room-to-grow-bnner

Γράφοντας μια σχέση ζωής

της Γιώτας Αγαπητού

Μέσα της δεκαετίας του πενήντα και η Ελλάδα στέλνει τα παιδιά της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα να βρουν τη ζωή και την τύχη που η ίδια δεν μπόρεσε να τους προσφέρει, πέρα από το μπαρούτι και την πείνα των προηγούμενων χρόνων. Χρόνια που πέρασαν γεμάτα συγκρούσεις, έριδες και ανείπωτο πόνο.

Η Ελλάδα θυμίζει Μάνα που αναγκάζεται να βγάλει στην επαιτεία τα μονάκριβα παιδιά της. Σε Αμερική, Αυστραλία και Ευρώπη δέχονται τους Έλληνες, όπως οι κυρίες της υψηλής κοινωνίας δέχονται τα κορίτσια από την επαρχία, τα οποία πηγαίνουν να εργαστούν ως υπηρέτριες, φροντίζοντας ακόμη και τ’ ασπρόρουχα των αφεντάδων τους.

Έτσι, λοιπόν, σε πόλεις του Βελγίου, Έλληνες που δούλευαν νυχθημερόν μέσα στις στοές των ορυχείων, σαν άλλοι εργατικοί τυφλοπόντικες ή σαν ήρωες από πίνακες του Βαν Γκογκ,  προσπαθούν να μην χάσουν την επαφή με την μητέρα πατρίδα,  ενισχύοντάς την οικονομικά με το να στέλνουν κάθε τόσο χρήματα στους ηλικιωμένους γονείς που άφησαν πίσω τους. Πολλές φορές γυρίζοντας κουρασμένοι από τη δουλειά στο σπίτι τους βρίσκουν παρηγοριά και κατανόηση στα γράμματα που αλληλογραφούν με κοπέλες από την Ελλάδα.

Τα περιοδικά της εποχής, παίζοντας πολλές φορές το ρόλο της προξενήτρας, έκρυβαν στις σελίδες τους διευθύνσεις και ονόματα αγοριών και κοριτσιών που αναζητούσαν την επικοινωνία.

Γράμματα φιλικά στην αρχή που στη συνέχεια ίσως να είχαν την τύχη να γίνουν πιο ουσιώδη και να δημιουργήσουν σχέσεις ζωής.

Γράμματα αληθινά, ένα ξεδίπλωμα του κουβαριού της ψυχής ανθρώπων που έχουν ανάγκη τον άνθρωπο που αφουγκράζεται το νόστο που κρύβουν οι λέξεις, αναζητώντας την επαφή με τις βαθύτερες πατρογονικές τους ρίζες, οι οποίες κρύβονται μέσα σε γράμματα που αντάλλασαν αγόρια πριν ακόμη ανδρωθούν με κορίτσια πριν ακόμη γίνουν γυναίκες.

Μικρά σκιρτήματα πρωτόλειου φλερτ, όπου και οι δύο πλευρές αφήνανε πάντα στην αρχή να ξεδιπλωθεί ένα παραμύθι και αν η αλληλογραφία είχε την τύχη να συνεχιστεί, ίσως και να επέτρεπαν να φανεί πολλές φορές ακόμα και το σκληρό πρόσωπο της καθημερινής ρουτίνας που βίωναν οι δύο νέοι.

Γράμματα που έκαναν τις καρδιές των κοριτσιών να σκιρτούν, τα οποία πολλές φορές έκρυβαν κάτω από το μαξιλάρι για να μην τα βρουν οι μανάδες τους. Μία αλληλογραφία για την ύπαρξη της οποίας θα μιλούσαν στους δικούς τους όταν μετά από αμέτρητες κόλες χαρτιού ακολουθούσε η περιβόητη πρόταση που γι’ απάντηση θα είχε ένα τεράστιο και γεμάτο δάκρυα χαράς «ΝΑΙ!» από μέρους τους.

Αμέσως μετά θ’ ακολουθούσαν και άλλα γράμματα πιο διεκπεραιωτικά, που συνήθως μέσα στο φάκελο έκρυβαν και μερικά χαρτονομίσματα ή ακόμα και το πολυπόθητο εισιτήριο για την γη της επαγγελίας. Για να έχουν να θυμούνται αργότερα και να διηγούνται στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους τον τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκαν, βάζοντας και αρκετά δακρύβρεχτα στοιχεία ρομαντισμού και φτώχιας που βίωσαν μέσα στις προσωπικές ιστορίες τους. Απορώντας δυστυχώς στις μέρες μας για το πώς χάθηκε ο ρομαντισμός και η μαγεία της δικής τους γενιάς, δίνοντας τη θέση της σε κάτι τόσο ψυχρό, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι σχέσεις έγιναν πια επιφανειακές και κυνικές, σχεδόν ανύπαρκτες, είναι απλά δύο μονόλογοι γεμάτοι μοναξιά και φόβο, καλυμμένοι με την υπεροψία του δήθεν εαυτού μας, ενός εαυτού που φοβόμαστε ν’ αντικρύσουμε.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο