Φραντζέσκο και Σοφία. Οι Ιταλοί γείτονες του διπλανού διαμερίσματος.

της Γιώτας Αγαπητού

Ένα πιάτο από τα λιγοστά που υπάρχουν ακόμα στην κουζίνα προσγειώνεται με δύναμη στα πόδια του γεροδεμένου άντρα. Απέναντί του μία γυναίκα που θυμίζει λυσσασμένη γάτα είναι έτοιμη να του ορμίσει, θέλοντας να του χαρακώσει το πρόσωπο. Οι φωνές τους ακούγονται μέχρι κάτω στη λεωφόρο. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας τους έχουν πια μάθει, αφού δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φραντζέσκο με την γυναίκα του, τη Σοφία, μαλώνουν για ένα ασήμαντο λόγο.

Το ζευγάρι κατοικεί σε αυτό το διαμέρισμα της οδού West Street and North στη Δυτική πλευρά του Μανχάταν από την πρώτη σχεδόν στιγμή που ήρθαν στη Νέα Υόρκη. Ιταλοί μετανάστες με καταγωγή από την πόλη San Vico Lo Cappo της Δυτικής Σικελίας. Οι δυο τους, όπως και χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες τους, ταξίδεψαν ως την Αμερική για ν’ αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Όπως έκαναν σχεδόν όλοι οι Ιταλοί μετανάστες που ξενιτεύτηκαν με την ελπίδα να δουλέψουν κάποια χρόνια σκληρά, μαζεύοντας χρήματα κι αν όλα πήγαιναν καλά να γυρίσουν πίσω για να συνεχίσουν τη ζωή που άφησαν δίπλα σε συγγενείς και φίλους.

Ο Φραντζέσκο και η Σοφία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον ίδιο τόπο. Γνωρίζονταν από παιδιά. Οι γονείς τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να θρέψουν τις πολυμελείς οικογένειές τους ασχολούνταν με το ψάρεμα και την καλλιέργεια των χωραφιών τους, που βρίσκονταν στους πρόποδες των δύο βουνών που αγκάλιαζαν τη μικρή πόλη. Δυστυχώς όμως επειδή ο ιταλικός νότος ήταν μία περιοχή φτωχή, από το 1870 πολλοί κάτοικοί της αναγκάστηκαν να περάσουν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, αναζητώντας μία καλύτερη ζωή.

Ο Ενρίκο Ντονάτο και η γυναίκα του Αγκουστίνα, καθώς ήταν φανατικοί καθολικοί, είχαν αποκτήσει δέκα παιδιά, τα οποία όμως ίσα ίσα μπορούσαν να τα θρέψουν. Ο Φραντσέσκο ήταν το μεγαλύτερο αγόρι της οικογένειας. Το δημοτικό σχολείο κατάφερε να το τελειώσει με μεγάλη δυσκολία, ενώ παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του καθημερινά στις αγροτικές δουλειές. Όταν άρχισαν να μεταναστεύουν κάτοικοι από την ευρύτερη περιοχή της Σικελίας, εκείνος ονειρευόταν ότι κάποια στιγμή θα κατάφερνε να ξενιτευτεί. Η φτώχεια που έβλεπε γύρω του τον έπνιγε αφάνταστα. Τα νέα που ερχόταν από τη Νέα Χώρα έδειχναν ότι οι ευκαιρίες για να βγάλεις χρήματα ήταν πολλές, αρκεί να ήσουν εργατικός. Ο Φραντσέσκο ήταν ένα έξυπνο και γεροδεμένο παλικάρι που θα μπορούσε να πετύχει. Γνώριζε όμως καλά ότι οι γονείς του θ’ αντιδρούσαν στην απόφασή του αυτή, γιατί χρειάζονταν χέρια για τα χωράφια και το ψάρεμα. Ωστόσο, αυτό ένιωθε ότι ήταν άδικο για κείνον, μιας και υπήρχαν άλλα τέσσερα αρσενικά παιδιά που θα μπορούσαν ν’ αρχίσουν να προσφέρουν κι αυτά τη βοήθειά τους στην οικογένεια. Άλλωστε  δεν είχε σκοπό να φύγει άμεσα. Πρώτα όμως έπρεπε να τακτοποιήσει το μοναδικό θέμα που τον κρατούσε πίσω. Ο Φραντσέσκο, που τώρα πια ήταν είκοσι δύο χρονών, εδώ και πέντε χρόνια συναντιόταν κρυφά με την κόρη του Φεντέλ και της Βερονίκης Μανσίνι. Μιας οικογένειας που σχεδόν όπως όλες οικογένειες της περιοχής είχε πολλά παιδιά και αμέτρητη φτώχια. Ήταν και κείνοι αυστηροί καθολικοί που ακολουθούσαν κατά γράμμα τις εντολές της εκκλησίας. Η Σοφία ήταν σχεδόν πέντε χρόνια μικρότερη από τον Φραντσέσκο. Μία πληθωρική έφηβη ιταλίδα με μεγάλα μαύρα μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά που άνθιζε μέσα στη φτώχια, όπως ανθίζουν τα όμορφα αγριολούλουδα μέσα στη λάσπη. Ο Φραντσέσκο της είχε μιλήσει άπειρες φορές για τ’ όνειρό του να ταξιδέψουν μαζί στην Αμερική για να μπορούν να έχουν μία καλύτερη μοίρα από τους δικούς τους, μακριά από τη φτώχεια και την καταπίεση της μικρής τους κοινωνίας. Την έκανε να ονειρεύεται ένα ζεστό σπιτικό με όλες τις ανέσεις, όπου αυτή σαν αρχόντισσα θ’ αφέντευε, φροντίζοντας τα παιδιά που θα έφερναν στον κόσμο. Ενώ εκείνος θα έκανε τα πάντα για να μη τους λείψει τίποτα. Η Σοφία τον άκουγε μαγεμένη, καθώς δεν είχε ακούσει ποτέ της και από κανέναν τόσο όμορφα λόγια. Άλλωστε εκείνος ήταν το πρώτο και μοναδικό αγόρι που είχε συνδεθεί πλατωνικά και γοητεύονταν από τις τόσο όμορφες υποσχέσεις του. Το μόνο εμπόδιο στα σχέδιά τους τώρα που εκείνη σχεδόν ενηλικιώνονταν ήταν οι γονείς τους. Παρόλα αυτά ήταν αποφασισμένοι να μιλήσουν στους δικούς τους για να πάρουν την ευλογία τους και την ευλογία της αυστηρής καθολικής εκκλησίας. Όταν τους το ανακοίνωσε, εκείνοι δέχτηκαν, καθώς τους υποσχέθηκε ότι δε θα τους φόρτωνε μ’ ένα ακόμα στόμα, αλλά και ότι σαν μεγαλύτερος γιος θα συνέχιζε να στηρίζει την πατρική του οικογένεια μέχρι να παντρευτούν οι δύο μικρότερες αδερφές του, μιας και οι τρεις μεγαλύτερες εδώ και λίγα χρόνια είχαν στήσει τα δικά τους σπιτικά.

Για τη Σοφία τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Η οικογένειά της είχε εφτά κορίτσια ανύπαντρα και τόσες προίκες δεν υπήρχαν για να δοθούν. Χάρηκαν, λοιπόν, πολύ όταν ο Φραντσέσκο Ντονάτο τους διαβεβαίωσε ότι δε θα ζητούσε προίκα. Άλλωστε είχε αποφασίσει μετά το γάμο να έφευγαν με τη Σοφία για την Αμερική. Έτσι, λοιπόν, οι δύο οικογένειες, αφού έδωσαν τα χέρια μία ηλιόλουστη Κυριακή του Απρίλη του 1905, με τις ευλογίες της καθολικής εκκλησίας οι δύο νέοι παντρεύτηκαν στο ναό της Santa Famiglia.

Το πρώτο διάστημα το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο πατρικό του Φραντσέσκο. Σ’ ένα μικρό σπίτι φτιαγμένο από πέτρα και λάσπη θα στριμωχνονταν έντεκα άτομα, ενώ η Σοφία ήλπιζε καθημερινά ότι πλησίαζε η μέρα που θα έφευγαν για πάντα από τη Σικελία. Οι μήνες κυλούσαν γρήγορα με τον Φραντσέσκο να δουλεύει σκληρά για να μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα για το ταξίδι. Είχε αποφασίσει ότι καλύτερα θα ήταν να έφευγε πρώτα εκείνος για να μπορέσει πιο εύκολα να εγκατασταθεί, βρίσκοντας παράλληλα δουλειά και στη συνέχεια να έστελνε χρήματα στη γυναίκα του για να πάει κοντά του. Στην αρχή αν και η Σοφία αντέδρασε μετά από φασαρίες και αμέτρητα δάκρυα συμφώνησε.

Το Νοέμβριο του 1905 ο Φραντσέσκο θα σαλπάρει με το πλοίο «Ντεβίλ» για τη Νέα Υόρκη, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του που ήταν τριών μηνών έγκυος. Το ταξίδι μεγάλο και κουραστικό. Διήρκησε σχεδόν ένα μήνα. Στο αμπάρι του πλοίου ήταν στοιβαγμένοι άνθρωποι που αναζητούσαν μια καλύτερη ευκαιρία για τη ζωή τους. Οικογένειες με παιδιά σχεδόν κάθε ηλικίας κουβαλούσαν μπόγους κι ελπίδες. Άντρες και γυναίκες που ήταν  αποφασισμένοι να κάνουν πατρίδα τους την Αμερική. Στο ταξίδι αυτό ο Φραντσέσκο γνώρισε δύο άντρες σχεδόν συνομήλικούς του. Τον Σένσιο και τον Σαλβέστρο, που ήταν κι αυτοί από τα μέρη της Σικελίας. Οι τρεις νέοι έκαναν σχέδια για τη νέα τους ζωή. Εξάλλου, οι δυο τους είχαν γνωστούς στο Μανχάταν που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν γι’ αρχή. Σχέδια που θα γινόταν πραγματικότητα μόνο αν και εφόσον κατάφερναν να πάρουν την πολυπόθητη έγκριση από το νησί Έλις. Ωστόσο οι τρεις τους αγωνιούσαν, όπως και όλοι όσοι ήταν μέσα στο καράβι, γιατί αυτό το μέρος το συνόδευαν άσχημες ιστορίες γι’ ανθρώπους, οι οποίοι στην απελπισία τους που δεν τα κατάφεραν τελικά αυτοκτόνησαν, πηδώντας στα παγωμένα νερά του λιμανιού.

Δεκέμβριος του 1905 και το πλοίο ρίχνει άγκυρα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Ο κόσμος έχει βγει στο κατάστρωμα κοιτάζοντας μαγεμένος την πόλη. Λίγες εβδομάδες χωρίζουν αυτούς τους ανθρώπους από το να διεκδικήσουν μία καλύτερη ζωή. Ο Φραντσέσκο, αν και νιώθει αφάνταστα αγχωμένος, ελπίζει ότι τελικά θα τα καταφέρει. Η ιδέα ότι μπορεί να τον στείλουν πίσω τον τρελαίνει. Οι ημέρες κυλούν αρκετά γρήγορα και είναι φορτωμένες με ιατρικές εξετάσεις και ελέγχους. Μετά από ένα μήνα παίρνει την πολυπόθητη έγκριση, ενώ έχει αποφασίσει ν’ αναζητήσει δουλειά στη Νέα Υόρκη. Επειδή όμως δε θέλει να ξοδέψει πολλά χρήματα γι’ αυτό και τα πρώτα βράδια του τα περνάει σ’ ένα παγκάκι στον μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Δυστυχώς οι φίλοι και συνταξιδιώτες του δεν τα κατάφεραν. Λίγο πριν αναχωρήσει από το νησί Έλις τους είδε να τρέχουν σαν κυνηγημένοι και από πίσω τους οι αστυνομία να προσπαθεί να τους συλλάβει. Ο Φραντσέσκο δεν ήθελε μπλεξίματα με το νόμο. Εξάλλου είχε δώσει μία υπόσχεση λίγο πριν φύγει στην οικογένειά του.

Μετά από αρκετές μέρες περιπλάνησης στην πόλη τα βήματά του θα τον οδηγήσουν έξω από ένα κρεοπωλείο, στην τζαμαρία του οποίου κρεμόταν μία πινακίδα γραμμένη στα αγγλικά και τα ιταλικά που έγραφε «Ζητείται εργάτης, πληροφορίες εντός του καταστήματος». Ο Φραντσέσκο ένιωσε ότι ίσως ήταν αυτό που αναζητούσε. Πήρε μία βαθιά ανάσα και σαν γνήσιος καθολικός, αφού έκανε πρώτα το σταυρό του, πέρασε την πόρτα του καταστήματος. Ιδιοκτήτης του κρεοπωλείου ήταν ο Φελίππε Γκέρα. Ένας μεσήλικας που είχε φτάσει από την Ιταλία στην Αμερική πριν είκοσι χρόνια. Από την πρώτη κιόλας στιγμή οι δύο άντρες ένιωσαν να συμπαθιούνται. Ο Φελίππε στο πρόσωπο του Φραντσέσκο αντίκρισε τον εαυτό του στα πρώτα του βήματα, γι’ αυτό κι αποφάσισε για να τον βοηθήσει να του δώσει τη δουλειά, ενώ παράλληλα αν ήθελε θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει μέχρι να βρει το δικό του σπίτι. Ο Φελίππε έμενε με την Τρίτη σύζυγό του, την Ολίβια. Μία συνομήλικη του γυναίκα από το Λίβερπουλ της Αγγλίας. Όπως του εξομολογήθηκε οι δύο προηγούμενες γυναίκες του ήταν ιταλίδες και πιστές καθολικές. Αυτή η προσήλωση τους στους αυστηρούς κανόνες της εκκλησίας τον έπνιγε, μιας και κείνος δεν πίστευε στις θρησκείες. Από τις δύο αυτές γυναίκες είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά. Οκτώ κορίτσια και τέσσερα αγόρια που τα υπεραγαπούσε. Αγαπούσε όμως και την ελευθερία του. Γι’ αυτό και βρήκε μία γυναίκα που δεν είχε εμμονές με τα θεία. Σύντομα ο Φραντσέσκο κατάφερε με τα λεφτά που έβγαζε να νοικιάσει ένα διαμέρισμα στην οδό West Street and North στη Δυτική πλευρά του Μανχάταν, ενώ το μαγαζί που εργαζόταν βρισκόταν στη Λεωφόρο Λενόξ μεταξύ  της 113ης και 114ης οδού στο Νότιο Χάρλεμ στο Ούπερ του Μανχάταν, εκεί όπου υπήρχαν μία σειρά από κρεοπωλεία. Στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει ονειρευόταν ότι θα ζούσε με τη Σοφία και το παιδί τους. Όμως όλο αυτό το διάστημα από το Νοέμβριο του 1905 που σάλπαρε για την Αμερική είχαν περάσει πάνω από έξι μήνες και ο Φραντσέσκο δεν είχε στείλει ούτε ένα γράμμα στους δικούς του. Δούλευε πολύ για να μαζέψει χρήματα και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του περιτριγύριζε στους δρόμους, ανακαλύπτοντας τις ομορφιές τις μεγαλούπολης.

Η Σοφία όσο περνούσε ο καιρός, απογοητευμένη από τον Φραντσέσκο, ένιωθε ότι τελικά την ξέχασε. Έβλεπε γυναίκες μόνες να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, γιατί οι άντρες τους είχαν μεταναστεύσει και θλίβονταν. Οι γονείς της σχεδόν κάθε μέρα γκρίνιαζαν, γιατί ζούσαν μαζί της τα όσα περνούσε, ενώ τα πεθερικά της μάταια προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν το γιο τους, αν και οι ίδιοι είχαν απογοητευτεί από την αθέτηση των υπόσχεσεών του. Η Σοφία κόντευε να γεννήσει όταν επιτέλους έλαβε ένα γράμμα με κάποια χρήματα για το ταξίδι της από τον Φραντσέσκο. Αυτό όμως δεν τη χαροποίησε. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να γεννήσει με το καλό το παιδί της. Όσο κι αν την πίεζαν και οι δύο οικογένειες εκείνη είχε αποφασίσει ότι θα ταξίδευε για την Αμερική μόνο όταν θα ένιωθε ότι το μωρό της θα μπορούσε να κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Ένα όμορφο και ηλιόλουστο μεσημέρι στις αρχές του καλοκαιριού έφερε στον κόσμο τον γιο της.  Του έδωσε τ’ όνομα Ροντόλφο. Στον άντρα της δεν έγραψε τίποτα, εκείνος όμως το έμαθε από ένα γράμμα που έλαβε κρυφά από τους γονείς τους. Όταν η Σοφία αποφάσισε ν’ αλληλογραφήσει στον άντρα της ήδη είχε περάσει ένας χρόνος από την ημέρα που εκείνος έφυγε. Του έγραψε ότι θεωρούσε πως ήταν πια έτοιμη για κείνο το ταξίδι. Τότε αυτός για μία ακόμα φορά της έστειλε χρήματα για τα ναύλα.

Τον Φεβρουάριο του 1907 η Σοφία με τον Ροντόλφο με το υπερωκεάνιο «Agosti» έφυγαν για την Αμερική. Ένα ταξίδι το οποίο το φανταζόταν τελείως διαφορετικό. Έπρεπε όμως να είναι δυνατή για το παιδί της. Μαζί της κουβαλούσε δύο μπόγους που ήταν γεμάτοι με τ’ απαραίτητα για εκείνο. Όλα όσα θα ζούσε μέσα στο αμπάρι του πλοίου θα τη στοίχειωναν για μια ολόκληρη ζωή. Κοινές μνήμες όλων των ανθρώπων που στοιβάχτηκαν σ’ ανήλιαγα αμπάρια καραβιών, ελπίζοντας να βιώσουν τ’ όνειρο για μια καλύτερη ζωή σε μία χώρα που στις αρχές της θύμιζε για κάποιους τις Σειρήνες από την Οδύσσεια του Ομήρου…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο