Φερμπ – Το κουνέλι που ήθελε να μάθει να μιλάει στους ανθρώπους

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Φερμπ είναι  ένα κουνέλι τόσο δα. Με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια στο χρώμα τ’ ουρανού και με μπερδεμένο μαύρο και λευκό τρίχωμα. Γεννήθηκε ένα χειμωνιάτικο πρωινό του δυο χιλιάδες είκοσι, λίγο πριν οι άνθρωποι όλου του κόσμου αποφασίσουν να κλειστούν στα σπίτια τους για να προστατευθούν από έναν φημολογούμενο φονικό ιό, όπως λέγανε. Τι τα θες όμως, είναι περίεργα πλάσματα αυτοί οι άνθρωποι.

Ο ήρωάς μας, λοιπόν, γεννήθηκε σ’ ένα μεγάλο εκτροφείο. Εκεί όπου μετά τη γέννησή τους τα ζωάκια, όταν πια είναι ικανά ν’ ανεξαρτητοποιηθούν από τη μαμά τους, τα μεταφέρουν σε ειδικά καταστήματα για να τα πουλήσουν. Ο Φερμπ ήταν το μωρό μίας νεαρής κουνέλας με την ονομασία… α συγνώμη θυμήθηκα με το νούμερο ήθελα να πω 314. Δεν είχε κανονικό όνομα βλέπετε. Μαζί του από την ίδια μάνα γεννήθηκαν άλλα δύο μικρά, με λευκό σαν το χιόνι τρίχωμα και κίτρινα μάτια. ‘Ήταν το τελευταίο μωρό εκείνης της γέννας. Όταν βγήκε στον κόσμο τα βλέφαρα του ήταν κλειστά και τουρτούριζε από το κρύο. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να θηλάσει το γεύμα του με λαιμαργία. Οι  πρώτες στιγμές  της ζωής του κύλησαν  βαρετά κι αδιάφορα με το ήρωά μας να προσπαθεί να τραβάει συνεχώς την προσοχή της μαμάς του. Σε αντίθεση με τ’ αδερφάκια του που είχαν κουρνιάσει σε μία γωνιά και κοιμόταν για ώρες, όπως άλλωστε συνέχισαν να κάνουν και τον υπόλοιπο καιρό.

Το μικρό κουνελάκι μας μέρα με τη μέρα δυνάμωνε κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να γίνεται το επίκεντρο όλων. Η νεαρή κουνέλα, αν και είχε φέρει κι άλλα μωρά στον κόσμο, τον καμάρωνε για τη ζωντάνια του. Ίσως και να ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο περήφανη για ένα παιδί της. Στον Φερμπ, ακούγοντας τους ανθρώπους που τα φρόντιζαν, του γεννήθηκε η απορία πώς κατάφερναν και μιλούσαν μία γλώσσα που δεν καταλάβαινε.

– Μαμά εμείς γιατί δε μπορούμε να μιλάμε όπως οι άνθρωποί;

Η νεαρή μάνα στο άκουσμα της ερώτησης αυτής σάστισε. Ποτέ κανένα παιδί της στο παρελθόν δεν της είχε εκφράσει κάποια τέτοιου είδους απορία. Κοντοστάθηκε για λίγο, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να σκεφτεί και ύστερα του απάντησε.

– Εμάς μικρό μου έτσι μας έφτιαξε η φύση. Φαντάζομαι πως όλα τα πλάσματα που υπάρχουν πάνω στη γη δε μοιάζουν μεταξύ τους. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της ζωής, που δημιουργείται από την ποικιλομορφία της.

– Μαμά εσύ πού τα έμαθες όλα αυτά; έχεις βγει ποτέ έξω από δω;

– Εγώ μικρό μου έχω έρθει στον κόσμο για να γεννάω άλλα κουνέλια. Όταν όμως ήμουν μικρή, όπως και τους υπόλοιπους, με μετέφεραν σ’ ένα κατάστημα με την ελπίδα να βρεθεί ένα παιδί που θα με διαλέξει για φίλο του. Οι εβδομάδες περνούσαν κι εγώ παρέμενα εκεί χωρίς κανένας να θέλει να με αποκτήσει, χαρίζοντάς μου ένα ζεστό σπιτικό. Για αυτό, όπως συμβαίνει με όλα τα ζώα που δεν είναι τυχερά να βρουν μία οικογένεια που θα τα νοιάζεται, κατέληξα εδώ. Για μέρες ήμουν πολύ στεναχωρημένη, συνέχεια έκλαιγα και δεν ήθελα να φάω, γιατί δεν είχα βρει ένα μικρό παιδί να μ’ αγαπήσει. Ίσως να έφταιγα κι εγώ κατά κάποιον τρόπο  γι’ αυτό, όμως τώρα πια δεν μπορεί ν’ αλλάξει κάτι. Έτσι αποφάσισα ότι αφού δε μπορώ να κάνω διαφορετική τη ζωή μου, θα έπρεπε να κάνω διαφορετικό τον τρόπο με τον οποίο την έβλεπα. Όταν, λοιπόν, τα μωρά μου φεύγουν από μένα, το μόνο που τους εύχομαι είναι να είναι καλότυχα. Μέχρι τώρα κανένα τους δε γύρισε πίσω κι αυτό ξέρεις με κάνει περήφανη. Ελπίζω και συ με τ’ αδελφάκια σου να είστε το ίδιο τυχερά.

– Μαμά δεν απάντησες όμως, θα μπορέσω ποτέ να μάθω να μιλάω σαν τους ανθρώπους;

– Με τον ίδιο τρόπο φοβάμαι πως δε θα μάθεις ποτέ, αλλά μπορείς να εκφράζεσαι με τα μάτια σου ή και με τις κινήσεις που θα κάνεις με το σώμα σου. Εμείς βλέπεις τα κουνέλια δυστυχώς  δεν έχουμε φωνητικές χορδές στο λαιμό μας και γι’ αυτό δε μπορούμε να βγάζουμε ήχους που να μετατρέπονται σε λέξεις ή κραυγές, όπως συμβαίνει με όλα σχεδόν τα πλάσματα πάνω στη γη.  Δες όμως, πόσο άνετα επικοινωνούμε με τα μάτια μας και συ μικρό μου πλασματάκι είσαι προικισμένος από τη φύση μ’ ένα ζευγάρι πανέμορφα μεγάλα κι εκφραστικά μάτια στο χρώμα τ’ ουρανού όταν τον βλέπει ο ήλιος. Πρόσεχε όμως, αυτό το θείο χάρισμα να το χρησιμοποιήσεις για καλό σκοπό, διαλέγοντας μέσα απ’ όλα τα παιδιά που θα σε πλησιάσουν εκείνο το ξεχωριστό που θα γίνει οικογένειά σου και θα είστε και οι δύο ευτυχισμένοι.

Τελειώνοντας η νεαρή κουνέλα τα λόγια της έστρεψε την προσοχή της προς τ’ άλλα δύο μικρά της που καθόταν ήσυχα σε μία γωνιά. Όλη την υπόλοιπη μέρα ο Φερμπ έμεινε σιωπηλός. Αν και οι απαντήσεις της μαμάς του δεν ικανοποίησαν την περιέργειά του, δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του τα λόγια της. Ήθελε όσο τίποτε να μάθει να μιλάει στους ανθρώπους.

Ο καιρός πέρασε γρήγορα. Η μέρα που τα μικρά ζωάκια θα έφευγαν για πάντα από το εκτροφείο είχε φτάσει. Για πρώτη φορά η κουνέλα με τον αριθμό 314 ένιωθε αγχωμένη για το μέλλον του γιου της εξαιτίας του χαρακτήρα του. Την ώρα που ετοιμαζόταν να τον πάρουν από κοντά της  εκείνη του είπε.

– Να προσέχεις! φροντίζοντας να έχεις για συντροφιά τις συμβουλές μου. Μόνο τότε θα βρεις την ευτυχία και τις απαντήσεις που αναζητάς. Καλή τύχη σου εύχομαι.

Ο Φερμπ την κοίταξε θλιμμένα, προσπαθώντας να της χαμογελάσει. Μετά από μία ολόκληρη μέρα ταξιδιού έφτασαν επιτέλους στον προορισμό τους. Ήταν ένα μεγάλο κατάστημα που πουλούσε ζώα συντροφιάς. Τον Φερμπ τον βάλανε σ’ ένα κλουβί με άλλα τρία μικρά κουνέλια μπροστά στη βιτρίνα, η οποία κοίταζε στον πολυσύχναστο δρόμο. Από την πρώτη στιγμή κιόλας δεν έπαψε να παρατηρεί τους ανθρώπους που περνούσαν βιαστικοί από το πεζοδρόμιο. Κάποιοι κοντοστέκονταν για λίγο μπροστά από το τζάμι και μετά έφευγαν. Είχαν περάσει δύο βδομάδες και κανένας δεν είχε ενδιαφερθεί ακόμη ν’ αποκτήσει κάποιο κουνελάκι από το συγκεκριμένο κλουβί. Αυτό όμως δεν πτοούσε τον Φερμπ που έπαιζε κι έτρεχε μέσα στο σπιτάκι του όλη την ώρα. «Ας μας γυρίσουν πίσω στο εκτροφείο, εμένα δε με νοιάζει καθόλου» σκέφτηκε, ρίχνοντας μια υποτιμητική ματιά στους συγκατοίκους του που τον κοίταζαν βαριεστημένα, μιας και κοιμόταν σχεδόν όλη τη μέρα.

Πέμπτη απόγευμα, αρχές  Μάρτη του 2020.

Σε λίγες ώρες όλος ο πλανήτης από άκρη σ’ άκρη θα έμπαινε σε καθεστώς υποχρεωτικού εγκλεισμού, δήθεν με αφορμή την προστασία των ανθρώπων από έναν ιό, όπως έλεγαν. Η ώρα κόντευε εννέα το βράδυ. Το κατάστημα ετοιμαζόταν να κλείσει, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε ένα μικρό παιδί που το ακολουθούσε αλαφιασμένη η μαμά του. Ο Σταύρος ήθελε από καιρό ν’ αγοράσει ένα κουνελάκι και γι’ αυτό οι γονείς του δεν θέλανε να του χαλάσουν χατίρι. Το παιδί μπαίνοντας κατευθύνθηκε γρήγορα προς το μέρος που ήταν ο Φερμπ, καθώς εδώ και μέρες τον έβλεπε στη βιτρίνα. Εκείνος, αντικρίζοντας το μικρό αγόρι το συμπάθησε αμέσως κι άρχισε να τρέχει πάνω κάτω, προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή του, όπως τον είχε συμβουλεύσει κάποτε η μαμά του. Για πρώτη φορά ένιωθε τόσο χαρούμενος. Η ώρα έδειχνε εννέα ακριβώς. Ο Φερμπ επιτέλους είχε διαλέξει την οικογένειά του. Ένιωθε περήφανος που κατάφερε τελικά μέσα από την ψυχή του να μιλάει στους ανθρώπους με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο κι αυτό τον έκανε πολύ ευτυχισμένο.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο