του Γιώργου Αναγνωστόπουλου
Καμιά φορά οι πράξεις μας φωτίζουν την πραγματικότητα με τέτοιο τρόπο που όσο κι αν θέλουμε η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί. Κάπως έτσι συνέβη όταν κάποτε ένας επίδοξος πολιτικός αριβίστας, μίας ξακουστής για το ένδοξο παρελθόν της πολιτείας, που όμως είχε ξεπέσει και άκουγε πια στ’ όνομα Παραγκούπολη, φόρεσε το στέμμα του βασιλιά και ομολόγησε πίστη σ’ ένα λαό που περιφρονούσε.
Στην αρχή, πριν ακόμα γίνει άρχοντας, έτρεχε με την κουστωδία του στις πλατείες κι έταζε με ευκολία τα πάντα σε όλους. Ο κόσμος, κουρασμένος όπως ήταν, του έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης. Ήξερε βλέπεις να χαμογελάει και να λέει όμορφα λόγια. Όταν όμως ανέβηκε στον θρόνο άρχισε ν’ αθετεί τις υποσχέσεις του, έγινε απόμακρος και σκοτεινός, κάνοντας ακριβώς τ’ αντίθετα απ’ όσα τους είχε πει. Οι φόροι αυξήθηκαν, τα νοσοκομεία έμειναν χωρίς γιατρούς και τα σκάνδαλα διαδέχονταν το ένα μετά το άλλο. Ο λαός μετάνιωσε που του έδειξε εμπιστοσύνη, περιμένοντας απ’ αυτόν να έρθουν καλύτερες μέρες. Έπαψε λοιπόν να τον χειροκροτεί και τ’ όνομά του έγινε συνώνυμο της απάτης και της διαφθοράς. Έτσι, σιγά σιγά εκείνος άρχισε να παραμορφώνεται σε πίθηκο και οι αυλικοί του σε γουρούνια.
Οι κυβερνήτες των γύρω περιοχών, που είχαν δημιουργήσει ένα τυπικό οικονομικό συνεταιρισμό μεταξύ τους, έβλεπαν τα όσα διαδραματίζονταν στη δύσμοιρη πολιτεία, μα δεν τους έπαιρναν στα σοβαρά. Στην αρχή μάλιστα διασκέδαζαν και γελούσαν με τα καμώματά τους και κυρίως με τους καρναβαλισμούς του βασιλιά πίθηκου, που άκουγε στ’ όνομα Πιερότος. Ωστόσο στη συνέχεια θορυβήθηκαν, όταν έμαθαν ότι οι υπήκοοι, πεινασμένοι και βρώμικοι όπως ήταν, δεν είχαν πια τ’ απαραίτητα για να ζήσουν. Όμως δεν έφτανε μόνο αυτό. Το χειρότερο ήταν πως το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είχε βυθιστεί σε μία πυκνή ομίχλη, που πιθανόν, όπως εικάζονταν, οφείλονταν στην διακίνηση ενός παράνομου καύσιμου υλικού, με τις ευλογίες βέβαια της κυβέρνησης κι ο ήλιος, που έλουζε την άλλοτε ένδοξη πολιτεία, είχε γίνει προνόμιο πλέον μόνο του παλατιού, καθώς εκείνο ήταν φτιαγμένο από ειδικούς συλλέκτες ενέργειας. Οι δε άνθρωποι λιμοκτονούσαν στους δρόμους και τα ζώα τους ήτανε μολυσμένα και ισχνά.
Οι κυβερνήτες δεν μπορούσαν να επιτρέψουν άλλο να συνεχίσουν να εκτυλίσσονται όλα αυτά μπροστά στα μάτια τους. Έτσι, κατόπιν σύντομης συνεδρίασης, αποφάσισαν ομόφωνα να στείλουν μία ειδική επιτροπή με επικεφαλής την Ελπίδα, ώστε να ελέγξει την παραμορφωμένη ελίτ ή (α)λίτ, όπως την αποκαλούσαν περιπαικτικά οι κάτοικοι της Παραγκούπολης. Αφού λοιπόν μάζεψαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ξεκίνησε ένα μεγάλο λαϊκό δικαστήριο στο κέντρο της πρωτεύουσας, στην Πλατεία Δημοκρατίας, το οποίο κράτησε μόλις ελάχιστες ώρες. Στο τέλος, καθώς ο πίθηκος και οι αυλικοί του δεν είχαν πια κανέναν αξιόπιστο μάρτυρα από τον λαό, καταδικάστηκαν συλλήβδην να ζήσουν φυλακισμένοι σε ισόβια παραμόρφωση, εξαιτίας των δεινών που προκάλεσαν.
Μετά την ετυμηγορία όλοι ένοιωθαν ικανοποιημένοι. Ο ουρανός ήτανε πια καθαρός κι ο ήλιος έλαμψε και πάλι στη χώρα. Το δε παλάτι είχε μετατραπεί σε μουσείο μνήμης, με εκθέματα τον φυλακισμένο βασιλιά πίθηκο και την παραμορφωμένη κουστωδία του. Ενώ στην εξώπορτα οι πολίτες είχαν σκαλίσει με κεφαλαία γράμματα τη φράση: “Ο ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ”.


