Φανταστικές Ιστορίες : Γουίλιαμ – Ο τρίτος Φαραώ της 19ης δυναστείας της Αιγύπτου

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο δρόμος για την πολιτεία της Αριζόνα από την πόλη όπου διέμενε ήταν μακρύς. Στη διαδρομή το τοπίο έμοιαζε περίπου σεληνιακό, καθώς ήταν άγριο και σκληρό, όπως στις διαστημικές ταινίες του Χόλυγουντ. Μόνο κάτι πορτοκαλί βράχοι εδώ και κει σπάζανε τη μονοτονία της ερήμου, ενώ η βλάστηση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, εκτός από μερικούς κάκτους που ήταν διάσπαρτοι κατά μήκος της διαδρομής. Ο Γουίλιαμ είχε κάνει αρκετές φορές αυτό το δρομολόγιο μέσω του ιστορικού αυτοκινητόδρομου Rute 66 για τη μικρή πόλη που βρισκόταν κοντά στο Γκραν Κάνυον και του είχε γίνει συνήθεια.

Το εθνικό πάρκο του Γκραντ Κάνυον είναι ένα μακρύ φαράγγι το οποίο διασχίζει ο ποταμός Κολοράντο. Αυτό το μεγαλειώδες γλυπτό της φύσης με τους απόκρημνους βράχους κατάφερε, όπως λένε, να λαξεύσει μέσα στο χρόνο η τρομερή δύναμη του νερού. Εκεί κάποτε μαζί με μία ομάδα συναδέρφων αρχαιολόγων ο Γουίλιαμ συνάντησε ένα γέρο ντόπιο ινδιάνο Ναβάχο, ονόματι Μαϊάγια, ο οποίος του είπε ότι σύμφωνα με τις παραδόσεις η φυλή του, η οποία παλιά ζούσε μέσα στις σπηλιές του Φαραγγιού, καθώς το θεωρούσε ιερό, είχε επηρεαστεί από τον πολιτισμό της  αρχαίας Αιγύπτου και συγκεκριμένα από την εποχή του τρίτου Φαραώ της 19ης δυναστείας Ραμσή Β΄, του ισχυρότερου ηγεμόνα των Αιγυπτίων. Από τότε ο Γουίλιαμ μαζί με την ομάδα του βάλθηκαν να εξερευνήσουν την περιοχή, ψάχνοντας για ευρήματα.  Αφού βέβαια πρώτα ο ίδιος κατάφερε να πείσει σχετικά εύκολα για τη χρηματοδότηση της όλης προσπάθειας τους ντόπιους επιχειρηματίες, ίσως λόγω της κοινής του ονομασίας με τ’ όνομα της πόλης, για την προέλευση του  οποίου κανείς δε γνώριζε τίποτα.

Είχαν περάσει σχεδόν έξι μήνες και τα ευρήματα, πέρα από μερικά  χάλκινα εργαλεία με σχετικά καλλιτεχνικό σχεδιασμό, τα οποία δεν παρέπεμπαν σε  κάποια σύνδεση της περιοχής με  τον Αιγυπτιακό ή άλλον πολιτισμό της Μεσογείου, δε βρέθηκε τίποτα σπουδαίο. Έτσι η ομάδα του Γουίλιαμ αποφάσισε να σταματήσει τις έρευνες παρά τις αντιρρήσεις του ιδίου να τους μεταπείσει.

Το τελευταίο βράδυ της παραμονής του στην πόλη τον επισκέφτηκε στην πανσιόν όπου διέμενε ο Μαϊάγια. Ο γέρος ινδιάνος του ζήτησε να μιλήσουν κι εκείνος δέχτηκε μ’ ευχαρίστηση. Ο Μαιάγια του εξομολογήθηκε ότι το μυστικό κρύβεται σ’ ένα μυστηριώδες σπήλαιο κοντά στην περιοχή των Χόπι. Η σπηλιά βρισκόταν δυτικά του φαραγγιού, κάπου εξήντα πόδια ψηλότερα  από την κύτη του ποταμού. Τα νερά εκεί ήταν ορμητικά και οι βράχοι απόκρημνοι. Η πολιτεία είχε δώσει μάλιστα εντολή να μην πλησιάζει κανείς. Οι ντόπιοι όμως απέφευγαν και για έναν άλλο λόγο την περιοχή. Υπήρχε μία παλιά δοξασία που έλεγε ότι ο τόπος αυτός ήταν καταραμένος. Παλαιότερα όσοι ξένοι προσπάθησαν να πάνε εκεί μόνοι τους, νοικιάζοντας κάποια πιρόγα από τους ξεναγούς, δεν ξαναγύρισαν ποτέ.

Ο γέρος Ναβάχο, πλησιάζοντας ακόμη κοντύτερα στο αυτί του Γουίλιαμ, τού είπε ψιθυριστά ότι με πρόσχημα το ψάρεμα όταν ήταν νέος του άρεσε να εξερευνά εκεί τις περιοχές μόνος με την πιρόγα του, ώσπου κάποια στιγμή ανακάλυψε τη σπηλιά. Όταν σκαρφάλωσε με δυσκολία στους βράχους βρέθηκε μπροστά στην είσοδο, η οποία ήταν σχετικά μικρή και σχεδόν αθέατη από μακριά. Μπαίνοντας μέσα, όσο προχωρούσε το σκοτάδι γινόταν πηχτό κι αδιαπέραστο. Ωστόσο, από τον αντίλαλο της φωνής του καταλάβαινε ότι το κοίλωμα του σπηλαίου θα πρέπει να ήταν τεράστιο, ενώ μόλις μερικά βήματα από το στόμιο διέκρινε κάποιους σκοτεινούς διαδρόμους, οι οποίοι σκέφτηκε ότι ίσως κάπου βαθύτερα μπορεί και να οδηγούσαν σε άλλους θαλάμους. Εκείνη τη στιγμή ο θόρυβος από το πέταγμα μιας νυχτερίδας τον τρόμαξε κι έκανε προς τα πίσω, σκοντάφτοντας πάνω σ’ ένα μεταλλικό αντικείμενο. Όταν σηκώθηκε αμέσως το άρπαξε κι έτρεξε προς τα έξω. Από τότε δεν το είχε δείξει σε κανέναν. Ό Γουίλιαμ του ζήτησε αμέσως να το δει. Ο Μαϊάγια το είχε φέρει μαζί του. Το έβγαλε προσεκτικά από μία τσάντα που είχε στον ώμο και του το έδωσε. Ο αρχαιολόγος το περιεργάστηκε με προσοχή. Ήταν όντος ένα μεταλλικό αντικείμενο αγνώστου προελεύσεως, ίσως πλατίνα και τ’ άγνωστα σκαλισμένα ιερογλυφικά πάνω του σκέφτηκε ότι πιθανόν παρέπεμπαν στην αρχαία Αιγυπτιακή γλώσσα. Αφού το εξέτασε για λίγο ακόμα του ζήτησε να πάνε μαζί στη σπηλιά. Εκείνος ωστόσο αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι είναι πια πολύ γέρος για ένα τέτοιο εγχείρημα κι ότι θα του γινόταν πραγματικό βάρος. Εντούτοις δέχτηκε να τον μεταφέρει εκεί με τη βάρκα, δίνοντάς του την παράξενη αυτή πλακέτα για φυλαχτό.

Όταν ο Γουίλιαμ βρέθηκε μπροστά στο στόμιο της σπηλιάς   προχώρησε προς τα μέσα, ανάβοντας τον ειδικό σπηλαιοφακό που είχε περασμένο γύρω από το κράνος. Το σκοτάδι ήταν όντος πηχτό, όπως του είχε πει ο γεροΝαβάχο και γύρω από την εσωτερική κοιλότητα υπήρχαν  19 διάδρομοι, οι οποίοι είχαν ίδια απόσταση  μεταξύ τους. Τότε πρόσεξε ότι πάνω από την είσοδο του τελευταίου διαδρόμου ήταν χαραγμένες πάνω στο βράχο κάποιες λέξεις στη δημώδη Αιγυπτιακή γλώσσα της ύστερης πτολεμαϊκής και ρωμαϊκής περιόδου, την οποία γνώριζε αρκετά καλά. Έγραφε «Εδώ βασιλεύει ο Ραμσής Β΄, ο τρίτος Φαραώ της 19ης δυναστείας της Αιγύπτου». Μπήκε μέσα βαδίζοντας αργά και σταθερά. Υπήρχαν σκαλοπάτια που κατέβαιναν προς τα κάτω, όμως το σκοτάδι αντί να πυκνώνει άρχισε σιγά σιγά να διαλύεται, ώσπου τελικά βρέθηκε μπροστά σε μία μεγάλη αίθουσα. Γύρω από τα τοιχώματα, στα οποία ήταν ζωγραφισμένες αρχαίες αιγυπτιακές θεότητες, όπως του Όσιρη και της Ίσιδος, δέσποζαν όρθια τοποθετημένες δεκάδες χρυσές σαρκοφάγοι, οι οποίες απεικόνιζαν τους μονάρχες Φαραώ της Αιγύπτου με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος, ενώ στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε ένα παράξενο μεταλλικό τραπέζι, που το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένο έμοιαζε με αυτό που του έδωσε ο Μαιάγια.  Πάνω ήταν τοποθετημένο και σκαλισμένο με ακρίβεια το μαρμάρινο κεφάλι του Ραμσι Β΄. Ο Γουίλιαμ έβγαλε αμέσως από το σακίδιο τη φωτογραφική μηχανή και αφού τράβηξε κάμποσες φωτογραφίες κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ωστόσο, βγαίνοντας τον περίμενε μία έκπληξη. Ξαφνικά βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο μέρος μπροστά σ’ ένα τεράστιο πλήθος, το οποίο τον πλησίαζε αργά κι απειλητικά. Σχεδόν ασυναίσθητα έβγαλε αργά από το σάκο τη μεταλλική πλάκα που του είχε δώσει ο  Μαϊάγια και τη σήκωσε ψηλά. Το πλήθος έκανε προς τα πίσω και πέφτοντας στα γόνατα επευφημώντας τον άνοιξε τον ανηφορικό δρόμο για να περάσει. Στα τριακόσια πόδια διαφαίνονταν ένα επιβλητικό αρχιτεκτονικό κτίριο, όπου στο κέντρο του υπήρχε ένας θρόνος ανάμεσα σε δύο μαρμάρινες στήλες.

Ο Γουίλιαμ καταλάβαινε ότι είχε γίνει χάρη στο φίλο του ο τρίτος Φαραώ της 19ης δυναστείας της Αιγύπτου. Ήξερε όμως επίσης ότι είχε πέσει σ’ ένα κλειστό χοροχρονικό ατέρμονο κύκλο από τον οποίο ίσως δε θα ξανάβγαινε ποτέ.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο