alexis-800x140

Επάγγελμα ουτοπία… όπως γυναίκα…

της Γιώτας Αγαπητού

Αθήνα, Μάρτιος, ένα μήνα πριν το Πάσχα, η πόλη σιγά σιγά υποδέχεται την άνοιξη.

Φώτα, βρε παιδιά, διορθώστε λίγο το κραγιόν, δε βλέπεται ότι ξεφεύγει από το περίγραμμα και δείχνει χάλια. Φωνάζει όλο νεύρο και σκέρτσο ο Φελίπ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής.

Και σταμάτα να κρυώνεις, δεν καταλαβαίνεις ότι δεν θα βγεις καλή; Προσθέτει ο Οδυσσέας, ο φωτογράφος.

Η ώρα 21:30 μ.μ.

Εδώ και πάνω από δώδεκα ώρες μία ομάδα ανθρώπων κάνει φωτογράφιση στα χαρακτηριστικότερα μέρη της Αθήνας για το εορταστικό τεύχος της ελληνικής Vogue.

Μοντέλο η Φαίδρα, μια ψιλή, αδύνατη κοπέλα, με όχι πολύ μακριά καστανά μαλλιά και μαύρα μάτια. Η Φαίδρα λίγο πριν πάρει το πτυχίο της από τα Τ.Ε.Ι. νοσηλευτικής Αθηνών ξεκινάει σήμερα την πρακτική της άσκηση στον “Ευαγγελισμό”. Παράλληλα όμως εδώ και τρία χρόνια ασχολείται και με το μόντελινγκ, το οποίο ήταν κάτι που ήθελε ν’ ακολουθήσει από παιδί, η νοσηλευτική απλά ήταν το μέσον που θα την οδηγούσε από την Καλαμάτα στην Αθήνα, ενώ από εκεί ως μοντέλο θα περπατούσε στις μεγάλες πασαρέλες του κόσμου.

Η πόλη έχει παραδοθεί στο σκοτάδι και στο ανοιξιάτικο αεράκι. Μία δύο λήψεις ακόμη και τέλος. Εξώφυλλο στην Vogue και φωτογράφιση για το σαλόνι του περιοδικού είναι το όνειρο κάθε μοντέλου φτασμένου και μη.

Ώρα 22:00 μ.μ.

Τέλος, καταπληκτική φωτογράφιση, γλυκιά μου ήσουν υπέροχη. Σίγουρα μετά απ’ αυτό σε περιμένουν πολλά εξώφυλλα ακόμα, είπε όλο χάρη και γεμάτος ευχαρίστηση ο Φελίπ απευθυνόμενος στη Φαίδρα.

Σ’ ευχαριστώ πολύ Φελίπ και σένα Οδυσσέα, αλλά και όλους σας παιδιά, όλα ήταν υπέροχα σαν όνειρο, μόνο που τώρα πρέπει να φύγω, είπε η Φαίδρα.

Ξεκινάς πρακτική; Ρώτησε ο Οδυσσέας.

Ναι, πρέπει να γίνει και αυτό. Πρέπει να πάρω το πτυχίο μου, το έχω τάξει στους γονείς μου, αλλά είναι και ένα στοίχημα που έχω βάλει με τον εαυτό μου ότι θα τα καταφέρω.

Σε πιο νοσοκομείο; Ρώτησε η Ξένια, η μακιγιέρ.

Στον Ευαγγελισμό, σήμερα εφημερεύει κιόλας.

Αφού χαιρέτησε ευχαριστώντας βιαστικά όλους, έφυγε γρήγορα για το νοσοκομείο. Η κίνηση στους δρόμους ήταν ασυνήθιστα έντονη για βράδυ.

Ώρα 23:30 μ.μ.

Φτάνοντας στο γραφείο της εφημερεύουσας νοσηλεύτριας του νοσοκομείου, αυτή της υπέδειξε το τμήμα όπου θα πήγαινε. Η Φαίδρα μετά από αρκετή ώρα έφτασε στην χειρουργική κλινική. Από την ίδια την εφημερεύουσα είχε μάθει ότι ήταν ένα από τα δυσκολότερα και πιο απαιτητικά τμήματα του Ευαγγελισμού.

Ώρα 23:45 μ.μ.

Συγνώμη που άργησα, απλά χάθηκα στους διαδρόμους του νοσοκομείου, είπε λαχανιασμένη η Φαίδρα ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου. Εκείνη την ώρα οι δύο νοσηλεύτριες ετοίμαζαν τα φάρμακα και ότι χρειαζόταν για τη νοσηλεία και την πρώτη επίσκεψη της βάρδιας στους θαλάμους των ασθενών. Μόλις άκουσαν τη Φαίδρα γύρισαν προς το μέρος της κι εκείνη πάγωσε Οι δύο νοσηλεύτριες την κοίταξαν με απορία. Τότε η Μυρτώ, της είπε:

Είσαι η μαθήτρια που ξεκινάει πρακτική; Μας ενημέρωσαν το πρωί ότι θα ερχόσουν.

Ναι, απάντησε η Φαίδρα και συνέχισε, με λένε Φαίδρα και έχω τελειώσει τα Τ.Ε.Ι. της Αθήνας. Συγγνώμη για το έντονο μακιγιάζ, αλλά δεν μπόρεσα να ξεβαφτώ γιατί δεν προλάβαινα, εργάζομαι ως μοντέλο και μόλις τώρα ήρθα από μία φωτογράφιση.

Καλησπέρα Φαίδρα, δεν πειράζει μη στενοχωριέσαι γι’ αυτό, είπε η Μυρτώ. Τη συνάδερφο από εδώ, που είναι υπεύθυνη βάρδιας, τη λένε Μιράντα και εμένα Μυρτώ. Φαντάζομαι ότι θα ενημερώθηκες πως το νοσοκομείο μας εφημερεύει, οπότε η δουλειά σήμερα είναι αυξημένη λόγω των εισαγωγών που περιμένουμε, θα δεις πολύ σκληρά και ενδιαφέροντα πράγματα, είπε ολοκληρώνοντας τη φράση της η Μυρτώ.

Αφού έκανε χειραψία η Φαίδρα με τις δύο νοσηλεύτριες αυτές της εξήγησαν όλα όσα κάνουν στη βραδινή βάρδια, ενώ εκείνη τις άκουγε με απορία, αλλά και θαυμασμό.

Ξεκίνησαν την επίσκεψή τους στους θαλάμους. Η Φαίδρα κοιτούσε σοκαρισμένη βλέποντας τόσο ανθρώπινο πόνο στοιβαγμένο σε οκτάκλινους και εξάκλινους θαλάμους, αλλά και στο διάδρομο που γέμιζε σιγά – σιγά από ασθενείς πάνω σε ράντζα. Στη σχολή θυμάται ότι τους τα παρουσίαζαν όλα τόσο όμορφα και ιδανικά, ενώ η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Η νύχτα προχωρούσε και οι εισαγωγές ασθενών συνεχίζονταν: άστεγοι, πόρνες, μετανάστες, άνθρωποι της νύχτας, αλλά και καθημερινοί άνθρωποι με λογής – λογής προβλήματα. Θάνατοι, διασωληνώσεις μέσα σε θαλάμους, προετοιμασία ασθενών για έκτακτο χειρουργείο – όλα τα είδε εκείνη τη νύχτα η Φαίδρα. Οι νοσηλεύτριες έτρεχαν καθ’ όλη την διάρκεια της βάρδιας χωρίς να προλαβαίνουν να πιουν έστω και μία γουλιά καφέ, ενώ παράλληλα έδιναν και σε κείνη οδηγίες για απλά πράγματα που μπορούσε να κάνει.

Ώρα 05:00 π.μ.

Η Φαίδρα σταμάτησε για λίγο μπροστά από το παράθυρο του διαδρόμου. Η Αθήνα σκεπασμένη με το πέπλο της νύχτας είχε παραδοθεί στο ψυχρό ανοιξιάτικο αεράκι. Ορισμένα διαμερίσματα των απέναντι  πολυκατοικιών έφεγγαν ήδη, καθώς κάποιοι ξεκινούσαν τη μέρα τους. Άνοιξε το παράθυρο και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα, ήταν κουρασμένη, ήθελε τόσο πολύ ένα τσιγάρο και έναν καφέ. Η φωνή όμως ενός ασθενούς μέσα από κάποιο θάλαμο την προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα:

Αδερφή πονάω, σας παρακαλώ κάντε κάτι.

Ήταν ένας άστεγος που είχε μεταφερθεί εκείνη τη νύχτα στο νοσοκομείο, τον βρήκαν στη Βουκουρεστίου ημιλιπόθυμο με φρικτούς πόνους στην κοιλιακή χώρα, ήταν σε άθλια κατάσταση μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο. Έκανε χειρουργείο, «Οξεία Περιτονίτιδα» είπαν οι γιατροί. Η Φαίδρα ενημέρωσε τις νοσηλεύτριες οι οποίες του χορήγησαν ενδοφλέβιο παυσίπονο.

Ώρα 06:30 π.μ.

Σε λίγο τελείωνε η νυχτερινή βάρδια.

Αν θέλεις μπορείς να πας ν’ αλλάξεις, να υπογράψεις και να φύγεις, είπε η Μυρτώ στη Φαίδρα.

Ναι, θα το ήθελα αυτό, απάντησε εκείνη.

Εξάλλου σε λίγο τελειώνει η βάρδιά μας, οπότε δεν έχεις τίποτε άλλο να δεις, είπε η Μιράντα.

Τελικά θα μας πεις πως σου φάνηκε; Την ρώτησε η Μυρτώ.

Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι ήταν μία έντονη και γεμάτη σκληρές εικόνες νύχτα που σχεδόν με σόκαραν. Καμία σχέση με όσα μας έλεγαν στη σχολή, όπου όλα ήταν ωραιοποιημένα.

Θα ήθελες ποτέ να εργαστείς σε νοσοκομείο; Ξαναρώτησε η Μυρτώ.

Αυτό δεν μπορώ να στο απαντήσω ακόμα, δεν ξέρω. Εξάλλου αυτή τη στιγμή θέλω και ονειρεύομαι άλλα πράγματα, πιο λαμπερά, πιο εφήμερα, αλλά υπό μία άποψη και κείνα σκληρά. Ίσως θα μπορώ να σου απαντήσω σε μία δεκαετία, αλλά όχι τώρα, είπε η Φαίδρα.

Αφού έκανε ένα τελευταίο τσιγάρο και ήπιε μία ακόμη γουλιά καφέ με τις νοσηλεύτριες, τις ευχαρίστησε  που την άφησαν να γίνει και κείνη κομμάτι της τόσο δύσκολης μα και ενδιαφέρουσας βάρδιας. Πήρε την τσάντα της και βγήκε στο δρόμο, μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη, φαινόταν τόσο κουρασμένη, τα μάτια της είχαν μουντζουρωθεί από τη μάσκαρα. Έτσι όπως έβλεπε το πρόσωπό της στον καθρέφτη ένιωθε σαν να έβλεπε τον κόσμο όλο. Φτιασιδωμένος και κείνος πίσω από τη λάμψη του, κρύβει το πραγματικά αληθινό και σκληρό πρόσωπό του.

Ώρα 07:00 π.μ.

Μία ακόμη νυχτερινή βάρδια τελείωσε.

Η πόλη σιγά – σιγά ξυπνώντας ξεκινούσε τη μέρα της.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο