Φραντζέσκο και Σοφία – «Η κοινή τους ζωή στη Νέα Υόρκη»

της Γιώτας Αγαπητού

Το ταξίδι για τη Νέα Υόρκη δεν ήταν εύκολο για την Σοφία και το γιο της, που τις περισσότερες μέρες έμενε ξάγρυπνο γιατί ήταν άρρωστο. Αν και φοβόταν πολύ για την υγεία του, η νεαρή μάνα δεν τολμούσε να ζητήσει από κανέναν βοήθεια. Παρόλο που έκανε αυτό το ταξίδι για να συναντήσει τον Φραντσέσκο, τον άντρα που είχε παντρευτεί από έρωτα και από ένα νεανικό αυθορμητισμό, τώρα που είχε περάσει ο καιρός η απόσταση την είχε βοηθήσει να καταλάβει ότι το μόνο που τους ένωνε πραγματικά ήταν το παιδί τους. Η καρδιά της ήταν ψυχρή και άδεια για κείνον. Δεν μπορούσε όμως να εξομολογηθεί σε κανέναν τα αισθήματά της. Ήλπιζε βαθιά μέσα της πως όταν θα τον ξανάβλεπε θα ένιωθε και πάλι ερωτευμένη. Τις περισσότερες φορές κοίταζε γύρω της, όταν το παιδί της κατάφερνε λίγο να κοιμηθεί, τις άλλες γυναίκες της τρίτης θέσης, που σαν κι εκείνη είχαν το θάρρος να κάνουν ένα τόσο μακρινό ταξίδι, πηγαίνοντας με τα παιδιά τους να συναντήσουν τον άντρα τους που τους είχε τάξει μία καλύτερη ζωή. Αυτό της έδινε κουράγιο, καθώς αντάλλαζε κάποιες λιγοστές κουβέντες μαζί τους.

Επιτέλους, μετά από αμέτρητες μέρες ταξιδιού στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού ρίξανε άγκυρα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Δυστυχώς όμως το ταξίδι τους δεν τελείωνε εκεί. Έπρεπε να μείνουν ένα μήνα, όπως όλοι οι άνθρωποι που έφταναν στο νησί Έλις, για να πάρουν μετά από μία σειρά εξετάσεων την πολυπόθητη έγκριση παραμονής τους στην Αμερική. Η Σοφία φοβόταν ότι εξαιτίας του μωρού της θα την έστελναν πίσω. Δεν ήθελε όμως ν’ απογοητεύεται. Πίστευε πως αν γινόταν αυτό ίσως να ήταν και για καλό. Οι μέρες που πέρασε στο νησί Έλις ήταν βασανιστικές. Ευτυχώς ο μικρός Ροντόλφο ήταν απόλυτα υγιής και τελικά πήραν οι δυο τους την έγκριση παραμονής τους στη «Γη της Επαγγελίας».

Όταν ο Φραντσέσκο συνάντησε μετά από πολλούς μήνες τη Σοφία με δυσκολία την αναγνώρισε. Το σώμα της από την εγκυμοσύνη είχε αλλάξει, ενώ το πρόσωπό της είχε χάσει τη νεανική του φρεσκάδα, λόγω της μητρότητας. Παρόλα αυτά όμως, τώρα πια ήταν μία πολύ γοητευτική γυναίκα, που το κάθε άγγιγμα του χρόνου επάνω της τής προσέθετε σε ομορφιά. Όμως και η Σοφία συνάντησε έναν διαφορετικό Φραντσέσκο, γοητευτικό, ντυμένο με όμορφα μοντέρνα ρούχα, που δε θύμιζε καθόλου το αγόρι που είχε ερωτευτεί στο Σαν Βίκο Λο Κάπο. Αυτό τους φόβισε στην αρχή για λίγο, γιατί θα έπρεπε και πάλι από την αρχή να ξαναανακαλύψουν ο ένας τον άλλο. Καθ’ όλη τη διαδρομή μέσα στο τρένο προς το διαμέρισμα της οδού West Street and North στη Δυτική πλευρά του Μανχάταν, δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα.

Ο Φραντσέσκο καθισμένος απέναντι από τη γυναίκα του και το παιδί τους τούς κοίταζε σιωπηλός. Ο νεαρός άντρας βλέποντας τον μικρό Ροντόλφο να κοιμάται γαλήνιος στην αγκαλιά της μάνας του συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι δεν ένιωθε τίποτα για εκείνον. Ίσα ίσα που τώρα πια καταλάβαινε   μέσα του πόσο βιαστική ήταν η απόφασή του να παντρευτεί. Η σκέψη αυτή του προκαλούσε ντροπή, αλλά και φόβο, καθώς βρισκόταν αντιμέτωπος με μία πραγματικότητα που όσο καιρό ζούσε μόνος του δεν την είχε αντιληφθεί. Από εκείνη τη στιγμή θα έπρεπε να μάθει να συμβιώνει με μία γυναίκα που πρωταρχική της σκέψη θα ήταν το παιδί τους και κείνος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα. Έκανε μία άγαρμπη κίνηση να χαϊδέψει τ’ απαλά μαύρα μαλλάκια του, όμως αποτραβήχτηκε απότομα. Αισθάνθηκε ότι αυτό το μωρό προστίθονταν σαν ένα μεγάλο βαρίδιο στα σχέδια του.

Φτάνοντας επιτέλους στο διαμέρισμά τους η Σοφία ένιωσε μία βαθιά απογοήτευση για το χώρο. Το μεγάλο φωτεινό σπίτι που ονειρευόταν ότι θα φιλοξενούσε την οικογένειά της και θα έφερνε την ευτυχία έτσι όπως της είχε τάξει ο Φραντσέσκο πριν παντρευτούν, δυστυχώς ήταν ένα μικρό και στενάχωρο διαμέρισμα με δύο δωμάτια και μια παλιά κουζίνα, όπου θα έπρεπε να ζουν στριμωγμένοι εκείνοι και τα όνειρά τους. Το κρύο μέσα στο διαμέρισμα ήταν τσουχτερό κι αυτή για μία ακόμα φορά φοβόταν για την εύθραυστη υγεία του παιδιού της. Ο Φραντσέσκο την κοίταζε αμήχανος χωρίς να ξέρει πώς να τη βοηθήσει, καθώς προσπαθούσε να βρει τρόπους για να κρατήσει το παιδί της ζεστό μέσα στο σπίτι. Το ζευγάρι το πρώτο βράδυ δεν αντάλλαξε παρά τις απαραίτητες τυπικές κουβέντες, μιας και κανένας από τους δυο τους δεν είχε διάθεση για εξηγήσεις.

Οι πρώτες μέρες στο νέο σπίτι για την Σοφία ήταν μέρες προσαρμογής. Το μωρό της, λόγω της αλλαγής περιβάλλοντος, είχε σταματήσει να τρώει. Ο Φραντσέσκο τις περισσότερες ώρες της ημέρας έλλειπε από το σπίτι, αφήνοντάς τους μόνους. Αυτό έκανε την Σοφία να νιώθει αφάνταστη θλίψη και να γυρίζει μέσα στο διαμέρισμα σαν αγρίμι σε κλουβί. Όταν κοιμόταν το μωρό εκείνη καθόταν στο παράθυρο και κοίταζε έξω στο δρόμο. Τώρα πια δεν ήταν μόνη της. Έπαιρνε δύναμη από το γιο της, για να μπορεί ν’ αντέχει έναν σύζυγο που δεν της εξηγούσε με σαφήνεια πού ήταν και τι ακριβώς έκανε όταν έλλειπε. Τις λιγοστές φορές τις οποίες μετά από δική της πίεση αποφάσισε να της μιλήσει, της είπε ελάχιστα πράγματα, ενώ της είχε απαγορεύσει να βγαίνει έξω από το διαμέρισμα από φόβο μήπως χαθεί στους πολύβουους δρόμους της μεγαλούπολης. Με τον καιρό η υπομονή της άρχισε να εξαντλείται. Είχαν περάσει σχεδόν τρεις μήνες και η Σοφία αισθανόταν  ότι κάτι της έκρυβε. Εξάλλου, κυκλοφορούσαν άσχημες φήμες στη Σικελία για τη ζωή που έκαναν στην Αμερική οι Ιταλοί μετανάστες. Φοβόταν μήπως ο άντρας της είχε μπλέξει σε κάποια παράνομη συμμορία και αργά ή γρήγορα θα έμπαινε σε κίνδυνο η ζωή και η ασφάλεια τόσο η δική του όσο και όλης της οικογένειας. Ο Φραντσέσκο λες και το έκανε από πείσμα, δεν ήθελε να της λέει σχεδόν τίποτα. Η Σοφία πίστευε ότι αυτός ήταν ένας τρόπος που βρήκε για να τη βασανίζει. Σύντομα άρχισαν μέσα στο σπίτι να ξεσπούν καυγάδες για το παραμικρό. Αυτός, προσπαθώντας να κατευνάσει τα νεύρα της, τις Κυριακές που δε δούλευε τους έπαιρνε και τους πήγαινε βόλτα για φαγητό και παγωτό στην πόλη. Αυτές οι στιγμές έκαναν την Σοφία να νιώθει έστω και για λίγο ότι ίσως ήταν μία ευτυχισμένη οικογένεια. Τις καθημερινές όμως, που η ρουτίνα κάλυπτε το μικρό τους διαμέρισμα, αυτή στενοχωριόταν που έβλεπε τον άντρα της ν’ αποφεύγει το γιο τους. Όταν γύριζε τα βράδια στο σπίτι, προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες, σπάνια τον έπαιρνε αγκαλιά κι έπαιζε μαζί του, σαν να φοβόταν μήπως και δεθεί, αφού όσο μεγάλωνε ο Ροντόλφο έμοιαζε όλο και πιο πολύ στη Σοφία, για την οποία με τον καιρό δεν ήξερε τι πραγματικά ένιωθε.

Παρόλο που της είχε απαγορεύσει να βγαίνει έξω μονή με το παιδί, εκείνη άρχισε σιγά σιγά να πηγαίνει κρυφά στα μπακάλικα της γειτονιάς και να χαζεύει στους πάγκους των μικροπωλητών. Αν και δεν ήξερε κανέναν, δεν ένιωσε ούτε για μια στιγμή μόνη της σ’ αυτή την πόλη. Από την πολυκατοικία μετά από λίγο καιρό γνώρισε την Ιρίνα, μία Ρωσίδα μετανάστρια, την Ασλί από την Παλαιστίνη και την Έλεν από την Αγγλία. Γυναίκες από διαφορετικές γωνιές και κουλτούρες της γης, που όμως τη στιγμή της γνωριμίας τους της ένωνε μία κοινή μοίρα. Αν και δε μιλούσαν την ίδια γλώσσα, κατά ένα παράδοξο τρόπο μπορούσαν να επικοινωνούν και να στηρίζουν η μία την άλλη. Εξάλλου είχαν ένα ακόμα κοινό σημείο αναφοράς που τις ένωνε, ήταν μητέρες.

Δυστυχώς η σχέση της Σοφίας με τον Φραντσέσκο μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολη και προβληματική, ενώ διαπίστωναν και οι δυο τους πόσο διαφορετικοί χαρακτήρες ήταν τελικά. Αν και κείνος φρόντιζε να μη στερείται τίποτα η οικογένειά του, αυτή ένιωθε ότι στην πραγματικότητα ο άντρας που κάποτε είχε ερωτευτεί στη Σικελία ήταν απών από τη ζωή τη δική της και του παιδιού της. Συνεχώς μάλωναν, εκείνη ούρλιαζε και με τα νύχια της χαράκωνε το σώμα του. Ο Ροντόλφο σχεδόν καθημερινά γινόταν θεατής ενός δράματος που δεν είχε τέλος.

Μετά από τέσσερα χρόνια η Σοφία έμεινε και πάλι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Το γεγονός αυτό έκανε τον Φραντσέσκο να πιστεύει ότι η γυναίκα του θα ηρεμούσε. Πράγματι, καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκείνη προσπαθούσε να είναι ήρεμη για το καλό του παιδιού που κουβαλούσε στα σπλάχνα της, ενώ αυτός καθημερινά όταν γύριζε στο σπίτι συνεχώς τη διαβεβαίωνε ότι δεν είχε πλεχτεί σε παράνομες δουλειές. Δυστυχώς όμως αυτή συνέχιζε να μην τον πιστεύει, γι’ αυτό και δεν του έδειχνε εμπιστοσύνη. Οι μήνες της εγκυμοσύνης πέρασαν σχετικά γρήγορα. Η Σοφία με τη βοήθεια των γυναικών που είχε γνωρίσει, ένα φθινοπωρινό βράδυ του Οκτώβρη του 1909 έφερε στον κόσμο την κόρη της, την Αγριππίνα. Ένα υγιέστατο μωρό που έμοιαζε πολύ στον άντρα της. Για μία ακόμα φορά, όταν εκείνος πρωτοαντίκρισε την κόρη του πάγωσε κι αυτό τον έκανε να νιώθει αφάνταστη μελαγχολία, αλλά και ντροπή που τα παιδιά του δεν του προξενούσαν καμία χαρά. Πολλές φορές αισθανόταν φυλακισμένος μέσα στην οικογένεια που είχε ονειρευτεί και δημιουργήσει. Πίστευε ότι τα ξεσπάσματα της Σοφίας κατά ένα μεγάλο μέρος οφείλονταν στο γεγονός ότι είχε καταλάβει το πώς αυτός ένιωθε για την κοινή ζωή τους. Γι’ αυτό κι έβγαζε τόσο θυμό απέναντί του.

Στους ομηρικούς τους καυγάδες πάντα, παρά τη θέλησή τους, έπαιρναν μέρος και τα παιδιά, που σαν σταφύλια κρέμονταν από τη φούστα της μάνας τους, ενώ τα μάτια τους πλημύριζαν με δάκρυα όταν έβλεπαν τον πατέρα τους ν’ αντιδρά φωνάζοντας, μην αντέχοντας τις υστερίες της γυναίκας του. Εκείνη μέσα στα ξεσπάσματά της τον γέμιζε με αμυχές στα χέρια και το πρόσωπο, καθώς αυτός άνοιγε την πόρτα του σπιτιού για να χαθεί στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Της μοναδικής γυναίκας που είχε πάντα ανοιχτή τη μεγάλη της αγκαλιά.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο