room-to-grow-bnner

Επιστρέφοντας

της Γιώτας Αγαπητού

Νέα Υόρκη.

Ξημερώματα Σαββάτου σε μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.

Σ’ ένα διαμέρισμα στην Πέμπτη λεωφόρο ένας μισοκοιμισμένος άντρας απαντάει στο τηλέφωνο που χτυπάει επίμονα.

– Yes, who is;
– Ο κύριος Κωνσταντιάδης;
– Ο ίδιος.
-Σας τηλεφωνώ από το γραφείο του κυρίου Ανανιάδη στην Αλεξανδρούπολη για μία σοβαρή σας υπόθεση, καλό θα ήταν να τα πούμε σύντομα από κοντά γιατί ο χρόνος μας πιέζει, καλό σας βράδυ..

Ο Ιάσονας απόρησε.

Τι να σήμαινε άραγε αυτό το τηλεφώνημα;

Είχε φύγει από την Αλεξανδρούπολη στα 16 του πριν από 24 χρόνια  για να ζήσει στην πόλη των ονείρων του, τη Νέα Υόρκη. Στην Ελλάδα είχε να ‘ρθει από το 1988. Κάτι που οι δικοί του δύσκολα είχαν αποδεχτεί. Ο πατέρας του τον προόριζε για δικηγόρο, μόνο που ο Ιάσονας είχε άλλα όνειρα, ήθελε να γίνει ζωγράφος και τα κατάφερε. Όλοι οι μεγάλοι κριτικοί τέχνης μιλούσαν διθυραμβικά για το έργο του. Λίγες μέρες πριν, στις είκοσι δύο  του Δεκέμβρη, εγκαινίασε μία ακόμη πετυχημένη έκθεσή του με τίτλο «Παλιά σπίτια του κόσμου» σε γκαλερί του Μανχάταν.

Την επόμενη μέρα, μετά από αυτό το τόσο απροσδόκητο τηλεφώνημα που δέχτηκε μέσα στη νύχτα, πήρε το πρώτο αεροπλάνο και πέταξε για την Αθήνα και από εκεί στην Αλεξανδρούπολη. Φτάνοντας στην πόλη που γεννήθηκε ένοιωσε μέσα του μία παγωμάρα, ένα απόλυτο κενό. Άφησε τα πράγματά του στο ξενοδοχείο και κατευθύνθηκε προς το συμβολαιογραφικό γραφείο. Είδη η Νέα Υόρκη του έλλειπε πολύ, ήθελε να τελειώνει γρήγορα και να φύγει.

Θυμάται πως όταν πέθανε η μητέρα του, πριν μερικά χρόνια, δεν  θέλησε να πάει στην κηδεία της. Δεν άντεχε καν στη σκέψη να το ζήσει αυτό,  γιατί τη λάτρευε. Για το λόγο αυτό κι έκανε μήνες ψυχανάλυσης για να μπορέσει να το ξεπεράσει. Φτάνοντας στο γραφείο του συμβολαιογράφου και μετά από λίγες τυπικές κουβέντες και ένα φλιτζάνι καφέ του διαβάστηκε το περιεχόμενο της διαθήκης που είχε συντάξει ο πατέρας του λίγο πριν πεθάνει, ακριβώς πριν έξι μήνες.

Ο Ιάσονας δεν είχε παρευρεθεί ούτε στην κηδεία του πατέρα του. Δεν άντεχε να δει νεκρό τον άνθρωπο που θαύμαζε και πίστευε ότι ήταν άτρωτος, μα τελικά τον νίκησε ο θάνατος. Στη διαθήκη ο πατέρας του τον άφηνε ως το μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του, που ήταν το πατρικό του, μιας και ο Ιάσονας δεν είχε αδέρφια. Το σπίτι ήταν ένα παλιό αρχοντικό που είχε στεγάσει τα όνειρα, τις ελπίδες και τις ζωές τριών γενεών. Ήταν από τα παλαιότερα αρχοντικά της πόλης. Στο σαλόνι του είχαν φιλοξενηθεί σπουδαίοι άνθρωποι: πολιτικοί, καλλιτέχνες και οικονομικοί παράγοντες της Θράκης.

Ο Ιάσονας πήρε τα κλειδιά από το συμβολαιογράφο, αφού πριν ασυναίσθητα υπέγραψε την αποδοχή κληρονομιάς. Στο δρόμο για το σπίτι έβλεπε χωρίς να προσέχει τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων, ενώ κρατούσε σφιχτά στη χούφτα του τα κλειδιά, που το μέταλλό τους πάγωνε την ψυχή του. Φτάνοντας, κοντοστάθηκε μπροστά σε μία παλιά, επιβλητική και βαριά σκαλισμένη ξύλινη πόρτα που έφραζε την είσοδο. Οι εξωτερικοί τοίχοι ήταν καλυμμένοι στο μεγαλύτερο μέρος τους με ξύλο, δίνοντας την αίσθηση της μεγαλοπρέπειας και της επιβλητικότητας στο χώρο. Έβαλε το κλειδί στην κλειδωνιά και μπαίνοντας στο εσωτερικό του σπιτιού, ένοιωσε να τον διαπερνά ένα κύμα ψύχους σε όλο του το κορμί. Μπαίνοντας έπιασε το μπράτσο της βαριάς ξύλινης σκάλας και άρχισε ν’ ανεβαίνει στον επάνω όροφο. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, εκείνα  έτρυζαν από τα χρόνια που τα σημάδεψαν. Οι πρώτες αναμνήσεις άρχισαν να τον κυριεύουν. Μπαίνοντας στο χολ του σπιτιού, η σκόνη ήταν τώρα η οικοδέσποινα που τον καλωσόριζε, μιας και βρισκόταν παντού διάσπαρτη στο χώρο. Τα έπιπλα του σαλονιού ήταν παλιά αρχοντικά από σκούρο ξύλο καρυδιάς και βελούδο μπορντό, που από το χρόνο είχαν σκοροφαγωθεί. Ο Ιάσονας θυμήθηκε τον πατέρα του, μια φιγούρα επιβλητική, να κάθεται μαζί με τους καλεσμένους του και να κουβεντιάζει, πίνοντας κόκκινο κρασί και καπνίζοντας. Ακούμπησε απαλά τη ράχη της αγαπημένης του πολυθρόνας και ύστερα το κεντρικό τραπεζάκι του σαλονιού, αφήνοντας μία γραμμή με τα δάχτυλά του πάνω στη σκόνη. Προχώρησε προς την κουζίνα, το βασίλειό της όπως το αποκαλούσε η μάνα του. Μπαίνοντας μέσα ένοιωσε την αύρα της να κυριεύει στο χώρο. Τη θυμήθηκε όταν μαγείρευε και αυτός παιδί έτρεχε γύρω από τα φουστάνια της,  κάνοντάς την να γελάει τρυφερά. Μια γλυκιά αίσθηση τον κυρίευσε, ξαφνικά όμως κατάλαβε πόσο πολύ του έλειπε η μάνα του. Έτρεξε γρήγορα έξω από την κουζίνα και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των παιδικών του χρόνων. Κλείνοντας τα μάτια είδε ένα μικρό ξέγνοιαστο αγόρι να παίζει ανέμελα και να βλέπει εικόνες της πόλης που ερωτεύτηκε, της Νέας Υόρκης. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο πολύ ήθελε και αυτός ένα παιδί, ένα δικό του παιδί, που θα έβλεπε και κείνο κάποτε το σπίτι των φυλαγμένων αναμνήσεών του στο ντουλαπάκι του χρόνου και της καρδιάς του.

Όταν ο Ιάσονας αποφάσισε να φύγει από το σπίτι, έξω είχε ήδη νυχτώσει και νιφάδες χιονιού στροβιλίζονταν στην ατμόσφαιρα. Σκέφτηκε την άλλη μέρα που θα ερχόταν να κατεβάσει από το πατάρι το χριστουγεννιάτικο δέντρο της παιδικής του ηλικίας για να το στολίσει. Με αυτό τον τρόπο θα έγραφε τον επίλογο σ’ ένα βιβλίο που το σημάδεψε ο χρόνος και οι αναμνήσεις. Κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα, κλείδωσε την πόρτα και ήρεμος πια περπάτησε στον άδειο παραλιακό δρόμο έχοντας για παρέα του τις νιφάδες του χιονιού.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο