room-to-grow-bnner

Γιώργος Γεραλής – «Ο ποιητής του Έρωτα και του Θανάτου»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Έλληνας φιλόλογος, λεξικογράφος και ποιητής Γιώργος Γεραλής γεννημένος στα 1917 στη Σμύρνη, μετά την Μικρασιατική καταστροφή εγκαθίσταται με την οικογένειά του μόνιμα στην Αθήνα. Στο χώρο της τέχνης  θα πρωτοεμφανιστεί σε ηλικία 22 χρονών με την πρώτη του ποιητική συλλογή «Κύκνοι στο λυκόφως» (1939) υιοθετώντας στοιχεία του συμβολισμού. Κατά συνέπεια θα λέγαμε πως είναι ένας ποιητής που ανήκει στην τελευταία μεσοπολεμική γενιά που θα δώσει το κύριο όγκο του έργου του μετά την κατοχή. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως ο Γεραλής όχι απλώς μετέφρασε, αλλά αγάπησε και μαθήτευσε δίπλα στους μεγάλους εκπροσώπους του συμβολισμού. Ο Ρεμπώ, ο Μαλαρμέ, ο Ταγκόρ, ο Βαλερύ, ο Μποντλαίρ, ο Απολινέρ, ο Μιλόζ, και αργότερα ο Πόε στάθηκαν τα πρότυπά του, συγγενεύοντας άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο μαζί του στο  συμβολισμό και στη μελαγχολία.

Η ποιητική του συλλογή «Κύκνοι στο λυκόφως» – λυρικά έμμετρα ομοιοκατάληκτα ποιήματα, που γράφτηκαν από το 1933 έως το 1939, και κινούνται στην κατεύθυνση των νέο-ρομαντικών και του Μεσοπολεμικού μετασυμβολισμού – θα γίνει ευχαρίστως δεκτή από τους εκπροσώπους της αθηναϊκής νεοσυμβολιστικής σχολής (Ν. Λαπαθιώτης, Τ. Άγρας Μ. Παπανικολάου).

Ας δούμε όμως κάποιους στίχους από ένα ποίημά του από αυτή την πρώτη του συλλογή με τίτλο («Θα ‘ναι δείλι γλυκό…»)

Γύρω οι φίλοι, οι δικοί, με το πρόσωπο ωχρό
θα θρηνούν την θλιμμένη χαρά μου
(μενεξέδες, πολλούς μενεξέδες θα βρω
στα όνειρά μου…)
[…]
Θα τρεμίζει στη δύση κάποιο φως μυστικό…
Θα κοιμάται τ’ αγέρι στα δεντρόφυλλα επάνω
–μη με κλάψει κανείς! Θα ‘ναι δείλι γλυκό
σαν πεθάνω…

(«Θα ‘ναι δείλι γλυκό…»)

Στο συγκεκριμένο ποίημα είναι εμφανής η επίδρασή του από τον ρομαντικό πρόγονο του μεσοπολέμου, Κώστα Ουράνη «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,/θα με βρουν στο κρεβάτι μου. Θε ναρθεί ο αστυνόμος/θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία…».

Ο κριτικός και ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Κώστας Στεργιόπουλος (1926 -2016) στο έργο του «Γιώργος Γεραλής, η ελεγεία του έρωτα και του θανάτου» δημοσιευμένο το 1967 στο βιβλίο του «Από τον συμβολισμό στην νέα ποίηση» θα γράψει πως η ποίηση του Γεραλή διαπνέεται από βαθύτατη μελαγχολία, απαισιοδοξία και νοσηρότητα, που όμως δεν προφταίνουν ν’ αφήσουν να γίνει αισθητό το βάρος τους, γιατί μετουσιώνονται αμέσως σε όνειρο και μελαγχολικό ρεμβασμό, καθώς εξωραΐζονται και εξουδετερώνονται από τη μεσολάβηση της τέχνης. Γράφοντας ο Μήτσος Παπανικολάου για την πρώτη του συλλογή παρατηρεί, ότι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποιητή είναι η ευγένεια και συμπληρώνει πως όλα τα αισθήματα στην ποίησή του: η μελαγχολία, η νοσταλγία, ο πόνος,  έχουν τη σφραγίδα της.

Ενώ ο Κώστας Φρουζάκης ‒ ο οποίος επιμελήθηκε την πολύ καλή έκδοση των Απάντων του Γεραλή ‒ στη μελέτη του με θέμα «Γιώργος Γεραλής: Μια όψιμη φωνή του μετασυμβολισμού στην πρώτη μεταπολεμική γενιά» ορθά θα επισημάνει πως, ένα ακόμη κοινό στοιχείο της ποίησης του Γεραλή με τον μετασυμβολισμό είναι η αδυναμία να εκφραστεί ο εσωτερικός κόσμος: «Μείναμε εκεί προς τη δύση γερμένοι/ σε άφωνη θλίψη…» («Δειλοί»). Συναφές με τα παραπάνω είναι και το θέμα της «αναίτιας θλίψης» των μετασυμβολιστών, μιας κατάστασης χαρακτηριστικής του έργου και της ιδιοσυγκρασίας τους.

Έλα, η γλυκιά σαν το αίμα της αυγής
των παλιών μου ημερών, μακαρισμένη
Μελαγχολία Μητέρα μου.
Πάλι να ξαναδώ τα πρώτα μάτια μου
μες στα δικά σου τα μεγάλα μάτια.
Έλα ν’ αλλάξουμε τα δώρα τα ακριβά.
Μια λάμπα, δυο λευκές κόλλες χαρτί,
ένα ζεστό μαντίλι μοναξιάς,
ένα μπουκέτο ποιήματα ασημένια.

(«Συνομιλία με τη φθινοπωρινή Μητέρα»)

 Τα «Λυρικά Τοπία» (1950) είναι μια μίξη του ρομαντισμού με τον νέο-συμβολισμό, προμήνυμα του καινούργιου. Ο Γεραλής διαλέγεται απευθείας με το Γαλλικό συμβολισμό και κυρίως το Βαλερύ, τον οποίο και μεταφράζει. Στα «Λυρικά τοπία» περνάει πλέον από τον παραδοσιακό στον ελεύθερο στίχο, ενώ παράλληλα κινείται μέσα σ’ ένα κλίμα εσκεμμένης ασάφειας.

Μη με σιμώνεις στ’ όνειρο σκίζω το δίχτυ.
Μη μ’ αγκαλιάζεις χάνομαι σαν τη βροχή.
Είμ’ ένας ίσκιος σε μιαν έρημη εξοχή.
Ο άνεμος είμαι μες στο μεσονύχτι.

(Αισθηματικά ελεγεία ΙΙΙ)

Οι στίχοι αυτοί από τα «Λυρικά τοπία» ξανατυπωμένοι αργότερα στην τέταρτη συλλογή του στα «Μάτια της Κίρκης» (1961) δεικνύουν, όπως θα επισημάνει πολύ εύστοχα ο Κώστας Στεργιόπουλος το μέτρο της μεγάλης του ευαισθησίας. Ωστόσο, η ποίησή του περιστρέφεται κατά κύριο λόγο γύρω από ένα ονειρικό κόσμο παρουσίας – απουσίας με κύριο άξονα το θέμα του έρωτα και του θανάτου ή συμβολικά θα λέγαμε με την παρουσία ή την απουσία του φωτός, μιας και ο ίδιος ήταν εξοικειωμένος από εικαστικής απόψεως, λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του που εργαζόταν ως φωτογράφος, αλλά και των θείων του (Λουκάς και Απόστολος Γεραλής) που ήταν ζωγράφοι, καθώς οι ίδιοι δούλευαν πάνω στο αισθητικό αποτέλεσμα που δημιουργείται από την παρουσία ή την απουσία του φωτός.

Μονάχα η νύχτα και το σώμα σου ήταν
Στη γυμνή νύχτα κατάγυμνο
Έπειτα ο πυρωμένος άνεμος μας πήρε
Στο παράφορο, όλο κραυγές και δάκρυα, ταξίδι

(Ερωτικό)

Ο ποιητής αισθανόμενος μία βαθιά τάση φυγής έκδηλη σε πολλά ποιήματα αυτής της συλλογής όπως: «Θα σου χαρίσω φεύγοντας» το «Σκοτεινό τραγούδι» ή το θαυμάσιο ποίημά του «Ευρυδίκη» θα γίνει, όπως έχει επισημάνει ο Γ. Θέμελης: ένας δαντικός οδοιπόρος και μας αφηγείται με τόση ενάργεια και γνώση την άλλη ζωή.

Ωστόσο πάλι εδιάβηκα τη θύρα,
Νύχτα και ο φόβος καθόταν, μολύβι,
Στο στήθος μου.
Μα ως έτριξεν η θύρα
-τόσο οι αισθήσεις μου ήταν τεντωμένες-
Ήταν σα να ‘τριξεν ο χρόνος και με πήρε
Στου άχρονου το σύνορο, εκεί που η νύχτα,
Νύχτα δεν είναι πια, το φως, φως δεν το κράζουν,
Κι ο τάφος ίσως λέγεται φωνή, η θύμηση άστρο,
Η δυστυχία χαμόγελο, η καρδιά λιθάρι[…]

Η Τρίτη του ποιητική συλλογή «Αίθουσα αναμονής» (1957), η οποία γράφτηκε κάτω από το βάρος της απώλειας του πατέρα του, βραβεύτηκε την ίδια χρονιά με το 2ο κρατικό βραβείο ποίησης. Εδώ πλέον ο ποιητής περνάει από την ιδέα της προετοιμασίας για μία ενδεχόμενη απώλεια στο βίωμα του θανάτου με μία ένταση η οποία χαμηλώνει μεν στα «Μάτια της Κίρκης» (1961) όμως εδώ οριστικοποιείται το πλαίσιο έκφρασης και ωρίμανσης του δημιουργού.

Μέχρι το 1966 ο Γεραλής θα εκδώσει άλλες δύο ποιητικές συλλογές, συμπληρώνοντας 30 χρόνια ποιητικής θητείας: Είδωλα (1964) και Κλειστός κήπος (1966) στην οποία καταφέρνει μέσα από την ήρεμη πλέον οπτική παρατήρηση των εγκοσμίων να μας προσφέρει το καταστάλαγμα του στοχαστικής του είδωσης.

Στα είδωλα ο ποιητής επανέρχεται θα λέγαμε στην πραγματικότητα σαν επισκέπτης από τον άλλο κόσμο, γι’ αυτό και αδυνατεί να συμφιλιωθεί μαζί της. Οι μορφές δεν έχουν υλική υπόσταση, όπως: σώμα, βάρος, περίγραμμα.

Το σπίτι μας είναι θαμπό. Γυρίζω κουβαλώντας
Νεκρά φτερά, παγωμένα μάτια.
Κι εκείνο τον ίσκιο που άφησε ο πατέρας
Την ώρα που μάκραινε για νάναι πάντα κοντά μας

[…]

(Το σπίτι μας είναι θαμπό)

Σε ότι αφορά την πολιτικά καθοδηγούμενη ποίηση, για τον Γεραλή δεν υφίσταται θέμα στρατευμένης τέχνης:

Δηλώνω –και το έχω δηλώσει και άλλοτε– ότι είμαι κατηγορηματικά αντίθετος [προς την στρατευμένη ποίηση]. Όσοι θέλουν την Τέχνη υπηρέτρια πολιτικοκοινωνικών τάσεων ή ακόμα και κομματικών προγραμματισμών, σημαίνει, απλούστατα, πως δεν λειτουργούν σαν αληθινοί καλλιτέχνες. Ο ποιητής ξέρει καλά ποια είναι η αποστολή του: η κατάκτηση και η προσφορά στους συνανθρώπους του μιας ηθικής ελευθερίας που κατορθώνεται κάπου αλλού, σε πείσμα οποιουδήποτε κοινωνικού σχήματος, οποιασδήποτε υλικής αναγκαιότητας. (Κώστας Φρουζάκης «Γιώργος Γεραλής: Μια όψιμη φωνή του μετασυμβολισμού στην πρώτη μεταπολεμική γενιά»).

Ωστόσο το 1974 θα εκδώσει τη συλλογή «Η ελληνική νύχτα» (1974) στη οποία, κάτω από το βάρος των πολιτικών εξελίξεων, διευρύνει  τη θεματολογία της ποίησής του, εντάσσοντας σε αυτή στοιχεία κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Στο ποίημά του «Με τι πρόσωπο» όπως και στο «Είχε απλώσει το χέρι του» αναφέρεται στην αυτοπυρπόληση του Κερκυραίου φοιτητή στη Γένοβα Κώστα Γεωργάκη στις 19 Σεπτεμβρίου 1970, ως ακραία διαμαρτυρία κατά του καθεστώτος. Ο δημιουργός με μία αυτοανακριτική  διάθεση (Με τι πρόσωπο, με τι μάτια θα τους αντικρίσουμε;) εκφράζει την ντροπή του απέναντι σ’ εκείνους που «απλώσανε το χέρι τους στη φωτιά» για τις κοινές τους ιδέες, ενώ οι υπόλοιποι αρκέστηκαν μόνο στα λόγια.

Με τι πρόσωπο θ’ αντικρίσουμε εκείνους
που απλώσανε το χέρι τους στη φωτιά,
νηφάλιοι κι ωστόσο περιπαθείς
στην απόφασή τους,
εμείς που σε λόγια αρκεστήκαμε
ζυγιάζοντας το βάρος με τον κίνδυνο,
τα καθημερινά αισθήματα με τις ιδέες;
Με τι πρόσωπο, με τι μάτια θα τους ξαναδούμε;

[…]

«Με τι πρόσωπο»

Για την συλλογή του «Ελληνική νύχτα» (1974) η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας του Άννας, την οποία θα χάσει μέσα στον ίδιο χρόνο, ο ποιητής θα πάρει το 1ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1975. Σ’ αυτή του τη συλλογή ο δημιουργός βλέπει πλέον το θάνατο όχι σαν φυσική απόληξη της ζωής, αλλά τον συνδέει κυρίως με την πολιτική κατάσταση της χώρας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, υπογράφοντας το 1969 την πρώτη ομαδική διακήρυξη κατά της χούντας, μετά τη γνωστή δημόσια δήλωση του Γ. Σεφέρη στις 28 Μαρτίου.

Το 1986 το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη θα τον βραβεύσει για το σύνολο του έργου του. Η τελευταία του ποιητική συλλογή τα “Νέα ποιήματα” θα εκδοθεί το 1984, στην οποία συμπεριλαμβάνονται τρία πεζογραφικά ποιήματα (poèmes en prose). Όμως, το 1988 θα χάσει τη σύντροφό του Θέα, με την οποία είχε αποκτήσει το 1946 μία κόρη, την γνωστή ηθοποιό Άννα Γεραλή, από τότε θα γράψει ελάχιστα πράγματα έως το θάνατό του. Ο Γιώργος Γεραλής, μετά από ολιγοήμερη νοσηλεία στο ΚΑΤ,  θα φύγει από τη ζωή στις 29 Νοεμβρίου του 1996.

 

2 Σχόλια

  • Κώστας Φρουζάκης
    Posted 21 Φεβρουαρίου 2021 21:02 0Likes

    Κύριε Αναγνωστόπουλε, πολύ ενδιαφέρουσα η περιδιάβασή σας στην ποίηση του Γεραλή. Ευχαριστώ για τις αναφορές σας στη διατριβή μου και την έκδοση.

    • Αναγνωστόπουλος Γιώργος
      Posted 23 Φεβρουαρίου 2021 14:32 0Likes

      Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια κύριε Φρουζάκη, με τιμούν ιδιαιτέρως, καθώς χωρίς την αξιολογότατη διατριβή σας δε θα γνώριζα σε βάθος το έργο ενός τόσο σπουδαίου, αλλά δυστυχώς αγνώστου για το ευρύ κοινό ποιητή.

Αφήστε ένα σχόλιο