room-to-grow-bnner

Γλυκές αναμνήσεις από Μήλο Πορτοκάλι

της Γιώτας Αγαπητού

Πρωινό Κυριακής, από μια Άνοιξη που άργησε φέτος να ‘ρθει.

Η πρόσκληση έγραφε «Σε προσκαλώ να σβήσουμε μαζί τα κεράκια της τούρτας μου αγαπημένε μου φίλε, μαζί με τους υπόλοιπους φίλους και συμμαθητές μας». Το πάρτι θα γίνει στον παιδότοπο «Μήλο – Πορτοκάλι». Κυριακή 30 Μαρτίου. Ώρα 11π.μ.

Με αγάπη Αλκμήνη.

Από νωρίς το πρωί η Ηλέκτρα «παλεύει» να ξυπνήσει τον Αλέξανδρο για να τον σηκώσει από το κρεβάτι του.

Ώρα δέκα και κάτι, μ’ ακόμα ο μικρός κύριος αρνείται ν’ αποχωριστεί την αγκαλιά του Μορφέα. Τελικά μετά από πολύ κόπο και γκρίνια, μάμα και γιός είναι έτοιμοι να πάνε στο πάρτι. Η διαδρομή είναι ευχάριστη, στους δρόμους ελάχιστα αυτοκίνητα κυκλοφορούν. Έξω οι άνθρωποι, πού εκμεταλλεύονται τον ήλιο της Άνοιξης, βγήκαν για να «πάρουν» λίγη από την ενεργεία του.

Ώρα 11:15 π.μ., επιτέλους ο μικρός Αλέξανδρος φτάνει με τη μαμά του στο Μήλο Πορτοκάλι, κρατώντας περήφανος το δώρο της αγαπημένης του φίλης. Είχε ζητήσει από τη μαμά του να διαλέξουν μαζί το δώρο. Έτσι και έγινε. Μέσα από τα πολλά παραμύθια ο Αλέξανδρος διάλεξε για την Αλκμήνη ένα τεράστιο χοντρό βιβλίο με ιστορίες και εικόνες απ’ όλο τον κόσμο, γραμμένο και εικονογραφημένο από παιδιά για παιδιά. Ένα βιβλίο φτιαγμένο έτσι που να ταξιδεύει μικρούς και μεγάλους σε κόσμους μαγικούς.

– Αυτό είναι πολύ ωραίο δώρο για την Αλκμήνη! Σε παρακαλώ μαμά να το αγοράσουμε; Σε παρακαλώ.

Η μαμά δεν του έφερε αντίρρηση. Έτσι και έγινε λοιπόν.

Αφού τυλίχτηκε με πολύ κομψό τρόπο, τέτοιο που ταιριάζει μόνο σε μικρές κυρίες, ήταν έτοιμο να δοθεί με πολύ αγάπη  από τον Αλέξανδρο στην εορτάζουσα φίλη του.

Η αίθουσα του παιδότοπου ήταν στολισμένη κατάλληλα για την περίσταση. Πολύχρωμα μπαλόνια γέμιζαν το χώρο. Στους τοίχους μεγάλες κορδέλες έγραφαν χαρούμενα γενέθλια και χρόνια πολλά. Η δυνατή μουσική συναγωνίζονταν τις χαρούμενες φωνές μικρών και μεγάλων, που καλύπτονταν μόνο από το κλάμα κάποιου μικρού παιδιού. Στα τραπέζια παρέες – παρέες συζητούσαν χαρούμενα περί ανέμων και υδάτων.

Η Ηλέκτρα αφού ευχήθηκε στη μαμά της εορτάζουσας κάθισε σ’ ένα μικρό τραπεζάκι. Εξάλλου, δεν ήξερε προσωπικώς κανέναν από τους άλλους παρευρισκόμενους γιατί ήταν καινούρια στην περιοχή. Είχε έρθει μαζί με την οικογένειά της εδώ και λίγους μήνες σε αυτή τη μικρή πόλη της Θράκης.

Η ώρα περνούσε και τα τραπεζάκια γέμιζαν με διάφορες λιχουδιές που συντρόφευαν τους καφέδες και τα αναψυκτικά.

Η Ηλέκτρα αντάλλασε που και που μερικές, κοινωνικού τύπου, τυπικές κουβέντες με τους καλεσμένους από τα διπλανά τραπεζάκια, ενώ συχνά πυκνά και πολύ διακριτικά πήγαινε να δει αν ο Αλέξανδρος χρειαζόταν κάτι.

Μετά από λίγη ώρα ένοιωσε την ανάγκη να βγει για λίγο έξω, να πάρει αέρα, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να μείνει για λίγο μόνη, μακριά από τα βλέμματα των άλλων και τις έντονα χαρούμενες φωνές, αλλά δυστυχώς έξω υπήρχαν γονείς που κάπνιζαν γιατί μέσα στην αίθουσα απαγορεύονταν. Πήγε σε μία άκρη και ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο, κλείνοντας τα μάτια της.

Από μπροστά της περνούσαν εικόνες των δικών της γενεθλίων. Χρόνια πριν, τέλη της δεκαετίας του 80, η μαμά της έφτιαχνε μόνη της την τούρτα και την διακοσμούσε με απλή κρέμα σαντιγί και σοκολάτα. Ακόμη νιώθει έντονα την γεύση της σοκολάτας με βανίλια στα χείλη της.

Θυμάται τη μαμά της που από το πρωί πήγαινε στο μπακάλικο της γειτονιάς για ν’ αγοράσει για τους μικρούς της καλεσμένους και τις μαμάδες τους γαριδάκια, πατατάκια, μπισκότα και αναψυκτικά. Ενώ αμέσως μετά έφτιαχνε το σπιτικό κέικ, πίτες και τηγανητά κεφτεδάκια με πατάτες. Μοσχομύριζε όλη η γειτονιά και περιμέναμε πως και πως το απόγευμα για να ‘ρθουν οι καλεσμένοι για τα γενέθλια.

Θυμήθηκε τον Άλκη το μικρό γειτονόπουλο που έκαναν παρέα τ’ απογεύματα μετά το σχολείο.

– Καλά είστε; Ακούστηκε μία γυναικεία φωνή.

– Ναι, καλά είμαι. Απλά αφαιρέθηκα για λίγο.

– Θα έρθετε μέσα; Σε λίγο θα σβήσουν τα κεράκια.

– Ναι βέβαια έρχομαι.

Η Ηλέκτρα μπαίνοντας μέσα στην αίθουσα βρήκε τον Αλέξανδρο μαζί με τους φίλους του να κάθονται στο μεγάλο τραπέζι όπου θα έσβηναν τα κεράκια.

Ήταν τόσο χαρούμενος!

Η Ηλέκτρα πήρε τη φωτογραφική μηχανή από την τσάντα της και άρχισε μαζί με τις άλλες μαμάδες ν’ αποτυπώνει στιγμές του παρόντος που ήξερε πως αύριο θα ήταν ένα γλυκό παρελθόν.

Η ώρα περνούσε και τα παιδάκια, το ένα μετά το άλλο, πήγαιναν κουρασμένα και ιδρωμένα κοντά στις μαμάδες τους με σκοπό να τις παρακαλέσουν να μείνουν για λίγο ακόμα.

Ώρα 13:30 μ.μ. Η Ηλέκτρα είπε στον Αλέξανδρο ότι είναι ώρα για να φύγουν γιατί στο σπίτι θα τους περίμενε ο μπαμπάς του για το μεσημεριανό φαγητό. Στην αρχή ο Αλέξανδρος αντέδρασε, όπως κάνουν όλα τα παιδιά τέτοιες στιγμές, τελικά όμως δέχτηκε. Αφού χαιρέτησαν τη μικρή εορτάζουσα και τους γονείς της και έλαβαν με χαρά το συμβολικό δώρο που έδινε σε όλους τους καλεσμένους της η Αλκμήνη, για να θυμούνται εκείνη την ημέρα, έφυγαν χαρούμενοι.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο η Ηλέκτρα ρώτησε τον Αλέξανδρο:

– Πέρασες καλά αγάπη μου;

– Ναι μαμά πέρασα πολύ καλά!

– Χαίρομαι γλυκό μου που πέρασες καλά. Εύχομαι η κάθε στιγμή με τους φίλους σου να είναι όπως και η σημερινή.

Αφού έβαλε μπρος το αυτοκίνητο ξεκίνησαν για το σπίτι. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, μία όμως Κυριακή ήταν είδη γεμάτη με όμορφες αναμνήσεις.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο