room-to-grow-bnner

Γεώργιος Θ. Βαφόπουλος «Το σπουδαίο ποιητικό έργο ενός μεγάλου ευεργέτη»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο  Έλληνας ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος (1903-1996) ο οποίος γεννήθηκε το 1903 στη Γευγελή της τότε Γιουγκοσλαβίας και πέθανε πλήρης ημερών στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε όχι μόνο ένας άνθρωπος με πλούσια δραστηριότητα για τα πολιτιστικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης αλλά και γενναιόδωρος ευεργέτης της, καθώς το άκρων άωτον της κοινωνικής του προσφοράς θα κορυφωθεί  λίγα χρόνια πριν το θάνατό του με τη δωρεά όλης της περιουσίας του,  από κοινού με τη δεύτερη σύζυγο του Αναστασία Γερακοπούλου, με την ανέγερση του Βαφοπούλειου  Πνευματικού Κέντρου, για το οποίο τιμήθηκε με το αργυρό μετάλλιο της πόλης. Το δε ποιητικό έργο του ποιητή, το οποίο  τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στα 1967, αρχίζοντας να διαμορφώνεται κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, φανερώνει τον πολυσχιδή, ταλαντούχο και ευαίσθητο χαρακτήρα του.

Ο Βαφόπουλος χρονολογικά ανήκει στους ποιητές της προ υπερρεαλιστικής περιόδου. Παρόλα αυτά όμως, η ποίηση του δεν ακολουθεί τους ακατανόητους, για πολλούς, αντιλογικούς εκφραστικούς τρόπους του υπερρεαλισμού και τα συνθήματά τους. Είναι μία ποίηση αρχικώς επηρεασμένη από το νεοσυμβολισμό, με μία ρομαντική τάση προς το παρελθόν, με επιρροές από την ποίηση του Παλαμά, του Κάλβου, του Καβάφη, του Μπωντλαίρ και  του Καρυωτάκη. Κατά την περίοδο των τελευταίων πέντε χρόνων του μεσοπολέμου όμως, η ποίησή του αρχίζει να διαμορφώνεται μέσα από νέους εκφραστικούς τρόπους, με μία αναχωρητική διάθεση προς ένα εσώτερο εαυτό, στριφογυρίζοντας έτσι, εν συνεχεία, γύρω από το θέμα της ύπαρξης, της βίωσης του θανάτου – με έντονη επιρροή από τον σκοτεινό και μελαγχολικό ποιητικό κόσμο του Έντγκαρ Άλαν Πόε – του χρόνου, και της μεταφυσικής.

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα ρόδα της Μυρτάλης» στα 1931, ο αισθηματισμός και το κλίμα του συμβολισμού αποτυπώνονται έντονα, όπως επίσης και ο επιφωνηματικός τόνος με μία δόση ειρωνείας.

Ας δούμε όμως δύο ποιήματά του. Στην «Ερωτική ολονυκτία» ο ποιητής, σε στίχο φί­νο και λεπτό, απεργάζεται το αίσθημα της ηδονικής προσμονής. Στο ποίημα αυτό γίνεται εμφανές το ανάλαφρο άρωμα της αισθησιακής ποίησης της ελληνιστικής περιόδου, το οποίο φτάνει έως την Καβαφική ανάκληση των ηδονών «Η νύχτα απόψε το άρωμα της ηδονής σκορπάει ξανά»  εξυμνώντας τον λαμπρό θεό του έρωτα.

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ερωτική ολονυκτία
[Ενότητα Τα ρόδα της Μυρτάλης]

Η νύχτα απόψε το άρωμα της ηδονής σκορπάει ξανά
και μια ανεξήγητη χαρά στη σκοτεινιά της κλείνει.
Έλα, Μυρτάλη, ο έρωτας τρελός απόψε ξαγρυπνά
κι έξαλλος σπάει το τόξο του στη νυφική μας κλίνη.

Ράθυμα απόψε ξαγρυπνούν μαζί μας όλη τη νυχτιά
κι αντιχτυπιένται στου έρωτα τη ζάλη όλα τα ρόδα.
Έλα, Μυρτάλη, ας γίνει απόψε η κάμαρή μας μια πλατιά
του ωραίου θεού της ηδονής λαμπρότατη παγόδα.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

 Ενώ στο ποίημά του «Αθήνα» από την ίδια ποιητική συλλογή, με μία δόση ειρωνείας, αντιδιαστέλλει συμβολικά τη σύγχρονη πνευματική παρακμή της πρωτεύουσας με το άλλοτε λαμπρό παρελθόν της. Μία αντιδιαστολή που προσιδιάζει με το τρίτο σονέτο του Κωστή Παλαμά από τη συλλογή «Πατρίδες» με τίτλο «Αθήνα» όπου ο ποιητής στους τρεις τελευταίους στίχους του αποτυπώνει την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα σ’ ένα «λαό λειψάνων»  εξαιτίας της σύγχρονης λήθης τους και των βραδυπορούντων Νεοελλήνων που δεν έχουν βγει ακόμη στο φως.

[…]

ο λαός των λειψάνων ζη και βασιλεύει

χιλιόψυχος· το πνεύμα και στο χώμα λάμπει·

το νιώθω· με σκοτάδια μέσα μου παλεύει

[…]

Κωστής Παλαμάς

           

Ας δούμε όμως και το ποίημα του Γιώργου Βαφόπουλου «Αθήνα»:

Γ.Θ. Βαφόπουλου, «Αθήνα»

Ω Αθήνα, πόλις από φως, στέμμα λαμπρό της Αττικής,
που ένα πανάρχαιο παρελθόν στα στέρνα σου βαραίνει,
αν σαν εταίρα αδιάντροπη σε διαγουμίζει ο Χασεκής
της «προόδου» κι ο «πολιτισμός» το αρχαίο σου κλέος μαραίνει,

εγώ, μιας χώρας σκυθικής βάρβαρο τέκνο, μια φορά
ξεκίνησα προσκυνητής των ένδοξών σου χρόνων,
μα αδιάφορος επέρασα, τυφλός, τη σύγχρονη αγορά,
ανάμεσ’ από αλαλαγμούς ανάξιων απογόνων.

[πηγή: Γ.Θ. Βαφόπουλος, Τα ποιήματα, Κέδρος, Αθήνα 1996, σ. 29]

Στα 1934 θα γράψει την έμμετρη ποιητική τραγωδία «Εσθήρ», εμπνευσμένη από τη βίβλο. Στη συνέχεια θ’ ακολουθήσουν οι συλλογές «Προσφορά» στα 1938, μία λιγοσέλιδη ποιητική συλλογή με επτά ποιήματα εμπνευσμένα από την απώλεια της πρώτης γυναίκας του, της ποιήτριας  Ανθούλας Σταθοπούλου (1908-1935) με την οποία διατηρούσε μία εκρηκτική σχέση. Ο κριτικός και ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Κώστας Στεριόπουλος (1926 -2016) στο έργο του «Γ.Θ. Βαφόπουλος, ένας αυτοέγκλειστος», δημοσιευμένο το 1967 στο βιβλίο του «Από τον συμβολισμό στην νέα ποίηση» θα γράψει για τον ποιητή:

[Με την «Προσφορά» ανακαλύπτει διαμιάς και τον εαυτό του και την ποιητική του γλώσσα και μαζί με τη γλώσσα του και τους νέους εκφραστικούς τρόπους […] Ο θάνατος αυτός στάθηκε ένα ορόσημο και για τη ζωή και για την τέχνη του. Τον ωρίμασε ψυχικά και πνευματικά. Τον έβγαλε απ’ την εξωστρέφειά του και τον ανάγκασε να στραφεί μέσα του, για ν’ ακούσει τα καινούρια ποιητικά μηνύματα, στερεώνοντας του την πεποίθηση, πως –  όπως θα γράψει ο ίδιος – «ο πόνος περισσότερο από κάθε άλλο αίσθημα καταξιώνει τη μοίρα του ανθρώπου» και πως «ποίηση που δεν ξεκινά από μία βιωμένη οδυνηρή εμπειρία, ποίηση που δεν έχει τις ρίζες της μέσα στο αίμα, είναι ένα ωραίο νούφαρο, που επιπλέει σε μία κομψή στέρνα, γεμάτη στεκούμενο νερό»].  

Ο ποιητής βυθισμένος στην απόγνωση και στο σκοτάδι, λόγω της πρόσφατης συμφοράς του, στο ποίημά του «Το πλέγμα» αφηγείται, όπως και ο Πόε στο «Κοράκι» με τρόπο βαθιά μυστηριακό, την απρόσμενη επίσκεψη στην κάμαρά  του από ένα φτερό κοράκου.

Το πλέγμα

(απόσπασμα)
Πάλιν αυτό το φτερό του κοράκου.
Είκοσι μέρες στην κάμαρα τούτη
Αναρριπίζει τον μαύρον αέρα
Τι είναι πάλιν αυτό
Το φτερό του κοράκου;

[…]

 Είναι το δίχτυ τούτο
η υλοποίηση της ψυχής σου,
που μ’ εκδικείται;
Ή μήπως η προβολή της δικής μου
σκοτεινής ψυχής;

[…]

 Μες στην κάμαρα τούτη,
όπου το μαύρο φτερό του κοράκου
ιστόρησε στους τοίχους το σχήμα της νύχτας
κι απ’ την κορφή του ταβανιού
κρέμασα τη βαριά της εσθήτα,
παραδέρνω, παραδέρνω, παραδέρνω.
[…]

Η «Προσφορά θα επανεκδοθεί στα 1948 μαζί με τ’ «Αναστάσιμα» στη συλλογή με τίτλο «Η προσφορά και τ’ Αναστάσιμα». Στη συλλογή «Αναστάσιμα» ο ποιητής αναζητά με μία θρησκευτική ενατένιση την πρώτη αρχή, την οποία εντούτοις θ’ ανακαλύψει μέσα του ως μία κατάσταση άρρηκτης ενότητας με το κοσμικό γίγνεσθαι. Μία συλλογή που φαίνεται να λειτουργεί ως διαλεκτικό δίπολο της «Προσφοράς» όπως το φως για το σκοτάδι. Ο τίτλος της ενδεχομένως να συνδέεται σε ψυχολογικό επίπεδο και με την επικύρωση της σχέσης του, στα 1946, με την Αναστασία Γερακοπούλου, τη δεύτερη σύζυγό του.

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Συ εν εμοί
[Ενότητα Η προσφορά και τα αναστάσιμα]

Της φωνής μου το θρίαμβον εκπέμπω
στ’ άστρα στη νύχτα, στον πόντο
Συ εν εμοί.
«Συ εν εμοί» αναμέλπει,
σ’ υλαρίν, επουράνιαν αντήχηση,
ο αδελφωμένος μαζί μου χορός,
των λουλουδιών, των πουλιών και των άστρων
Συ εν εμοί
Αναζητούμενε.

 Στη συνέχεια θ’ ακολουθήσουν: «Το δάπεδο και άλλα ποιήματα, 1951». Στη συλλογή αυτή ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να εξέλθει προς τον κόσμο. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημά του «Πολιτεία» στο οποίο ο δημιουργός, με μία σατιρική διάθεση, μετέωρος σ’ ένα καφκικό εφιάλτη, μεταμορφώνεται για να τσιγκλήσει την κοιμισμένη συνείδηση της πολιτείας.

«[…] Ένας σ’ εφτά θώρακες μέσα.
Ένας μ’ εφτά ζώνες ζωσμένος.
Περιφέρομαι τούτη τη νύχτα,
σαν πολύποδο έντομο,
πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο
της Πολιτείας, που ροχαλίζει.
Περιφέρομαι,
γαργαλώντας τη στο ρουθούνι,
γαργαλώντας
την κοιμισμένη της συνείδηση.[…]»

Αργότερα με τη συλλογή του «Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο, 1959) η γλώσσα του αποκρυσταλλώνεται οριστικά σε κοινή δημοτική. Όπως θα γράψει ο ίδιος ο ποιητής «…το παράθυρο είναι η άγρυπνη συνείδηση, το μάτι της νύχτας απ’ όπου ο απελπισμένος άνθρωπος βιγλίζει τους άλλους ανθρώπους και την εποχή του».

Στην ποιητική συλλογή «Eπιθανάτια και Σάτιρες, 1966» ο ποιητής συνεχίζει να στοχάζεται επάνω στη φύση της ανθρώπινης θνητότητας,  αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αλλοτρίωσή της. Στις «στροφές» παρουσιάζει το θάνατο ως το μεγάλο καταλύτη της ζωής.

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Στροφές

[Ενότητα Επιθανάτια]

Αυτοί που ήσαν, αυτοί που είναι, αυτοί που έρχονται,
προσεχτικά πατούν ο ένας πάνω στ’ αχνάρια του άλλου.
Απορρίψαν τον πόνο, ξεντυθήκανε την αγάπη.
Όμως κρατήσαν το ρούχο του κοινού τους θανάτου.

Αδελφοί μου, θησαυρίζετε τον πλούτο, πληθαίνετε την ανάγκη.
Σοδιάζετε την αγάπη, περισσεύετε τον πόνο.
Όμως για να περάσετε στην αντιπέρα όχθη,
ένας οβολός μονάχα θα σας χρειασθεί.

[…]

 Την ίδια χρονιά θα εκδώσει την ποιητική συλλογή «Tα Eπιγενόμενα, 1966». Ακολούθως, ως τα 1991, θα συμπληρώσει το πεντάτομο έργο του με τίτλο «Σελίδες αυτοβιογραφίας», ενώ έχουν εκδοθεί επιστολές του με τίτλο «Γράμματα σ’ έναν φίλο», καθώς και διάφορες μελέτες του.

Τελειώνοντας ας κλείσουμε με μία στροφή από ένα θαυμάσιο ποίημα του «Ο σκαντζόχοιρος» που ανήκει στη συλλογή  «Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο, 1959».

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

«Ο σκαντζόχοιρος»

 «[…] Αδελφέ μου, πόσες φορές μου δάνεισες
την πανοπλία σου τούτη∙ πόσες φορές
οι λόγχες σου στο πετσί μου πάνω φύτρωσαν,
όταν ο φόβος πια μέσα μου τρομαγμένος
την προστασία ζητούσε της αγάπης. […]»

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο