alexis-800x140

Φρήντριχ Χαίλντερλιν: «Προς τον Αιθέρα» Η άγνωστη αρχική πηγή του παντός

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Το ερώτημα για την προέλευση και την ουσία του κόσμου θα λέγαμε πως αποτελεί το έσχατο όριο των ερωτημάτων της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι πρώτοι έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι ήταν και αστρονόμοι, αναζήτησαν αυτό το έσχατο και αδιάσπαστο συστατικό της ουσίας του κόσμου, το οποίο διαπερνά τα πάντα, καταλήγοντας, όπως ο Πυθαγόρας, πως βασικό αίτιο της δημιουργίας των πάντων είναι ο «Αιθήρ» ωθούμενοι βεβαίως από προγενέστερες Ορφικές διδασκαλίες.

Στην ελληνική θεολογία, στον Ορφικό Ύμνο του αιθέρος διαβάζουμε πως ο Αιθήρ, ο οποίος φαίνεται από ψηλά και αποτελεί το άριστο στοιχείο του κόσμου, αποτελεί τον συστατικό σπινθήρα της ζωής για όλα τα ζωντανά πλάσματα.

   […πανδαμάτωρ, πυρίπνου, πᾶσι ζωοῖσιν ἔναυσμα,
ὑѱιφανὴς Αἰθήρ, κόσμου στοιχεῖον ἄριστον,…]  

Για τον σπουδαίο Γερμανό λυρικό ποιητή Φρήντριχ Χέλντερλιν «Hoelderlin» (1770 – 1843) ο οποίος έβλεπε τη γλώσσα ως μέγα κοσμογονικό βίωμα, υιοθετώντας έτσι στην ποίησή του αρχαιοελληνικά μέτρα, σε πληθώρα ποιημάτων του θα εκφράσει τη λατρεία του προς τη φύση, καθώς ο ίδιος πίστευε πως αυτή διαπνέεται εξ ολοκλήρου από θεϊκές ιδιότητες. Μία φύση εμψυχωμένη, η οποία προσιδιάζει στην φυσιοκρατική αντίληψη του Σπινόζα όπου τα πάντα προέρχεται από την ουσιώδη φύση των αντικειμένων, ή από τον Θεό/Φύση «Deus sive Natura».

Στο ποίημά του «Προς τον Αιθέρα» κυριαρχεί η αντίληψη πως το Σύμπαν διαπνέεται και διαποτίζεται από θεϊκές ουσίες. Μία θεία πνοή η οποία μυστικά συνέχει και κινεί τα πάντα. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο απευθύνεται αρχικώς ευλαβικά προς τον Πατέρα των πάντων τον οποίο αποκαλεί «Αιθέρα» καθώς αναγνωρίζει πως αποτελεί την Πεμπτουσία του κόσμου.

Αξίζει εδώ  να σημειώσουμε πως ο Πλάτωνας, εκτός από τα τέσσερα γνωστά στοιχεία του Κόσμου με τα οποία ασχολήθηκαν ενδελεχώς οι προσωκρατικοί – Γη, Αέρας, Πυρ και Ύδωρ – αναφέρει και τον Αιθέρα ως την πέμπτη ουσία, την «Πεμπτουσία» που είναι υπεραισθητή και διαπερνά τα πάντα. Μάλιστα στον «Κρατύλο» ετυμολογώντας την λέξη, μας λέει πως  παράγεται από «αεί θεί» που σημαίνει αυτό που κινείται συνεχώς. (Κρατύλος 410 b).

«τὸν δὲ αἰθέρα τῇδε πῃ ὑπολαμβάνω, ὅτι ἀεὶ θεῖ περὶ τὸν ἀέρα ῥέων ἀειθεὴρ δικαίως ἅν καλοῑτο»

Έτσι λοιπόν ξεκινώντας εγκωμιαστικά στο ποίημά του ο Χαίλντερλιν, απευθυνόμενος προς τον Αιθέρα θα πει:

«Εγκάρδια και πιστά κανείς απ’ τους θεούς και τους ανθρώπους,
Πατέρα Αιθέρα! Ω, δε μ’ ανάθρεψε καθώς Εσύ, η μητέρα
προτού στον κόρφο της με πάρει κι οι μαστοί της με ποτίσουν,
μ’ αγκάλιασες εσύ γλυκά κι έχυσες απαρχής εντός μου
το ουρανικό πιοτό, την άγια πνοή, στα σπλάχνα που βλασταίναν.
Τα πλάσματα με τις θροφές μόνο τις γήινες δεν τρανεύουν
γ’ αυτό τα θρέφεις όλα Εσύ με το νεχτάρι σου Πατέρα!
Και σφύζει, τρέχει κι αναδύεται το ζείδωρο τ’ αγέρι
σ’ όλους τους πόρους της ζωής απ’ την αιώνια πλησμονή Σου.[…]
Το φυτό, Εσένα, με τα μάτια του, Ουράνιε, δεν απογυρεύει;
Τα ντροπαλά τα χέρια του  ο θάμνος δεν τεντώνει κατά Σένα;
Εσένα ν’ ανταμώσει σπάει τη φλούδα του ο αλυσωμένος σπόρος,[…]»

 Ο Αιθέρας κατά συνέπεια για τον ποιητή είναι η πηγή των πάντων από τον οποίο απορρέει όλος ο κόσμος. Αυτή η λειτουργική μυστική σχέση της φύσης με τον Αιθέρα ενσταλάζεται στη συνείδηση του ποιητή ως μία εσώτερη βιωματική εμπειρία αγάπης και ενότητας.

«Μα τα καλότυχα πουλιά, του Αιθέρα, η μυστική αγάπη,
στον οίκο του, τον αναιώνιο, ζουν και παίζουν μ’ ευφροσύνη.[…]»

Αυτή η εσωτερική μεταμόρφωση, μέσα από την εμπειρία της ενότητας, θα λέγαμε πως προετοιμάζει τον ποιητή στο ξεπέρασμα του φόβου του θανάτου, καθώς τον ωθεί προς την αρχική ενότητα από την οποία νοιώθει αποκομμένος.

 «Σάμπως πατρίδα φιλική τα ουράνια
διανεύουν και στις Αλπικές βουνοκορφές να οδοιπορήσω
θα θελα, τον αετό να κράξω τον γοργόφτερο, από κείθε,
-σαν το πανόλβιο αγόρι, έναν καιρό, στην αγκαλιά του Δία-
απ’ τη σκλαβιά μακρυάθε, στου Αιθέρα τις Στοές να μ’ οδηγήσει.[…]
τι μοναχά στους εξαίσιους κήπους Σου ο πόθος θα σιγήσει. […]»

 Ο Πατήρ θεών και ανθρώπων για τον ποιητή συνδέεται με τον ομηρικό Δία. «σαν το πανόλβιο αγόρι, έναν καιρό, στην αγκαλιά του Δία». Σύμφωνα μάλιστα με τον Όμηρο στην Ραψωδία Ο΄ της Ιλιάδας διαβάζουμε:

«ἤτοι ἐγὼν ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν αἰεὶ
παλλομένων, Ἀΐδης δ᾽ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα,
Ζεὺς δ᾽ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι·»

Μεταφρ.

«και κλήρο ως ρίξαμε, στη θάλασσα την αφρισμένη πέφτει
να μένω εγώ για πάντα, κι έλαχε στον Άδη το σκοτάδι,
και πήρε ο Δίας τα ουράνια τ᾿ άσωστα με σύγνεφα κι αιθέρα»

 Ενώ στην Ραψωδία Π΄:

«ὡς δ’ ὅτ’ ἀπ’ Οὐλύμπου νέφος ἔρχεται οὐρανὸν εἴσω
αἰθέρος ἐκ δίης, ὅτε τε Ζεὺς λαίλαπα τείνηι, (365)»

Μεταφρ.

«Και ως κάποτε εις τον ουρανόν του Ολύμπου απ’ τον αιθέρα
νέφος προβαίνει, όταν ο Ζευς θα φέρει ανεμοζάλην.»

Βλέπουμε λοιπόν πως ο αιθέρας είναι  το βασικό αίτιο της δημιουργίας των πάντων, καθώς η ενότης  του αρχικού «Είναι» στην εκδήλωσή του, δηλαδή στο χωρόχρονο, επέρχεται δια μέσου της ουσίας του. Ο Σοφοκλής στο έργο του Οιδίπους Τύραννος μας λέει πως οι θεϊκοί νόμοι είναι αιώνιοι και ακατάλυτοι «αιθερογέννητοι» και ανάγουν την καταγωγή τους στον Όλυμπο.

Στην α ́ στροφή του Β ́ στασίμου (Ο.Τ.863-71) ο Σοφοκλής επανέρχεται στην έννοια του άγραφου θεϊκού νόμου. Ενώ ο θεός του τελευταίου στίχου δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Δία.

«ΧΟ. εἴ μοι ξυνείη φέροντι μοῖρα τὰν [στρ. α] εὔσεπτον ἁγνείαν λόγων
865ἔργων τε πάντων, ὧν νόμοι πρόκεινται
ὑψίποδες, οὐρανίᾳ ᾽ν
αἰθέρι τεκνωθέντες, ὧν  Ὄλυμπος
πατὴρ μόνος, οὐδέ νιν
θνατὰ φύσις ἀνέρων
870ἔτικτεν, οὐδὲ μήποτε λά-
θα κατακοιμάσῃ·
μέγας ἐν τούτοις θεός, οὐδὲ γηράσκει.»

Μεταφρ.

«ΧΟΡ. Ας μ᾽ αξιώσει η μοίρα μου [στρ. α]
ο σεπτός Σεβασμός να στεριώσει
τα έργα και τους λόγους μου για πάντα.
Νόμοι βαθύρριζοι τα θέμελά τους,
τέκνα των ουρανών αιθερογέννητα,
έχουν μοναδική πατρίδα τους τον Όλυμπο·
φύση θνητή δεν τους εγέννησε
(870) και δεν βυθίζονται ποτέ
στης λησμονιάς τον ύπνο.
Μέγας θεός, αγέραστος, τους εμψυχώνει.»

Για να ξαναεπιστρέψουμε όμως στο ποίημα. Παρόλο που ο ποιητής αισθάνεται το έλλειμμα της αρχικής ενότητας, εγκαταλελειμμένος στην ένδεια και στη φθαρτότητα της γήινης ζωής, βιώνοντάς την ως σκλαβιά «απ’ τη σκλαβιά μακρυάθε, στου Αιθέρα τις Στοές να μ’ οδηγήσει» μία στιγμή από το θρόισμα ενός δέντρου αρκεί για να επιτύχει ξανά αυτήν την εκστατική μέθεξη της μυστικής ενότητας με το θείο.

«Μα τη στιγμή που ορέγομαι τα θαμπωμένα μάκρη πέρα,
Όπου τους άγνωστους γιαλούς με το γλαυκό το κύμα ζώνεις,
με θρόους κατηφορίζεις απ’ τις άνθινες κορφές του δέντρου,
Πατέρα Αιθέρα, και την ποθόφλογη καρδιά μου γαληνεύεις
και ζω και τώρα πρόσχαρα, όπως πριν, με τους ανθούς της γης μου».

2 Σχόλια

  • Dr. Konstantinos Tsapakidis
    Posted 22 Ιανουαρίου 2020 14:47 0Likes

    Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την καταπληκτική αναλυση-παρουσιαση του ποιήματος και την απλόχερα μετάδοση της σε εμάς τους υπέρμετρα ευγνώμονες!

  • Γιώργος Αναγνωστόπουλος
    Posted 28 Ιανουαρίου 2020 12:41 0Likes

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, να είστε καλά.

Αφήστε ένα σχόλιο