Φιλελεύθερη και Δημοκρατία της Εξαίρεσης

του Νικόλαου Μπιτσακίδη*

Το θέμα των υποκλοπών είχε κυριαρχήσει επί δύο μήνες στην Ελληνική επικαιρότητα, παράγοντας όμως και δυσφημιστικά άρθρα στο διεθνή τύπο και διερεύνηση στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δικαίως. Το να θεωρείται νόμιμη από την κυβέρνηση η «επισύνδεση» από την ΕΥΠ του κινητού τηλεφώνου ενός αρχηγού κόμματος της αντιπολίτευσης, προκάλεσε τα δημοκρατικά αντανακλαστικά σύσσωμης της αντιπολίτευσης, αλλά και μελών της συμπολίτευσης, που εκφράστηκαν ανοιχτά μέσω της παρέμβασης του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή. Για ένα μικρότερης εμβέλειας σκάνδαλο υποκλοπών άλλωστε, δεν εξαναγκάστηκε ο πρόεδρος Richard Nixon σε παραίτηση, αντιμετωπίζοντας την απειλή της δίκης από τους ίδιους του τους βουλευτές και γερουσιαστές; Όμως η δημοκρατία μας έχει τις ίδιες ευαισθησίες; Όχι, όπως αποδείχθηκε. Γιατί αυτό;

Το 2006 ο αριθμός των τηλεφώνων που παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ για λόγους εθνικής ασφάλειας ήταν γύρω στα 200, πιθανότατα αφορούσε κάποιους επικίνδυνους τρομοκράτες και οργανωτές επεισοδίων, καθώς και άτομα με στενές σχέσεις με εχθρικά κράτη. Το 2021 ο ίδιος αριθμός ήταν κοντά στις 15.500, αφού η προηγούμενη κυβέρνηση το 2018, τον άφησε κάπου κοντά στις 10.000. Οι αναπόφευκτες συγκρίσεις, είναι με μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χώρα όπως η Γερμανία –  παρακολουθεί σήμερα συνολικά γύρω στα 2.000 άτομα. Μετά την αποκάλυψη όμως, ότι ένας από αυτούς που παρακολουθήθηκαν νόμιμα το 2021 ήταν ο Νίκος Ανδρουλάκης, τότε υποψήφιος πρόεδρος ενός μετριοπαθούς κόμματος της αντιπολίτευσης, λίγο πολύ κάθε εκλεγμένος αντιπρόσωπος της υποψιάζεται πλέον ότι μπορεί να συμβαίνει το ίδιο με το δικό του τηλέφωνο. Από τη βεβαιότητα ότι η παρακολούθηση αφορά σεσημασμένους τρομοκράτες και εχθρούς της πατρίδας μας λοιπόν, περάσαμε στους μη αρεστούς πολιτικούς. Για λόγους εθνικής ασφάλειας. Πως φτάσαμε εδώ;

Μια απλοϊκή εξήγηση που διακινείται, είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση που διοικεί με μεθόδους μαφίας, μαζεύοντας στοιχεία για τον εκβιασμό αντιπάλων – ή τουλάχιστον περισσότερο σε σχέση με την προηγούμενη, που παρακολουθούσε αριθμητικά τα δύο τρίτα αυτών που παρακολουθεί η σημερινή. Μια άλλη ότι για το συμφέρον της πατρίδας μας, καθένας μπορεί να παρακολουθείται, από μια πανίσχυρη ΕΥΠ που ορίζει μόνη της τι είναι εθνικά επιζήμιο και τι επωφελές, χωρίς έλεγχο ούτε από τον πρωθυπουργό, που είναι ο πολιτικός της προϊστάμενος. Παρ’ όλο που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στο δημόσιο διάλογο, καμία από τις δύο εκδοχές δεν περιγράφει κατ’ ουσίαν την εποχή που ζούμε, αν και η δεύτερη επικράτησε ως πόρισμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, στην εξεταστική επιτροπή που ασχολήθηκε με την υπόθεση.

Υπάρχει ένας άλλος παράγοντας, που εξηγεί και την αύξηση του αριθμού, και της σημασίας των ανθρώπων που παρακολουθούνται.

Η γενίκευση της κατάστασης εξαίρεσης. Δηλαδή τα σημαντικότερα πεπραγμένα αυτής της κυβέρνησης, σύμφωνα με την ίδια, είχαν να κάνουν με τη διαχείριση κρίσεων, όπως η προσπάθεια εισβολής μεταναστών στον Έβρο, η πανδημία, η τουρκική επιθετικότητα, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αύξηση του ενεργειακού κόστους, ο στασιμοπληθωρισμός στο Δυτικό κόσμο, οι φυσικές καταστροφές και η ξηρασία.

Ο σωστός χαρακτηρισμός όμως για αυτά τα γεγονότα είναι όμως κρίσεις ή – εκτός από την πανδημία μιας νέας ασθένειας που συμβαίνει όντως μια φορά στα 100 χρόνια – διαχείριση μόνιμων προβλημάτων με υφέσεις και προβλέψιμες – αν όχι στην ημερομηνία, στο είδος τους – εξάρσεις ή ακόμη περισσότερο, συμπτώματα πιο σοβαρών, διεθνών φαινομένων – όπως οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ο επιθετικός αναθεωρητισμός, η ενεργειακή εξάρτηση από αυταρχικά καθεστώτα ή οι μαζικές μεταναστευτικές ροές από τη Βόρεια Αφρική και την Ασία – που η αντιμετώπιση τους σε μόνιμη βάση, απαιτεί εκτενή δημοκρατικό και διακυβερνητικό διάλογο και συντονισμό στο επίπεδο της Ευρώπης, του Δυτικού ή του κόσμου εν συνόλω, και προληπτική, παρά εκ των υστέρων καταπολέμηση;

Δηλαδή τα θέματα αυτά αναπτύσσονται από ειδήμονες όπως αυτούς που γράφουν στο διεθνές και ελληνικό περιοδικό Foreign Affairs, με αποκλίνουσες απόψεις, και πολύ σοφά, ώστε οι κυβερνήσεις που διαβάζουν αυτές τις αναλύσεις, να είναι σε θέση να λάβουν την καλύτερη δυνατή θέση στη μονιμότητα και στις εκδηλώσεις των φαινομένων. Αν και συνήθως οι ειδήμονες δεν φτάνουν σ’ αυτό το σημείο, κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει από τη CIA να παρακολουθήσει τον Henry Kissinger ας πούμε, όταν διατύπωσε την αντιδημοφιλή θέση ότι η Ουκρανία πρέπει να πιεστεί να παραδώσει τα κατεχόμενα εδάφη της στη Ρωσία ώστε να τερματιστεί η σύγκρουση, γιατί αν προσπαθήσει να τα επανακτήσει, η Ρωσία θα θεωρήσει ότι βρίσκεται σε θέση άμυνας, με απρόβλεπτες συνέπειες. Αν και γρήγορα την ανασκεύασε, θεωρήθηκε μέρος του προβληματισμού για την κατεύθυνση της Δύσης.

Αν όμως ορισμένες κυβερνήσεις είναι ανοικτές στην ακρόαση των απόψεων της Intelligentsia, οι λέξεις που καταχρηστικά χρησιμοποιούνται στην εσωτερική πολιτική σκηνή είναι «κρίση» και «πόλεμος» – κάπως έτσι μάθαμε ότι η Ελλάδα είναι «σε πόλεμο» με τη Ρωσία ας πούμε, κάτι που δεν συνέβαινε με το το Ιράκ ή τη Γιουγκοσλαβία, παρά την ενεργό συμμετοχή της στις νατοϊκές επεμβάσεις εκεί. Καταστάσεις δηλαδή που απαιτούν έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης, αποτελούν κίνδυνο για την εύρυθμη λειτουργία ή την ύπαρξη του κράτους, άρα αποτελούν και καταστάσεις εξαίρεσης. Και η εξαίρεση – όπως θα επιθυμούσε κάθε κυβέρνηση τουλάχιστον – συσπειρώνει πίσω από την ηγεσία, που αντιστρατεύεται με όλες της τις δυνάμεις το κακό εν γένει και το εχθρικό εν περιπτώσει, καθιστώντας την αντιπολίτευση ή την κριτική από την πλευρά των πολιτών ή αντιπροσώπων τους, ύποπτη, υπονομευτική ή ακόμα χειρότερα, απόδειξη προδοσίας ή ταύτισης με τις θέσεις του εχθρού.

Λειτουργώντας σε κατάσταση εξαίρεσης, είναι εύκολο να νομιμοποιηθεί ηθικά στα στελέχη της ΕΥΠ, η παρακολούθηση με σκοπό την εξουδετέρωση, χιλιάδων πολιτών που μπορεί – όπως οι ειδήμονες που προαναφέρθηκαν, αν και μάλλον με όχι τόσο καλά στοιχειοθετημένα επιχειρήματα – να έχουν απλώς μια άλλη θέση για τη διαχείριση του μεταναστευτικού, των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, της πανδημίας, του Ουκρανικού, της αύξησης του ενεργειακού και του κόστους ζωής γενικότερα, των φυσικών καταστροφών και της ξηρασίας ή οποιουδήποτε άλλου θέματος προκύψει στο μέλλον, σε σχέση με αυτή που εκπροσωπεί η εκάστοτε κυβέρνηση. Αν και μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν, αν θεωρήσουμε ότι στο παρελθόν βασικό κριτήριο για μια παρακολούθηση από την ΕΥΠ ήταν η επικινδυνότητα των σχεδιαζόμενων πράξεων κάποιου, ενώ πλέον είναι η επιρροή των λεγόμενων του και ο βαθμός εμπλοκής του στο πολιτικό παίγνιο, στο στόχαστρο είναι πολύ εύκολο να βρεθούν και πολιτικοί ή διαμορφωτές της κοινής γνώμης, που η εξουδετέρωση τους φαντάζει όρος επιβίωσης για την πολιτεία – ή τουλάχιστον για την κυβέρνηση.

Εφόσον όμως η πολιτεία μας παραμένει δημοκρατική, η κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να είναι κανονικότητα, σίγουρα δεν μπορεί να έχει μόνιμη, παρά συγκεκριμένη χρονικά διάρκεια, και αναλογικότητα σε σχέση με την κατάσταση προς διαχείριση. Επίσης, πρέπει να είναι όντως κατάσταση εξαίρεσης.

Η πανδημία στα πρώτα της στάδια, πριν την εξεύρεση εμβολίων και φαρμάκων, και τις λιγότερο επιβλαβείς μεταλλάξεις του ιού που επικράτησαν, αποτελούσε πράγματι κατάσταση εξαίρεσης, που απολύτως ορθολογικά, περιόριζε το δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση και στο συνέρχεσθαι, ώστε να προστατευτούμε από τη διάδοση της.

Το ίδιο δεν συνέβαινε όμως και για ένα επαναλαμβανόμενο συμβάν, όπως η έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας, χωρίς την πρόκληση θερμού επεισοδίου/πολέμου ώστε να ενεργοποιηθεί το δίκαιο του πολέμου, ή μια πυρκαγιά που δεν έθετε μια περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όσο δύσκολη κι αν ήταν η αντιμετώπιση τους λεκτικά ή στο πεδίο. Τα δικαιώματα μας θα έπρεπε να παραμείνουν ακέραια, αλλά το σώμα των πολιτών θα εκτιμούσε αν αυτά χρησιμοποιούνταν εποικοδομητικά – δηλαδή η ελευθερία μετακίνησης για να μεταφερθεί εθελοντική προσφορά στους πυροσβέστες πρώτης γραμμής, παρά η ελευθερία του λόγου για να ασκηθεί σκληρή κριτική στην Πολιτική Προστασία, την ώρα που μαίνεται μια μεγάλη πυρκαγιά. Το να κρίνεις όμως ότι ασκείται μια αυτοχειριαστική αντιπολίτευση, είναι διαφορετικό από το να έχει συνέπειες η μη συμπόρευση με την κυβέρνηση.

Η πανδημία λοιπόν, και μόνο αυτή, δικαιολογούσε τον προσωρινό περιορισμό στην ελευθερία μετακίνησης. Αλλά ούτε αυτή, ούτε καμία άλλη κατάσταση που αντιμετώπισε η κυβέρνηση, τους μόνιμους περιορισμούς στο απόρρητο των επικοινωνιών, ιδιαίτερα βουλευτών και δημοσιογράφων που ασκούν ελεγκτικό ρόλο, στην ελευθερία του τύπου, στην ελευθερία έκφρασης της τέχνης, στο συνδικαλισμό φοιτητών και εργαζομένων, στο συνέρχεσθαι και στην απεργία, όπως αυτοί που, εκμεταλλευόμενη τις συγκυρίες, αθόρυβα σχεδόν, εισήγαγε στο δίκαιο ή στις πρακτικές του σκληρού πυρήνα του κράτους.

Και ας προσπαθήσουμε να έρθουμε τώρα και στη θέση της. Έστω ότι θα θέλαμε να επιτύχουμε την αντιμετώπιση των ίδιων σοβαρών καταστάσεων που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τα τελευταία τρία χρόνια ή που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον, περισσότερο συμβατή με τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Το σενάριο που θα αναλυθεί είναι το ιδανικό, όμως η πολιτική φιλοσοφία εξετάζει ιδεώδη, αρμοδιότητα της πολιτικής ιστορίας είναι το να διαπιστώσει κατά πόσο αποκλίναμε από αυτά ή είναι δυνατή η πραγματοποίηση τους στην πράξη, από την οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Ο χαρακτηρισμός των καταστάσεων αυτών, ως κρίσεις που ενεργοποιούν την κατάσταση εξαίρεσης, θα ήταν τις περισσότερες φορές υπερβολικός, αν όχι αυθαίρετα γενικευμένος. Γι’ αυτό και τυχόν προσωρινός περιορισμός των ελευθεριών των πολιτών θα ήταν μοναχά ο λελογισμένος, και αυτός που θα συναντούσε επίσης την ευρεία συναίνεση τους, για την προτεραιότητα του κοινού αγαθού που διακυβεύεται στην περίσταση, έναντι των ατομικών τους δικαιωμάτων. Επίσης η πρόληψη, μέσω της έγκαιρης αντιμετώπισης των διεθνών φαινομένων που ειπώθηκαν πρωτύτερα και άλλων, σε συνεργασία με άλλες κυβερνήσεις, αντί των συμπτωμάτων τους, όπως αυτά που συναντάμε συνεχώς μπροστά μας, αλλά και η αποτελεσματική αντιμετώπιση των τελευταίων αν τελικά προέκυπταν, θα ήταν το χρέος μας.

Η διαφορά είναι ότι μια προνοητική και συνετή δημοκρατία, θα φρόντιζε να προλάβει τις δύσκολες καταστάσεις χωρίς τυμπανοκρουσίες, γιατί επιδιώκει την ομαλότητα στον πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό βίο – θα ακολουθούσε τη σύνηθη πρακτική της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας δηλαδή, να αντιμετωπίζει τα κακά εν τη γενέσει τους. Αντίθετα ένα καθεστώς με νοοτροπία κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας, κάπως σαν το κατ’ εξαίρεση αξίωμα του δικτάτορα πάλι από τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, εξαρτά την ύπαρξη του από την παραγωγή ακραίων καταστάσεων, γιατί αιτιολογείται η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» και η απουσία ελέγχου του, μόνο μέσα από αυτές.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία επίσης, ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι αποτελεί το πολίτευμα που προσιδιάζει στην περιγραφή μιας «ήσυχης πολιτείας, όπου μια φωτισμένη ελίτ αποφασίζει εξ ορισμού σοφά, οι φρουροί φυλούν, ο λαός υπακούει και επωφελείται». Θα μπορούσε πιθανώς να εξελιχθεί έτσι, αν παυόταν η ενοχλητική δημοσιογραφία, η αναιδής τέχνη, ο ασεβής συνδικαλισμός, η ποπουλιστική αντιπολίτευση, οι παρεμποδιστικές διαδηλώσεις, αυτά δηλαδή που ζητά να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση των optimates, στο όνομα της ευπρέπειας. Είναι εύλογο μεν – η νομοθεσία περιορίζει ελευθερίες όταν αυτές καθίστανται αντικοινωνικές, για παράδειγμα ο φοιτητικός συνδικαλισμός δεν νοείται να διαπομπεύει πρυτάνεις – αλλά εμπεριέχει και μια ταξική μεροληψία. Δικαιώματα που κερδήθηκαν με λαϊκούς αγώνες καθίστανται γενικώς δύσκολα στην άσκηση τους, αντίθετα μέλη της οικονομικής ελίτ απαλλάσσονται από τη λογοδοσία στο νόμο ή  αυτός φωτογραφίζει ιδιοτελή συμφέροντα τους – μια τέτοια υπόθεση ερευνούσε άλλωστε και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, επίσης θύμα παρακολούθησης.

Πρόθεση της κυβέρνησης, αφού ξεπεράσει το «στάδιο εξουδετέρωσης ταραχοποιών», ίσως είναι αντί για το τραχύ Σύλλα, να μιμηθεί το φιλόσοφο-βασιλιά Μάρκο Αυρήλιο. Αλλά τις μεγαλύτερες πιθανότητες στο ενδεχόμενο απονέκρωσης της λαϊκής διάστασης της δημοκρατίας, ελλείψει διαφάνειας και ελέγχου της εξουσίας, θεμιτού συναγωνισμού για τις καλύτερες πολιτικές προτάσεις, δεν θα συγκέντρωνε η διαφώτιση, η αξιοσύνη, η κοσμιότητα του πολιτεύματος. Αλλά η μετάλλαξη του σε νεποτιστικό, με παρεοκρατία, διαφθορά, απουσία κοινωνικής προόδου, αν όχι οπισθοδρόμηση. Ενθρονίστηκαν, μετά το Σύλλα, που άνοιξε τους ορίζοντες της τυραννίας, πολλοί Καλιγούλες, μέχρι να εμφανιστεί ένας αξιοκρατικά επιλεγμένος Μάρκος Αυρήλιος, κάτι που στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία θεωρούνταν αυτονόητο για τους υπάτους.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι όμως αρχαία Αίγυπτος. Είναι ένα ζωηρό πολίτευμα, δεκτικό στην ακρόαση απόψεων από διάφορα κοινωνικά στρώματα, γιατί όλες τους εκφράζουν ένα κομμάτι του έθνους, με πολλές να είναι ασυλλόγιστες και εριστικές, αλλά κάποιες πιο διεισδυτικές, ρεαλιστικές ή καινοτόμες σε σχέση με τις επικρατέστερες. Ένα πολίτευμα επίσης που λειτουργεί με τη μέθοδο δοκιμής και σφάλματος, μέχρι οι λύσεις του να θεωρηθούν βέλτιστες από την κοινωνική πλειοψηφία. Κι είναι αυτό που αφουγκραζόμενο τη σοφία του πλήθους σε συνδυασμό με τη σοφία των ειδημόνων, και την αντιπολίτευση σε συνδυασμό με τη συμπολίτευση, μπορεί να ανταποκριθεί στην πράξη, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, σε κάθε δυνατή πρόκληση, και αυτό στο οποίο χρωστούν την ελευθερία, την ευημερία και την ασφάλεια τους τα κράτη του Δυτικού κόσμου.

Δεν καλούμαστε επομένως μόνο να επιλέξουμε αν θεωρούμε τις υποκλοπές επικοινωνιών προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης και του δημοσιογραφικού κόσμου, σημάδι παρέκβασης από τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας ή μη δυνατότητας της να ανταποκριθεί σε συνθήκες κρίσης, και το μπόλιασμα της με μη φιλελεύθερες πρακτικές, προϋπόθεση της ασφάλειας της πατρίδας μας.

Αλλά ποια μορφή πολιτεύματος θα ανταποκριθεί καλύτερα, στις προκλήσεις, του παρόντος και του μέλλοντος.

*Νικόλαος Μπιτσακίδης
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών ΔΠΘ
Μέλος των: PES-Activists-Alexandroupolis
pesactivistsalex.gr

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο