room-to-grow-bnner

Η εκκωφαντική σιωπή ενός Μοναχικού Λύκου

της Γιώτας Αγαπητού

Πρωινό Κυριακής Μαΐου, μια μηχανή μεγάλου κυβισμού περνάει από τον κεντρικό δρόμο ενός μικρού χωριού. Στην πλατεία οι δύο αναβάτες κατεβαίνουν και κατευθύνονται στον γωνιακό καφενέ, ένα παραδοσιακό κτίριο με ξύλινες πόρτες και παράθυρα ξεθωριασμένα από το χρόνο. Οι τοίχοι του φαίνονται καπνισμένοι από τα τσιγάρα, ενώ πάνω τους κρέμονται παλιές  φωτογραφίες του περασμένου αιώνα και τα τραπεζάκια ξύλινα, φαγωμένα από τον σκόρο, προσδίδουν την αίσθηση μιας άλλης εποχής.

Ο Σόλωνας και η Αντιγόνη βγάζοντας τα κράνη τους περνούν την πόρτα του καφενέ, όπου εκείνη την ώρα είναι σχεδόν άδειος. Μόνο ο ιδιοκτήτης του, ο Κυρ Φιλοκτήτης και ένας ηλικιωμένος άντρας που  κάθεται  σε μιαν άκρη βρίσκονται εκεί.

Οι δύο νέοι κάθονται σ’ ένα τραπεζάκι, ενώ ο καφετζής φέρνοντας δύο ποτήρια παγωμένο νερό πάει να πάρει την παραγγελία:

  • Καλημέρα παιδιά, είμαι ο Φιλοκτήτης, τι θα θέλατε να σας φέρω;
  • Καλημέρα, χαρήκαμε, εγώ είμαι ο Σόλωνας και από δω η σύντροφός και συνταξιδιώτισσα μου  Αντιγόνη. Μπορείς να μας φέρεις δύο ελληνικούς μέτριους παρακαλώ;
  • Βεβαίως, τους φέρνω αμέσως.

Ενώ οι δύο νέοι περιμένουν τους καφέδες τους περιεργάζονται τον χώρο που τους έχει γοητεύσει από την ομορφιά της απλότητας του. Το βλέμμα τους σταματάει στη βαριά από το χρόνο φιγούρα ενός γκριζομάλλη άντρα που κάθεται σκεφτικός, έχοντας για παρέα του ένα φλιτζάνι καφέ και ένα πακέτο τσιγάρα.

  • Τα καφεδάκια σας παιδιά. Από πού έρχεστε αν επιτρέπεται;
  • Είμαστε από Αθήνα και κάνουμε εξορμήσεις όποτε μπορούμε με την μηχανή στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είπε η Αντιγόνη και συνέχισε.
  • Εσύ Κυρ Φιλοκτήτη το έχεις χρόνια το καφενεδάκι;
  • Ναι, είμαι τρίτης γενιάς ιδιοκτήτης εδώ στο μαγαζί. Από τον παππού στον πατέρα μου και από τον πατέρα μου το πήρα εγώ, αλλά απ’ ότι βλέπω μετά από μένα κανένα από τα δύο μου παιδιά δεν έχει σκοπό να ασχοληθεί με τον καφενέ και να μείνει στο χωριό, μιας και τα δύο σπουδάζουν στην Αθήνα και έχουνε στο νου τους άλλα πράγματα όπως όλοι οι νέοι.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, με το που έπεσε το βλέμμα του Κυρ Φιλοκτήτη τυχαία πάνω στον ηλικιωμένο θαμώνα που καθόταν σιωπηλός, αισθάνθηκε   ότι οι δύο νέοι κοίταζαν με κάποια συμπόνια  τον απόμακρο άντρα.

  • Αυτός είναι ο Ιάσονας, αλλά ελάχιστοι τον φωνάζουν έτσι. Όλοι στο χωριό τον αποκαλούν με το παρατσούκλι του «Μοναχικός Λύκος».
  • Και γιατί αυτό; ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον η Αντιγόνη.
  • Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα ζητήστε να σας τα πει ο ίδιος, εγώ προς το παρόν σας αφήνω να πιείτε τα καφεδάκια σας, είπε ο Κυρ Φιλοκτήτης και κατευθύνθηκε στην κουζίνα του.

Εντωμεταξύ ο Ιάσονας με την άκρη του ματιού του παρακολουθούσε ακούγοντας τα όσα λέγανε. Όταν το αντιλήφθηκαν εκείνοι, του χαμογέλασαν και αυτός ανταπέδωσε με ένα μειδίαμα.  Έτσι βρέθηκαν να κάθονται μαζί στο ίδιο τραπεζάκι.

Αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις ο Ιάσονας ρουφώντας σέρτικα το τσιγάρο του και πίνοντας μία γουλιά από τον καφέ του, χωρίς να τον ρωτήσουν, άρχισε να τους διηγείται την ιστορία του που είχε συγκλονίσει την περιοχή πριν τριάντα και κάτι χρόνια. Όταν εκείνος ήταν γύρω στα σαρανταπέντε και ενώ βρισκόταν εν βρασμό ψυχής, σκότωσε εν ψυχρό έναν κάτοικο από το διπλανό χωριό για ασήμαντη αφορμή. Μία αφορμή που έμελε να του αλλάξει τη ζωή. Το κοπάδι του θύματος, όπως έλεγε, περνούσε από το χωράφι όπου ο Ιάσονας έβοσκε τα δικά του ζώα. Ένα πρωινό χωρίς να καταλαβαίνει καλά – καλά τι κάνει, λόγο της έντονης λογομαχίας που είχαν την προηγούμενη μέρα με το θύμα και χωρίς να πει τίποτα στη γυναίκα του, πήρε το όπλο και προέβη στο έγκλημα. Έτσι λοιπόν βρέθηκε στη φυλακή για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Χρόνια δύσκολα για τους δικούς του ανθρώπους που άφησε πίσω. Η κοινωνική κατακραυγή ήταν μεγάλη, γιατί πλέον η οικογένειά του στιγματίστηκε ως η οικογένεια του Ιάσονα του φονιά. Στιγμές δύσκολες για την Άλκηστη, τη γυναίκα του, που έπρεπε να κρατηθεί στα πόδια της μεγαλώνοντας μόνη της τα δυο τους παιδιά, τον Πάτροκλο και την Δήμητρα, που και τα δύο ήταν λίγο πριν την εφηβεία. Ωστόσο, η κοινωνική κατακραυγή που στην αρχή ήταν έντονη, σιγά – σιγά κόπασε και έγινε συμπόνια και σεβασμός για μία οικογένεια που έδινε το δικό της αγώνα ώστε να σταθεί στα πόδια της μετά από ένα τέτοιο συμβάν. Ο κοινωνικός αποκλεισμός μετουσιώθηκε σε αλληλεγγύη  για τα δύο αυτά παιδιά που μπόρεσαν να σπουδάσουν και να στηρίξουν τη μάνα τους, χωρίς να ξεχάσουν όμως τον πατέρα τους που βίωνε τον δικό του Γολγοθά.

Όταν πριν ένα χρόνο ο Ιάσονας βγήκε από τη φυλακή, το χωριό του τον δέχτηκε χωρίς να του κρατήσει κακία, μόνο που εκείνος δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του για το κακό που έκανε στην οικογένεια του θύματος, αλλά και τη δική του. Κάθε μέρα απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ απ’ όλους και απ’ όλα γύρω του. Πίστευε ότι μόνο ο θάνατος θα μπορούσε να τον λυτρώσει από το προσωπικό του μαρτύριο.

Όταν ο Ιάσονας τελείωσε την ιστορία του, είπε στους δύο νέους:

  • Ξέρετε, η γενιά των παιδιών μου έχει μάθει να συγχωρεί τους γονείς του ακόμα και για τα μεγάλα λάθη που αυτοί έχουν διαπράξει τα οποία τα έχουν πληγώσει. Σε αντίθεση με τη σημερινή γενιά, τη δική σας, που είναι πιο σκληρή ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό.

Ο Ιάσονας σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα του και χωρίς να χαιρετίσει τους δύο νέους, άφησε λίγα κέρματα στο τραπέζι. Με βαριά βήματα, σαν ένας άλλος Σίσυφος που κρατάει στις πλάτες του το δικό του μαρτύριο, πέρασε την πόρτα. Εξάλλου, σιγά – σιγά το μικρό καφενεδάκι είχε αρχίσει να γεμίζει με κόσμο και δεν είχε πια όρεξη για πολλές κουβέντες.

Ο Σόλωνας και η Αντιγόνη κοίταζαν τον ηλικιωμένο άνδρα που χανόταν στο δρόμο σαν σκιά από ήρωα αρχαίας τραγωδίας που δε βρίσκει εξιλέωση.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο