Φύσις & Νόμος «Το διπολικό εννοιολογικό σχήμα μεταξύ γεωπολιτικού και κοινωνικού πεδίου»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Η ηθική μεταξύ των κρατών είναι διάφορη της ηθικής ανάπτυξης  των κοινωνιών και των ανθρώπων που τις συναποτελούν. Κάτω απ’ αυτή την οπτική καλούμαστε κάθε φορά να εξετάζουμε τις γεωπολιτικές εξελίξεις ώστε να κατανοούμε την τρέχουσα μορφή του παγκόσμιου συστήματος ηγεμονίας.

Σήμερα στο Ευρασιατικό πεδίο δεσπόζει η Ρωσία, η επίδραση της οποίας βρίσκεται εγγύς των ορίων του εξωτερικού της χώρου. Οι επέκεινα περιπέτειές της αφορούν στην εξασφάλιση του αποφασιστικού της ρόλου στην άμεση γειτονία της Σιβηρικής δεξαμενής της. Τοιουτοτρόπως δεν δύναται να παίζει μονοπολικό ρόλο κατά το Ατλαντικό σύστημα ηγεμονίας, όπου και προς τα εκεί πάμε αργά η γρήγορα, σύμφωνα με τη Θουκυδίδεια φύση του ισχυροτέρου, εν προκειμένω της Αυτοκρατορικής ΗΠΑ. Με την Κίνα εκατέρωθεν των δύο πλευρών, ν’ αναδύεται στο προσκήνιο της ιστορίας του 21ου αιώνα.

Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο θεωρούμενος νόμος της ισότητος στα πλαίσια της πόλης, στη δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα, όπως τη διατυπώνει ο Περικλής στον επιτάφιο λόγο του στον Κεραμικό το 430 π.Χ. αντιβαίνει στους φυσικούς νόμους (κατά την Θουκυδίδεια αντίληψη), καθιστώντας τους ισχυρότερους δούλους ενός αφύσικου δικαίου, αφού δεν έχουν όσα τους ανήκουν κατά φύσιν.   [Απόστολος Πιερρής, Διάλογος περί Στρατηγικής ή ο Νόμος της Δύναμης στην Ιστορία].

Μεταφρ: Ε. Λαμπρίδη

[2.37.1] «Κυβερνιόμαστε δηλαδή με πολίτευμα, που δε ζηλεύει τους θεσμούς των άλλων, αλλά είμαστε μάλλον εμείς παράδειγμα για πολλούς, παρά που ξεσηκώνομε τα συνήθια τους. Και λέγεται με τ’ όνομα δημοκρατία, γιατί δεν κυβερνιέται για το συμφέρον των ολίγων, αλλά για τους πολλούς, κ’ έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα σύμφωνα με τους νόμους ως για τις ιδιωτικές διαφορές μεταξύ τους· ως για τα δημόσια αξιώματα όμως, για όποιαν ικανότητα εκτιμάται ο καθένας, δε φτάνει σε θέση πολιτική εξ αιτίας της τάξης όπου ανήκει παρά από την αξιωσύνη του· κι ούτε εξ αιτίας της φτώχειας του, όταν μπορεί να προσφέρει κάτι καλό στην πολιτεία, αποκλείνεται από το αξίωμα επειδή είναι ταπεινός. [2.37.2] »Κ’ ελεύτερα φερνόμαστε, τόσο σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν την πολιτεία, όσο και σχετικά με τις καθημερινές συναλλαγές μας· κι όσο για τις υποψίες που γεννιώνται στον ένα για τον άλλον, δεν αγαναχτούμε με το γείτονά μας αν κάνει κάτι γιατί έτσι του αρέσει, ούτε φορτωνόμαστε γκρίνιες και στενοχώριες, που δε ζημιώνουνε και δεν επιφέρουνε βέβαια, ποινική δίωξη αλλά παρουσιάζουν ελεεινό θέαμα. [2.37.3] Κ’ ενώ στην ιδιωτική μας επικοινωνία δε βαρύνει ο ένας τον άλλον, στα δημόσια πράματα δεν παραβαίνομε τους νόμους, το περισσότερο από σεβασμό γι’ αυτούς, υπακούοντας όσους βρίσκονται κάθε φορά στην εξουσία ως και τους νόμους, και ιδιαίτερα εκείνους που ισχύουν για την υπεράσπιση όσων αδικούνται, και κείνους που, μ’ όλο που δεν είναι γραμμένοι, το δέχονται όλοι πως ντροπιάζουν όποιον τους πατεί.» [Θουκυδ. 2.37.1 – 2.37.3]

Αντίστοιχα ο παράγων φύσις, στον «Θεαίτητο» του Πλάτωνα, για τον Πρωταγόρα, δεν αποτελεί υπόβαθρο για το νόμο αλλά αποτέλεσμα ανθρωπογενούς σύμβασης.

«Αλλά και σ’ αυτά που πριν είπα, στα δίκαια και στα άδικα και στα όσια και στα ανόσια, θέλουν να ισχυρίζονται ότι κανένα από αυτά δεν έχει στη φύση του δική του ουσία, αλλά αυτό που είναι γνώμη των πολλών,
αυτό τότε γίνεται αληθινό, όταν σχηματιστεί αυτή η γνώμη και για όσο χρόνο διαρκέσει αυτή.»  [Πλάτων, Θεαίτητος, 172b]

  Το παραπάνω απόσπασμα από το Θεαίτητο του Πλάτωνα αποτελεί μια υποθετική υπεράσπιση του πρωταγορικού στοχασμού δια στόματος του  Σωκράτη προκειμένου να εκφραστεί η ειρωνική του διάθεση απέναντι στις πρωταγορικές γνωσιοθεωρητικές και ανθρωποκεντρικές ηθικές πεποιθήσεις.

Ωστόσο, στον Πλατωνικό (Γοργία), ο Καλλικλής αντιπαραθέτει τον απόλυτο φυσικό νόμο προς τον ανθρώπινο, που είναι σχετικός προς ορισμένο τόπο και λαό. Ο δεύτερος αποτελεί τον τρόπο βίου μιας κοινωνίας και την κωδικοποίηση της συνήθειας του βίου σε ηθικό και δικαιικό σύστημα κανόνων. Σε αυτή τη βάση λοιπόν, ο θεωρούμενος νόμος ευνουχίζει την υπεραναβλύζουσα δυναμική του καλύτερου. Η υπεροχή του κρείττονος επί του ήττονος δικαιώνει τις αντίστοιχες κατανομές, όπως για παράδειγμα τις επιθετικές κινήσεις του Δαρείου και του Ξέρξη [ Απόστολος Πιερρής, Διάλογος περί Στρατηγικής ή ο Νόμος της Δύναμης στην Ιστορία].

Μεταφρ.:

«Γιατί ποια δικαιοσύνη επικαλούμενος ο Ξέρξης έκανε εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, ή ο πατέρας του εναντίον των Σκυθών; Και αναρίθμητα άλλα τέτοια παραδείγματα θα μπορούσε κανείς να πει. Αλλά πιστεύω ότι αυτοί σύμφωνα με την πραγματική φύση της δικαιοσύνης τα κάνουν αυτά, και
ναι, μα το Δία, σύμφωνα με το νόμο της φύσεως, αλλά ίσως όχι σύμφωνα με αυτόν τον οποίο εμείς έχουμε θεσπίσει. Διαπλάθοντας τους καλύτερους και τους πιο δυνατούς από εμάς, αφού τους παίρνουμε από τη νεαρή τους ηλικία, σαν λιοντάρια, τραγουδώντας τους ξόρκια και μαγεύοντάς τους, τους εξημερώνουμε και τους υποδουλώνουμε ισχυριζόμενοι ότι πρέπει να έχει κανείς ίσα με τους άλλους και ότι αυτό είναι το όμορφο και το δίκαιο. Ωστόσο, πιστεύω ότι εάν γεννηθεί ένας άνδρας που να έχει επαρκώς αναπτυγμένες τις φυσικές δυνάμεις του, αφού τα αποτινάξει και τα σπάσει και ξεφύγει από αυτά (τα δεσμά), και αφού καταπατήσει τις δικές μας γραπτές συμβάσεις
και τα τεχνάσματα και τα ξόρκια και όλους τους νόμους που αντιστρατεύονται τη φύση, και αφού ανυψωθεί θα αναδειχθεί εξουσιαστής μας ο δούλος και τότε θα λάμψει το δίκαιο της φύσης» [Πλάτων, Γοργίας 483e1-484b1]

Υπό την έννοια αυτή ο Καλλικλής υπερβαίνοντας τους νόμους της ανθρώπινης δικαιοσύνης, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί εντός της κοινωνίας, διατείνεται ότι κριτήριο της δικαιοσύνης στην πραγματικότητα είναι η εξουσία επί του πιο αδύναμου από τον πιο ισχυρό, αντίληψη την οποία ο Καλλικλής επιχειρεί να ενισχύσει με παραδείγματα αντλημένα από τη συμπεριφορά των ανθρώπων ( π.χ.: εισβολή των Δαρείου και Ξέρξη σε ξένα κράτη) και από τη συμπεριφορά των ζώων.

Ενώ παρακάτω συνεχίζει επικαλούμενος τον Πινδάρειο ύμνο στον φυσικό νόμο της υπέρτερης δύναμης:

«νόμος ὁ πάντων βασιλεὺς  θνατῶν τε καὶ ἀθανάτων· οὗτος δὲ δή, φησίν, –  ἄγει δικαιῶν τὸ βιαιότατον ὑπερτάτᾳ χειρί· τεκμαίρομαι ἔργοισιν Ἡρακλέος» [Πλάτων, Γοργίας 484b1]

Ο Καλλικλής, λοιπόν, προβαίνει στην υπεράσπιση της φύσεως έναντι του νόμου. Ωστόσο, ο Σωκράτης ήρεμα θα προσπεράσει τα ρητορικά τεχνάσματα του θρασύστομου σοφιστή, χωρίς όμως να το αρνείται, καθώς και ο ίδιος έκλεινε προς το μέρος της ολιγαρχικής παράταξης, με την παραδοχή οτι:

«Χαλεπόν γαρ, ώ Καλλίκλεις, και πολλού επαίνου άξιον εν μεγάλη εξουσία του αδικείν γενόμενον δικαίως διαβιώναι. Ολίγοι δε γίγνονται οι τοιούτοι (…) είς δε και πάνυ ελλόγιμος γέγονεν και εις τους άλλους Έλληνας, Αριστείδης ο Λυσιμάχου· οι δε πολλοί (…) κακοί γίγνονται των δυναστών.

«όντως είναι δύσκολο, Καλλικλή μου, κι άξιο πολλού επαίνου, να βρεθεί κάποιος, εξοπλισμένος με μεγάλη εξουσία και άνετη ευχέρεια στο ν’ αδικεί τους άλλους, όμως αυτός, παρα ταύτα, να προσέχει να διαχειρίζεται την εξουσία του με δικαιοσύνη (…) Είν’ αλήθεια πως μόνο λίγοι το κατάφεραν (…) Κι από τους Έλληνες μόνον ένας, που γι’ αυτό παρέμεινε, και μετά το θάνατό του, ονομαστός γι’ αυτήν την αρετή του, ο Αριστείδης, ο γιός του Λυσιμάχου. Ενώ το πλήθος όλων των άλλων εξουσιαστών ήταν αισχροί»

Εντούτοις, όπως αναφέρει ο ομότιμος καθηγητής της πολιτικής δικονομίας Κώστας Μπέης σε άρθρο του (Ο Πλατωνικός Γοργίας και η εποχή μας), σ’ αυτήν την απερίσκεπτη αλαζονεία είχε νωρίτερα εναντιωθεί ο Ηράκλειτος, καθώς, χωρίς να διαφωνεί, παραδεχόταν μεν πως «όλα διαπλάσσονται μέσ’ από διαπάλη, κι ανακατώνονται σαν τ’ ανταριασμένα νερά του ποταμού» όμως με την επισήμανση ότι οι εκάστοτε ισχυροί δεν είναι φρόνιμο να επαναπαύονται στην ισχύ τους, που από τη φύση της είναι άστατη και ανατρέψιμη, καθώς «οι αντιπαλότητες εναρμονίζονται μεταξύ τους διαμέσου συνεχών και απρόβλεπτων ανατροπών» κάτι που σημαίνει ότι οι ισχυροί, οι οποίοι σήμερα απερισκέπτως ανακυκλώνουν όσα οι ίδιοι, ως μόλις προχθές, υπέφεραν και καταπολεμούσαν, δεν θα ξεφύγουν στο μέλλον από τον ίδιο αδυσώπητο νόμο και της δικής τους φθοράς, «κατά την του χρόνου τάξιν».  

Εάν, λοιπόν, θέσουμε τις κοινωνικές εσωτερικές αντιπαλότητες από την Αζοφική ακροδεξιά σε βάρος των ρωσόφωνων πληθυσμών του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ και την εντεινόμενη κατάχρηση ισχύος από την πλευρά του ΝΑΤΟ στο Ευρασιατικό πεδίο, υπό το βλέμμα της ηρακλείτειας οπτικής, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τις απρόβλεπτες ανατροπές της επί οκταετίας υπάρχουσας κατάστασης με την παρέμβαση της Ρωσίας, κατά την ηρακλείτεια κοσμική τάξη. Μία διαπάλη η οποία μέσα από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες απηχεί στη λογική της ισχύος του γεωπολιτικού κόσμου.

Ωστόσο, η ολομέτωπη εισβολή της Ρωσίας σε βάρος της Ουκρανίας καθιστά και πάλι προβληματική την εναρμόνιση της κατάστασης, κατά το Ατλαντικό σύστημα ηγεμονίας, με αποτέλεσμα την επιβολή μιας σειράς οικονομικών κυρώσεων σε ρωσικούς οικονομικούς παράγοντες, που οδηγούν την παρηκμασμένη Ευρώπη να προσδένεται εξολοκλήρου πίσω από το ενεργειακό άρμα των ΗΠΑ.

Η εναρμόνιση μίας τέτοιας κατάστασης θα μπορούσε να επιτευχθεί υπό την προοπτική μίας ανθρωπογενούς σύμβασης, σύμφωνα με την Πρωταγόρια βούληση, η οποία καθιστά τον άνθρωπο ως μέτρο της όποιας σχετικής αλήθειας «όλων των πραγμάτων μέτρο» είναι ο άνθρωπος, αυτών που υπάρχουν ότι υπάρχουν κι αυτών που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν». (Πλάτων, Θεαίτητος, 172b),  καθώς ο νόμος για τον Πρωταγόρα εκ κατασκευής αποτελεί το «νομιζόμενον» κατά τ’ ανθρώπινα μέτρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ουδετεροποίηση της Ελλάδος, με την παράλληλη συνδρομή ανθρωπιστικής και μόνο βοήθειας προς τον δοκιμαζόμενο Ουκρανικό λαό, λόγω της πολιτισμικής Ορθόδοξης ταυτότητάς της χώρας μας με τη Ρωσία και την Ουκρανία και του έντονου ελληνικού στοιχείου στη Μαριούπολη από τη μία, αλλά και του γεωπολιτικού μας προσανατολισμού με τις ΗΠΑ από την άλλη, θα μπορούσε να μας εξασφαλίσει κατά το δυνατόν τα μέγιστα συμφέροντα. Αντιθέτως η στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας από την πλευρά της Ελλάδος σε βάρος της Ρωσίας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο με τη μέγιστη εξασφάλιση των συμφερόντων της χώρας μας από τη Δύση έναντι του Βαλκανομικρασιατικού γεωπολιτικού της πεδίου, κάτι που φαίνεται να κάνει σταθερά η Τουρκία. Στρατηγική που θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν, καθώς το μέλλον ανήκει στα κράτη που έχουν αυξημένο δυναμισμό επί του γεωπολιτικού τους χώρου.

Αντίστοιχα οι διαπραγματεύσεις της Ουκρανίας προς τη Ρωσία θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται κατά την αναλογία των δυνάμεων μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, όπως αυτή περιγράφεται στον Θουκυδίδη μεταξύ των Αθηναίων και των αρχόντων της Μύλου:

«ἐπισταμένους πρὸς εἰδότας ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν.» [Θουκυδ. 5.89.1]

Μεταφρ.: Αγγ. Βλάχου

«Ας συζητήσομε, όμως, για το τί είναι δυνατόν να γίνει έχοντας υπόψη τους πραγματικούς σκοπούς του καθενός και ξέροντας ότι, στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του.»

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει πως η κοσμική τάξη επιβάλει στα ανθρώπινα πράγματα ν’ ασκεί κανείς τόση δύναμη ώστε να μη καταντά τυραννία και αντίστοιχα τόση ευαισθησία  ώστε να μη φθάνει στα όρια της αδυναμίας, καθώς όπως μας λέει ο Ηράκλειτος «Ο ήλιος δεν θα ξεπεράσει τα μέτρα του, αλλιώς οι Ερινύες, οι θεραπαινίδες της δικαιοσύνης, θα τον ανακαλύψουν».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο