room-to-grow-bnner

Γυναίκες των καραβιών

της Γιώτας Αγαπητού

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα του Νοέμβρη ο Νέαρχος καθισμένος δίπλα στο τζάκι του, έχοντας για συντροφιά τη φλόγα που φώτιζε χορεύοντας παθιασμένα βαλς με τα μεσοκομμένα κούτσουρα, τοποθέτησε στο τραπεζάκι κοντά στην πολυθρόνα του ένα ποτήρι ζεστό ρακόμελο που μόλις είχε φτιάξει.

Η γυναίκα του ήταν ακόμη στη δουλειά και θα αργούσε να επιστρέψει. Έτσι λοιπόν, μην έχοντας τι άλλο να κάνει, πήρε από το συρτάρι του γραφείου του, που το είχε πάντα κλειδωμένο, ένα κουτί στο οποίο κρατούσε φυλαγμένες τις αναμνήσεις του από τα χρόνια που έζησε δουλεύοντας στα καράβια.

Το κουτί είχε μέσα παλιά έγγραφα και φωτογραφίες ανθρώπων που είχε να δει χρόνια. Το βλέμμα του στάθηκε στη φωτογραφία μιας νεαρής ημίγυμνης γυναίκας. Την κοίταξε προσεκτικά, ήταν η Σόνια, μια γυναίκα των καραβιών.

Αρχές του 1980 και ο Νέαρχος σχεδόν είκοσι χρονών παλικάρι, έχοντας τελειώσει τις υποχρεώσεις του από το στρατό, αποφασίζει να μπαρκάρει στα καράβια. Στους γονείς του το ανακοίνωσε μ’ ένα γράμμα που τους έστειλε από τον Πειραιά λίγο πριν σαλπάρει για το υπερπόντιο ταξίδι του. Ένα ταξίδι που θα διαρκούσε αρκετούς μήνες με ενδιάμεσους σταθμούς σε μεγάλα και μικρά λιμάνια, αλλά και με συνοδοιπόρους τα γκρίζα βαριά σύννεφα και τ’ άγρια κύματα που προκαλούσαν καταιγίδες πάνω στη θάλασσα.

Πρώτος μεγάλος σταθμός του ταξιδιού το λιμάνι της Παραναγκουά,  στη Νότια Βραζιλία. Εκεί θα ξεφόρτωναν τσιμέντα, μάρμαρα και μαγνήσιο, ενώ θα φόρτωναν καφέ, σόγια και καπνό. Η όλη διαδικασία φορτοεκφόρτωσης θα διαρκούσε αρκετές μέρες.

Ένα λαμπερό πρωινό του Μάρτη, που ο ήλιος ανέτειλε βάφοντας χρυσοκόκκινα τα νερά του Ατλαντικού ωκεανού, το πλοίο Μιράντα έριχνε άγκυρα στο λιμάνι του κόλπου της Παραναγκουά. Όσοι ναυτικοί δεν είχαν δουλειά εκείνη την ώρα στο καράβι ανέβηκαν στο κατάστρωμα για να αντικρίσουν την πόλη που ήταν ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Βραζιλίας.

Ο Νέαρχος ήταν ένας απ’ αυτούς, δούλευε κάτω στις μηχανές του πλοίου ως κατώτερο πλήρωμα. Μοιράζονταν την καμπίνα του με τον Μανωλιό από την Κρήτη, που ήταν σχεδόν συνομήλικός του και δούλευε στα μαγειρεία ως λαντζιέρης. Όνειρό του όμως ήταν να γυρίσει τον κόσμο και να ξεμπαρκάρει μετά από χρόνια στο αγαπημένο του Μεξικό.

Το βράδυ της ίδιας μέρας οι δύο φίλοι και συγκάτοικοι κατέβηκαν στο λιμάνι και άρχισαν να περιδιαβαίνουν τους δρόμους που ήταν γεμάτοι από μπαράκια με γυναίκες που πρόσφεραν απλόχερα τον έρωτα. Γυναίκες που λάτρευαν τη ζωή, αποδεχόμενες τη μοίρα τους. Μία μοίρα σκληρή για τους άλλους, εκείνες όμως την είχανε ντύσει με χρώματα και μουσική. Κατευθύνθηκαν σ’ ένα από τα πιο γνωστά μπαρ της περιοχής που ονομαζόταν «Τρούμπα του λιμανιού». Ιδιοκτήτης του ήταν ο Ιάσονας από το Αργοστόλι, ο οποίος άφησε την Ελλάδα για να ζήσει το δικό του όνειρο στη Βραζιλία. Εκεί ο Νέαρχος γνώρισε τη Σόνια, μια νεαρή γυναίκα με μελαμψή ομορφιά. Δούλευε ως γκαρσόνα. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που όταν έφτανε κάποιο καράβι κρατούσε συντροφιά στους ναυτικούς καθ’ όλη την διάρκεια της παραμονής τους.

Η Σόνια ερωτεύτηκε το Νέαρχο από την πρώτη ματιά, αλλά και κείνος δεν έμεινε ασυγκίνητος από τα μεγάλα υγρά θλιμμένα μάτια της. Έτσι, λοιπόν, το επόμενο πρωί μαθαίνοντας που μένει πήγε να την βρει. Η Σόνια έμενε σ’ ένα δωμάτιο ενός μικρού σπιτιού μέσα σε μία μεγάλη αυλή, όπου υπήρχαν και άλλα τέτοια σπίτια με μια κάμαρη και αμέτρητη φτώχια. Σχεδόν κάθε μέρα περνούσε από την αυλή ένας έμπορος πουλώντας φτηνά μπιχλιμπίδια. Οι ένοικοι των σπιτιών αυτών ήτανε γυναίκες της νύχτας και του έρωτα, που συνήθως είχανε ένα παιδί, το οποίο ήταν καρπός από κάποιον περαστικό ναυτικό. Γυναίκες που ζούσαν το παραμύθι του πρίγκιπα με το άσπρο άλογο που τις προσέφεραν απλόχερα οι ναυτικοί και κείνες ως αντάλλαγμα τους έδιναν τη ζεστασιά του κορμιού τους.

Η Σόνια είχε ένα μικρό παιδί, τον Έκτορα, που ήταν γύρω στα πέντε, τον οποίο μεγάλωνε η ηλικιωμένη μάνα της. Με το Νέαρχο μείνανε μαζί στην καμπίνα του, μιας και ο Μανωλιός είχε σπιτωθεί από τη Ντολόρες, μια γεροδεμένη βραζιλιάνα γύρω στα τριάντα. Όλες αυτές τις μέρες οι δυο τους ζούσαν σαν κανονικό ζευγάρι, στιγμές πάθους, έρωτα και ζήλειας. Παρ’ όλη τη φτώχια της, η Σόνια, όπως κάθε γυναίκα των καραβιών, δεν έπαιρνε ούτε ένα δολάριο από τον άντρα που επέλεξε να μείνει μαζί του. Αντιθέτως, όταν ένα βράδυ ο Νέαρχος της είπε ότι δεν είχε χρήματα για να βγουν έξω, αυτή  τον κοίταξε με στοργή και έφυγε από το δωμάτιο. Όταν γύρισε άνοιξε την τσάντα της λέγοντας του:

  • Πάρτα, αυτά είναι για σένα. Το μόνο που θέλω είναι να σε βλέπω να χαμογελάς.

Εκείνος δεν τόλμησε να τη ρωτήσει που βρήκε τα χρήματα. Ήξερε πολύ καλά ότι της τα έδωσε κάποιος πελάτης. Τέτοιες ήταν οι γυναίκες των καραβιών. Γινόταν περιστασιακά πόρνες, μόνο και μόνο για να στηρίξουν οικονομικά το ναυτικό με τον οποίο ζούσαν για λίγες μέρες το παραμύθι του ευτυχισμένου ζευγαριού. Εκείνο το διάστημα η Σόνια μύησε το Νέαρχο στην καθημερινότητα της, που είχε ως επίκεντρο τις φιέστες με χορό και τραγούδι. Η αγωνία για το αύριο δεν είχε θέση πουθενά. Η Σόνια όμως δεν του μίλησε ποτέ για τη ζωή της, γιατί δεν ήθελε να νιώσει τον οίκτο του. Όταν ο Νέαρχος θέλησε να της δώσει κάποια χρήματα που είχε μαζέψει, αυτή αρνήθηκε λέγοντάς του ότι δεν είναι ζητιάνα. Εξάλλου, η Σόνια είχε μία περηφάνια που συγκινούσε. Από τότε αυτός φρόντιζε να της παίρνει δώρα που ήξερε ότι θα χρειάζονταν για εκείνη και το παιδί.

Ο Νέαρχος ταξίδεψε άλλες δύο φορές με το ίδιο καράβι στην Παραναγκουά, αναζητώντας και πάλι τη Σόνια. Ο Μανωλιός στο τελευταίο του ταξίδι στη Βραζιλία αποφάσισε να μείνει στην Παραναγκουά και να ζήσει με τη Ντολόρες μια ζωή γεμάτη φιέστες και ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο. Την τελευταία φορά η παραμονή του Νέαρχου στο λιμάνι της Παραναγκουά διήρκησε έναν ολόκληρο μήνα, λόγο κάποιων αναγκαίων επισκευών. Ένας μήνας τόσο έντονος για κείνον που θα τον θυμόταν για πάντα. Έχοντας δίπλα του τη Σόνια που τον κοίταζε με τα μεγάλα της υγρά θλιμμένα μάτια, γνώριζαν  και οι δύο ότι δεν θα ειδωθούν ποτέ ξανά. Ένοιωθαν όμως πως έζησαν ένα μεγάλο έρωτα τον οποίο δεν θα ξεχνούσαν ποτέ.

Ο Νέαρχος είχε την τύχη να γνωρίσει και κείνος μία γυναίκα των καραβιών. Γυναίκες για τις οποίες οι ναυτικοί διηγούνταν ιστορίες που μιλούσαν για το πάθος και τον έρωτα που προσέφεραν απλόχερα, σχεδόν χωρίς αντάλλαγμα. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να τους χαρίσει ο αγαπημένος τους ένα παιδί ως δώρο, για να θυμούνται τις στιγμές που πέρασαν μια ζεστή νύχτα σε κείνο το μακρινά εξωτικό λιμάνι του Ατλαντικού.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο