Έρευνα: Διαβάζουμε, αλλά όχι αρκετά

Περισσότερο από το 2010, αλλά το ένα τρίτο των Ελλήνων δεν ανοίγει βιβλίο

Πόσο, τι και κυρίως εξαιτίας ποιων παραγόντων διαβάζουν σήμερα βιβλία οι Ελληνες αναγνώστες και αναγνώστριες; Είναι η πρακτική της ανάγνωσης κάτι σαν ατομικό χάρισμα ή εξαρτάται από κοινωνικούς καθορισμούς; Και αν υπάρχει ανάγκη εκδημοκρατισμού του διαβάσματος, πού θα πρέπει να προσανατολιστεί μια εθνική πολιτική για το βιβλίο; Αυτά ήταν μερικά από τα ερωτήματα της πρόσφατης έρευνας με τίτλο «Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες: το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα», που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και χρηματοδότηση του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Εργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ) από την εταιρεία Metron Analysis και διεξήχθη υπό την επιστημονική διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Η έρευνα, η πρώτη που πραγματοποιείται έπειτα από την αντίστοιχη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) το 2010, παρουσιάστηκε χθες και το πρώτο αξιοσημείωτο εύρημά της είναι το εξής: αν ο ελληνικός πληθυσμός τριχοτομηθεί με βάση το πλήθος βιβλίων ανάγνωσης το τελευταίο έτος, τότε εκείνοι που δεν διάβασαν κανένα ανέρχονται στο 35% –το ένα τρίτο–, ενώ από 34% και 31% μοιράζονται οι μη εντατικοί και οι εντατικοί αναγνώστες. Στην κορυφή των προτιμήσεων βρίσκουμε την ελληνική και την ξένη λογοτεχνία, την ιστορία και τα αστυνομικά, ενώ σημαντικό κριτήριο αγοράς ενός βιβλίου αποτελεί η από στόμα σε στόμα διάδοσή του κι έπειτα η φυσική επαφή με το προϊόν στο βιβλιοπωλείο. Με την ανάγνωση επιδιώκεται η πληροφόρηση, η αισθητική απόλαυση και η φυγή από την καθημερινότητα, προσδοκίες που επιτυγχάνονται μέσα από έντυπα βιβλία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, έναντι 15% των ebooks. Και ενώ ο βασικός λόγος που δεν επιτρέπει στους περισσότερους να διαβάσουν είναι η έλλειψη χρόνου, για τους μη αναγνώστες η αιτία είναι ότι δεν ελκύονται από την ίδια την πρακτική της ανάγνωσης. Ωστόσο, σε σχέση με το 2010 διαβάζουμε λίγο περισσότερο: το 2010 το 43% του πληθυσμού είχε διαβάσει έστω και ένα βιβλίο, ενώ το 2021 το ποσοστό σκαρφάλωσε στο 65%.

Κομβικό ερώτημα

Το γιατί μετά την εξάλειψη του αναλφαβητισμού στην ελληνική κοινωνία ένα μεγάλο τμήμα της δεν διαβάζει ήταν ένα κομβικό ερώτημα της έρευνας. Και τα συμπεράσματα της ομάδας που διεύθυνε ο κ. Παναγιωτόπουλος, προέκυψαν μέσα από μια έμφαση σε αυτό που ο Γάλλος κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ είχε ορίσει ως «πολιτισμικό κεφάλαιο» ενός ατόμου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα, όσο πιο υψηλό είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο των συμμετεχόντων, τόσο αυξάνονται οι «επιδόσεις» τους στον λεγόμενο «δείκτη ανάγνωσης βιβλίων». Επιπλέον, όσο υψηλότερου επιπέδου είναι τα επαγγέλματα (αλλά και οι αναγνωστικές επιδόσεις) του πατέρα, της μητέρας και των παππούδων των ερωτωμένων, τόσο υψηλότερος αποδεικνύεται ο δικός τους δείκτης ανάγνωσης – το ίδιο συμβαίνει και όσο περισσότερο πληθαίνουν τα βιβλία στο νοικοκυριό των ερωτωμένων κατά την παιδική τους ηλικία. Σε γενικές γραμμές, όσο ανώτερη είναι η κοινωνικο-οικονομική τάξη ενός νοικοκυριού, τόσο αυξάνεται και το πλήθος των βιβλίων που διαβάζουν οι ερωτώμενοί του. «Και αν θα έπρεπε να πούμε με μια φράση τι παρατηρείται», έλεγε ο κ. Παναγιωτόπουλος, «είναι πως το πολιτισμικό κεφάλαιο πάει στο πολιτισμικό κεφάλαιο».Διαβάζουμε, αλλά όχι αρκετά-1

Σύμφωνα με την έρευνα, ο βασικός λόγος που δεν επιτρέπει στους περισσότερους να διαβάσουν είναι η έλλειψη χρόνου.

Αν βέβαια οι κοινωνικές και πολιτισμικές ανισότητες παράγουν τις αντίστοιχες αναγνωστικές, που με τη σειρά τους ανατροφοδοτούν τις πρώτες, ένα ερώτημα είναι πώς αυτός ο φαύλος κύκλος θα σπάσει. Στην παρουσίασή του, ο καθηγητής Νίκος Παναγιωτόπουλος, αφού υπογράμμισε ότι πράγματι, η αναγνωστική πρακτική εφάπτεται με κάθε δεξιότητα, κάθε επικοινωνία και κάθε αποτελεσματικότητα του ατόμου (για αυτό και η διάχυσή της συμβάλλει στην ατομική και συλλογική κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη), στη συνέχεια τόνισε ότι προκειμένου το διάβασμα να εκδημοκρατιστεί, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, όχι μόνο ότι η πολλή και γρήγορη ανάγνωση είναι άνισα κατανεμημένη στα κοινωνικά στρώματα, αλλά και ότι ορισμένες κοινωνικές ομάδες είναι προσανατολισμένες σε αξίες διαφορετικές, αν δεν απαξιώνουν την ανάγνωση ρητά.

Με αυτά σαν δεδομένα, μια ρεαλιστική προσπάθεια για τον εκδημοκρατισμό της ανάγνωσης οφείλει, μεταξύ άλλων, να γνωστοποιήσει στους αρμόδιους φορείς ότι η διάδοση μιας τέτοιας πολιτισμικής πρακτικής δεν είναι μόνο πρόβλημα υλικής προσβασιμότητας στο βιβλίο: η φιλαναγνωσία χρειάζεται ένα θεμέλιο και μια νοηματοδότηση συνδεδεμένη με την κουλτούρα μιας ομάδας ή ενός ατόμου. Από τη μεριά του, το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να μπορεί να σπάει τον φαύλο κύκλο της «πολιτισμικής αποστέρησης» που βιώνουν τα πιο ενδεή στρώματα. Και αντί να υιοθετήσει μια αριστοκρατική, προνομιακή στάση, κάθε ενδιαφερόμενος φορέας, τόνισε ο κ. Παναγιωτόπουλος, θα πρέπει να λάβει υπόψη μια βασική αρχή: «δεν υπάρχουν ακατάλληλα βιβλία ούτε άχρηστες και απρόσφορες αναγνώσεις, ακόμη και αν είναι «εύκολες» και πρώτου επιπέδου».

Τα αναλυτικά συμπεράσματα θα κυκλοφορήσουν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Gutenberg, το οποίο θα είναι διαθέσιμο στη σχετική εκδήλωση που θα πραγματοποιήσει ο ΟΣΔΕΛ για το κοινό, την Τρίτη 8 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., στο Ωδείο Αθηνών.
kathimerini.gr

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο