Ένας γάτος που τον λέγανε Dream και ήταν «Κλέφτης Ονείρων» – Μέρος πρώτο

της Γιώτας Αγαπητού

Αρχές άνοιξης, οι πρώτες ζεστές μέρες του χρόνου αρχίζουν δειλά δειλά ν’ αγκαλιάζουν το «Μεγάλο Μήλο».

Σ’ ένα πολυτελές διαμέρισμα στην περιοχή του Μανχάταν μία ψηλόλιγνη φιγούρα μ’ έντονο πλατινέ μαλλί, που θυμίζει χτένισμα της εποχής γυναικών του μεσοπολέμου, μόλις έχει ξυπνήσει. Παραπατώντας προσπαθεί να ετοιμάσει τον πρώτο καφέ της ημέρας, ενώ στα πόδια της μπλέκεται χουρχουρίζοντας ένας μπεζ και καφετί κεραμιδόγατος. Στο ένα του μάτι έχει σχηματισμένη μια λευκή καρδιά. Ο Dream εδώ και λίγη ώρα έχει μπει στο διαμέρισμα από το μισάνοιχτο παράθυρο της σοφίτας. Το διαμέρισμα όπου μένει η Άντρεα βρίσκεται στον τέταρτο όροφο ενός παλιού νεοκλασικού σπιτιού που χτίστηκε το 1885, όπως μαρτυρά και η πλακέτα που βρίσκεται πάνω από την κεντρική είσοδο.

Η Άντρεα, μία γυναίκα που έχει χάσει ήδη τη δεύτερη νιότη της εδώ και λίγα χρόνια, ζει μόνη της. Μία φορά την εβδομάδα την επισκέπτονταν η Μικαέλα, μία νεαρή γυναίκα από το Μεξικό, που τη βοηθούσε αφιλοκερδώς στις δουλειές του σπιτιού. Το τελευταίο διάστημα όμως έχει πάψει να έρχεται χωρίς καν να της έχει εξηγήσει το λόγο. Η Μικαέλα από παιδί ήταν θαυμάστρια της Άντρεα. Κάθε Πάσχα ερχόταν με τους γονείς της στη Νέα Υόρκη για να τη δουν και να τη θαυμάσουν από κοντά στο θέατρο. Μητέρα της είναι η σπουδαία Ντολόρες Ντε Λα Βίτα, μία από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς της Λατινικής Αμερικής, η οποία επηρέασε μυώντας την κόρη της στα μυστικά της υποκριτικής. Η Μικαέλα σπούδασε και κείνη ηθοποιία και ονειρευόταν να παίξει κάποτε σπουδαίους ρόλους. Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη για να μπορέσει να βγάλει το χαρτζιλίκι της έπιασε δουλειά ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της Άντρεα, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να «κλέψει» κάποια από τα μυστικά της γύρω από την υποκριτική τέχνη. Η βοήθειά της στο σπίτι ήταν υποτυπώδης. Εξάλλου, ποτέ δεν είχε ανάγκη τα χρήματα, αφού οι γονείς της τη στήριζαν οικονομικά. Το τελευταίο διάστημα όμως η Μικαέλα έχει εξαφανιστεί, κάνοντας την Άντρεα ν’ ανησυχεί γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της. Αυτό την κάνει να νιώθει αφόρητη μοναξιά, χωρίς όμως ποτέ να θέλει να το αποδεχτεί μέσα της.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η Άντρεα ζει τελείως μόνη της. Ήταν μία σταρ του θεάτρου και του σινεμά. Όπως της άρεσε να διηγείται, γεννήθηκε ένα φθινοπωρινό πρωινό του Νοέμβρη, του 1940, στη Νέα Υόρκη. Ο πατέρας της, καθολικός ιερέας, αυστηρός και οπαδός των συντηρητικών, ήταν υπέρμαχος των φυλετικών διακρίσεων. Η μητέρα της, μία γυναίκα προοδευτική, γαλήνια και ήρεμη σαν άγγελος, όπως έλεγε η Άντρεα, είχε την ατυχία να χάσει τα έξι από τα οχτώ παιδιά της όταν ακόμα ήταν βρέφη. Η Άντρεα μαζί με το μικρότερο αδερφό της, το Μάθιου, ήταν τα δύο παιδιά που επέζησαν σε αυτή την οικογένεια. Μεγάλωσαν σ’ ένα αυστηρά καταπιεστικό περιβάλλον με δύο γονείς που είχαν εκ διαμέτρου αντίθετους χαρακτήρες. Παρόλα αυτά όμως, ο αυστηρών αρχών σύζυγος είχε αφήσει εξ ολοκλήρου την ανατροφή των παιδιών στη γυναίκα του, που υπεραγαπούσε. Μεγαλώνοντας ο Μάθιου ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και έγινε ιερέας στην καθολική εκκλησία του Αγίου Αντρέα στο Σαν Φρανσίσκο, όπου τον ακολούθησαν και οι δύο ηλικιωμένοι γονείς του.

Σε ηλικία δεκαοχτώ χρονών η Άντρεα ανακοίνωσε στους γονείς της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός. Στο άκουσμα της είδησης αυτής ο πατέρας της ήρεμος, σχεδόν ψυχρός, το μόνο που της είπε ήταν: «Κάνε ότι σε φωτίσει ο θεός ή ο διάβολος, απλά ό,τι δουλειά αποφασίσεις τελικά να κάνεις να τη σπουδάσεις πρώτα». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που οι δυο τους θα αντάλλασαν κάποια κουβέντα, μιας και η κόρη του λίγες μέρες αργότερα θα έφευγε από το σπίτι. Η μάνα της, λίγο πριν φύγει για να συναντήσει τη μοίρα της η νεαρή γυναίκα, της είπε: «Η αγκαλιά μου θα είναι πάντα ανοιχτή και θα σε περιμένει όταν θα την έχεις ανάγκη». Ακούγοντας τα λόγια αυτά, εκείνη  της χαμογέλασε γλυκά. Οι δύο γυναίκες θα συναντιόνταν και πάλι μετά από χρόνια, αν και η μητέρα της πήγαινε κρυφά στο θέατρο και καθόταν στις πίσω θέσεις για να μην την αναγνωρίσει η κόρη της. Φεύγοντας από το σπίτι της η Άντρεα έκανε δουλειές του ποδαριού, ενώ παράλληλα σπούδαζε στο « Actor studio» τη θρυλική και διάσημη σχολή ηθοποιίας της Νέας Υόρκης. Λόγω του ταλέντου της σύντομα άρχισε να παίρνει μέρος σε μεγάλες θεατρικές παραστάσεις. Στα εικοσιπέντε της ήταν ήδη μία σταρ. Δυστυχώς όμως μαζί με τη δόξα και το χρήμα άρχισαν να της δημιουργούνται και διάφορες ανασφάλειες που τη βασάνιζαν. Παρόλο που η καριέρα της άνθιζε και τα κινηματογραφικά στούντιος υπέγραφαν λευκές επιταγές για χάρη της, εκείνη σε κάποια στιγμή της καριέρας της άρχισε ν’ αρνείται πεισματικά να πρωταγωνιστήσει σε κινηματογραφικές παραγωγές. Χωρίς να το καταλάβει άρχισαν να μπαίνουν σιγά σιγά στη ζωή της τα παυσίπονα και το αλκοόλ. Στην αρχή σαν δικαιολογία προέβαλε τις ημικρανίες που την ταλαιπωρούσαν για χρόνια, αλλά στη συνέχεια η δικαιολογία αυτή άρχισε να ξεθωριάζει.   

Μέσα της δεκαετίας του 1970. Η Άντρεα γνώρισε, παντρεύτηκε και χώρισε σε μικρό χρονικό διάστημα τον ένα και μοναδικό άντρα που αγάπησε πραγματικά, όπως εκείνη έλεγε, τον Οδυσσέα Φιλιππόπουλο, ο οποίος είχε καταγωγή από τη Λακωνική Μάνη. Γόνος πλούσιας ελληνικής οικογένειας και ισχυρό μέλλος του ελληνικού λόμπι της Αμερικής. Ο Οδυσσέας Φιλιππόπουλος ήτανε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης αλυσίδας εστιατορίων με ελληνική κουζίνα στη χώρα. Γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν και χώρισαν πολύ ξαφνικά. Ο κύριος λόγος ήταν η εναντίωση της μητέρας του Οδυσσέα σε αυτό το γάμο, της κυρίας Κανέλλας, η οποία είχε κουραστεί από τα καπρίτσια της νύφης της. Έτσι, με τη βοήθεια του άντρα της, του Περικλή, που ήτανε παλαιών αρχών, μπόρεσε και χώρισε το γιο της από τη γνωστή ηθοποιό. Η Άντρεα σεβάστηκε την επιθυμία του άντρα της και της οικογένειάς του, φεύγοντας μακριά τους. Περνώντας τα χρόνια κάποια στιγμή θα εξομολογούνταν στους λιγοστούς της φίλους ότι δεν ξεπέρασε ποτέ τον πρώην μεγάλο της έρωτα. Όμως, όπως έμαθε κάποια στιγμή, ούτε και ο Οδυσσέας ξαναπαντρεύτηκε. Ωστόσο, μετά από τον χωρισμό της η Άντρεα άρχισε να βουλιάζει όλο και πιο πολύ στο κοκτέιλ των χαπιών μαζί με το αλκοόλ. Τώρα πια ήταν κοινό μυστικό στους καλλιτεχνικούς κύκλους αυτή η έντονη εξάρτησή της, η οποία προς το παρόν δεν την είχε επηρεάσει ακόμη καλλιτεχνικά. Τα επόμενα πέντε χρόνια η Άντρεα θα βρίσκεται και πάλι στο απόγειο της καριέρας της.  

Αρχές της δεκαετίας του 1980. Σε λίγο καιρό θ’ ανέβαζε την τελευταία της παράσταση στο Μπρόντγουεϊ, στο θρυλικό θέατρο Dream, όπου όλα αυτά τα χρόνια φιλοξενούσε το ταλέντο και τις τεράστιες επιτυχίες που έκανε.

Άνοιξη του 1980 και η Άντρεα υποδύεται την Βάιολετ Βέναμπλ, την ηρωίδα του θεατρικού έργου «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς, του μοναδικού συγγραφέα που η ηθοποιός λάτρευε σαν θεό της.

Τελευταία παράσταση. Η Άντρεα μετά βίας θυμάται τα λόγια από το ρόλο της. Πριν την έναρξή της, έχει πάρει σχεδόν μισό κουτί ηρεμιστικά χάπια ανακατεμένα με αλκοόλ για να μπορεί να φέρει σε πέρας την παράσταση. Η αυλαία επιτέλους πέφτει, το κοινό την επευφημεί, σαν να νιώθει ότι δε θα την δει ποτέ ξανά πάνω στη σκηνή. Το ίδιο προαίσθημα έχει όμως και κείνη. Η τελευταία παράσταση, το τελευταίο μεγάλο χειροκρότημα και όλα τελειώνουν μέσα  σε μία απέραντη εκκωφαντική σιωπή. Τα φώτα της κουίντας θα σβήσουν για πάντα και η Άντρεα θα μείνει μόνη, έχοντας ελάχιστους θαυμαστές να τη θυμούνται.

Άνοιξη του 1980. Στη συνοικία Χάντσον Σκουέρ τα φώτα θα «έσβηναν» και για τον αργότερα συνοδοιπόρο της Άντρεα, τον Dream. Ο Dream ήταν ο γάτος της μικρής Σαρλότ. Το κορίτσι ήταν μόλις δέκα χρονών. Είχε μακριά καστανά μαλλιά με μπούκλες και μεγάλα καστανά μάτια. Εδώ και δύο χρόνια ο γάτος είχε γίνει ο καλύτερός της φίλος. Οι δυο τους ήταν αχώριστοι. Εκείνος, αν και γάτος, της ήταν πιστός. Τα βράδια κούρνιαζε στα πόδια της για να κοιμηθεί. Ξαφνικά όμως όλα αυτά άλλαξαν. Η Σαρλότ αρρώστησε από μία επιθετική μορφή λευχαιμίας, όπως είπαν οι γιατροί στους γονείς της,  προετοιμάζοντάς τους για τα χειρότερα. Η Σαρλότ μέρα με τη μέρα βυθιζόταν στα συμπτώματα της ασθένειάς της. Τα μακριά καστανά μαλλιά της με τις μπούκλες, λόγω των χημειοθεραπειών, έδωσαν τη θέση τους σ’ ένα μικρό γυμνό αγγελικό κρανίο. Ο Dream όταν εκείνη κοιμόταν πήγαινε και ζέσταινε το κεφάλι του μικρού κοριτσιού αγκαλιάζοντάς το.

Το πρωινό της ημέρας που η Άντρεα θα έδινε την τελευταία της παράσταση κάπου πιο μακριά παιζόταν μία άλλη δραματική, αληθινή αυτή τη φορά σκηνή. Η κατάσταση της Σαρλότ είχε επιδεινωθεί και οι γονείς της για μία ακόμα φορά, που θα ήταν και η τελευταία, θα τη μετέφεραν στο νοσοκομείο. Ο Dream όταν ξύπνησε δε βρήκε τη μικρή φίλη του στο κρεβάτι της και άρχισε να νιαουρίζει ανήσυχος. Από ένα μισάνοιχτο παράθυρο πετάχτηκε προς τα έξω και άρχισε να περπατάει στους δρόμους αναζητώντας τρομαγμένος το μικρό κορίτσι.

Ώρα 11:00 π.μ. Η Άντρεα γύριζε στο σπίτι από το φαρμακείο, όπου είχε κατέβει για να προμηθευτεί τα συνηθισμένα της χάπια, μαζί μ’ ένα μπουκάλι ακριβού αλκοόλ. Έξω από την πόρτα του σπιτιού της τα βήματά της συναντήθηκαν με κείνα ενός μπεζ με καφέ τρίχωμα  γάτου, που στο ένα του μάτι είχε μία μεγάλη λευκή καρδιά. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν αμήχανα. Το ζώο φαινόταν πεινασμένο και κουρασμένο. Παρόλα αυτά όμως της κούνησε φιλικά την ουρά.

Πεινάς; στο σπίτι έχω λίγο ψητό κοτόπουλο από χθες, αν σ’ ενδιαφέρει έλα.

Η Άντρεα χωρίς να κοιτάξει πίσω της άρχισε ν’ ανεβαίνει ένα ένα τα σκαλοπάτια. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματός της άκουσε ένα θλιμμένο νιαούρισμα….

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο