούσια και όμορφη κόρη του αφεντικού του σε κάποιο κέντρο διασκέδασης, την οποία και αργότερα θα παντρευτεί παρά τις αρχικώς αντιρρήσεις της οικογένειάς της, βγάζοντάς τον έτσι από τη μίζερη και χωρίς νόημα ζωούλα του ή την ξαφνική και αναπάντεχη κληρονομιά του φτωχού πλην τίμιου εργαζόμενου, μετά από το θάνατο κάποιου μακρινού συγγενή.

Τοιουτοτρόπως το ετεροκατευθυνόμενο άτομο βυθίζεται ολοένα και περισσότερο μέσα στη μαζική του υπόσταση, βιώνοντας το φαντασιακό ως πραγματικότητα, δηλαδή ένα πλέγμα σημασιών που προέρχονται από την φαντασία, όπως θα έλεγε ο Έλληνας διανοητής Κορνήλιος Καστοριάδης, αδυνατώντας έτσι να συμπεριφερθεί ως κοινωνικό σώμα στα πλαίσια της καθημερινής ιδιωτικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Συνεπώς στο ερώτημα περί ελευθερίας που τίθεται από τον ίδιο τον Καστοριάδη, δηλαδή στο πώς μπορώ να είμαι ελεύθερος, εάν είμαι υποχρεωμένος να ζω σε μία κοινωνία, στην οποία ο νόμος καθορίζεται από κάποιον άλλον ή αλλιώς θα λέγαμε εάν είμαι ετεροκαθοριζόμενος; Η μόνη αποδεκτή απάντηση συνίσταται στο να πω: έχω την ουσιαστική δυνατότητα  να συμμετέχω ισότιμα με οποιονδήποτε άλλον στη διαμόρφωση και εφαρμογή του νόμου. Και αυτό είναι το πραγματικό πρόταγμα της Δημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας η ελευθερία ως προς την πολιτική της διάσταση γίνεται εχθρός κάθε μαζικότητας.

Πώς μπορώ όμως να είμαι ελεύθερος, εάν με κυβερνά το ασυνείδητό μου; Σε αυτό το ερώτημα ο Καστοριάδης θεωρεί πως μπορεί κανείς να είναι ελεύθερος μόνο εάν καταφέρει να ελέγξει την καθημερινή εξωτερική του δραστηριότητα, αφού έχει ήδη διαμορφώσει μία άλλου τύπου σχέση με το ασυνείδητό του, μία σχέση αυτογνωσίας. Και αυτό είναι που ονομάζει εδραίωση μίας στοχαστικής και αποφασίζουσας ή βουλητικής, θα λέγαμε, υποκειμενικότητας. «Κορνήλιος Καστοριάδης, Η πολιτική διάσταση της ψυχανάλυσης»

Κανένας, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι δούλος όταν η βούληση του είναι ελεύθερη. Κάτω από αυτή την οπτική, ήδη δύο αιώνες νωρίτερα, ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» θα μας πει πως ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος, αλλά στην πορεία είναι αλυσοδεμένος απ’ όλες τις πλευρές. Οι σκλάβοι αγαπούν τις αλυσίδες τους όσο και οι πιστοί οπαδοί του Χίτλερ ή οι σύντροφοι του Οδυσσέα την αποκτήνωσή τους. Εντούτοις, θα πρέπει κανείς συνυπολογίσει το γεγονός πως αν υπάρχουν φύσει δούλοι, είναι γιατί υπήρξαν δούλοι παρά φύσιν. Κάτι το οποίο ακόμη και ο ίδιος ο Αριστοτέλης μέσα στο κοινωνικό κλίμα των θέσμιων της εποχής του δεν κατάφερε να δει, εκλαμβάνοντας το αποτέλεσμα της ανισότητας ως το βασικό της αίτιο.

Ωστόσο ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, πολύ πιο κοντά στην δική μας εποχή, θα εκφράσει την άποψη πως: «Αυτό που ανήκει από κοινού σε όλους τους ανθρώπους και που πρέπει να ενστερνίζεται κάθε προοδευτικό κίνημα, είναι η ελευθερία χωρίς αλλοτρίωση». Δυστυχώς σήμερα η στερεότυπη αντίληψη περί ελευθερίας ή αλλιώς η ελευθερία στο όνομα της μαζικότητας, η οποία εξαντλείται στα πλαίσια της μαζικής διασκέδασης και προβάλλεται από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης ως επιχειρησιακό σχέδιο που αφορά το σύνολο της κοινωνίας, αδυνατεί να συλλάβει τον ελεύθερο χρόνο, υπό την επίδραση ενός μαζικού αποχαυνωτισμού, ως δημιουργική δυνατότητα την οποία όλοι φέρουμε μέσα μας και που θα έπρεπε ν’ αποτελεί καθολικό πρόταγμα για όλες τις προοδευτικές κοινωνίες.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο