Ένας γάτος που τον λέγανε Dream και ήταν «Κλέφτης Ονείρων» – Μέρος δεύτερο

της Γιώτας Αγαπητού

Η Άντρεα χαμογέλασε στον Dream. Μπαίνοντας στο σπίτι, εκείνη τήρησε την υπόσχεσή της. Έβγαλε από το φούρνο ένα πιάτο με λίγο κοτόπουλο και αφού το ξεκοκάλισε του το έδωσε να το φάει. Δίπλα τοποθέτησε κι ένα πιατάκι με καθαρό νερό. Ο Dream, παρόλο που ήταν θλιμμένος, έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό. Αφού η Άντρεα ταχτοποίησε τα πράγματα που είχε πάρει από την αγορά, κάθισε στον καναπέ και ήπιε  μερικά χάπια με λίγο αλκοόλ.

– Μικρέ μου φίλε τώρα που έφαγες είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις. Πάνω, στη σοφίτα, υπάρχει πάντα ένα παράθυρο που θα μένει μισάνοιχτο για σένα, μπορείς να φύγεις από εκεί όποτε εσύ το θελήσεις.

Μετά από λίγο η Άντρεα παραδομένη στη δίνη των χαπιών βυθίστηκε σε λήθαργο. Ο Dream βλέποντάς τη να κοιμάται κοντοστάθηκε πάνω από το κεφάλι της και την κοίταξε με στοργή και συμπάθεια. Έξω ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Εκείνος, αφού ανέβηκε στη σοφίτα πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της πόλης.

Ώρα εφτά το πρωί. Η Άντρεα μετά βίας προσπαθεί να σηκωθεί από τον καναπέ. Νιώθει αφάνταστα εξαντλημένη. Μπουσουλώντας και σκοντάφτοντας επάνω στα έπιπλα φτάνει επιτέλους στην κουζίνα. Αυτή τη στιγμή το μόνο που έχει ανάγκη είναι ένας ζεστός πρωινός καφές. Στα πόδια της άξαφνα νιώθει το άγγιγμα του γάτου.

– Καλημέρα. Εδώ είσαι εσύ; Νόμιζα ότι είχες φύγει για πάντα. Πεινάς; Να σου βάλω λίγο ζεστό γάλα;

Ο γάτος κούνησε την ουρά του ευτυχισμένος χουρχουρίζοντας. Αφού του έπλυνε το πιατάκι, έβαλε μέσα λίγο γάλα και αυτός το έφαγε λαίμαργα. Την υπόλοιπη μέρα η Άντρεα αποφάσισε να μην πιει ούτε μία γουλιά αλκοόλ και να μην πάρει χάπια, γιατί ήθελε να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στον απρόσκλητο επισκέπτη της, κάτι που την έκανε να νιώθει μετά από καιρό αφάνταστα ευτυχισμένη.

– Μπορείς να μείνεις όσο θέλεις, αλλά πρέπει να σου δώσω πρώτα ένα όνομα.

Η Άντρεα, καθώς τον είχε πάρει αγκαλιά, πρόσεξε ότι φορούσε στο λαιμό του ένα καφέ δερμάτινο κολάρο όπου πάνω του ήταν χαραγμένο τ’ όνομα Dream. Το ίδιο όνομα είχε και το θέατρο που κάποτε εκείνη είχε δοξαστεί για τις ερμηνείες της σε σημαντικούς ρόλους.

– Τέλεια! αναφώνησε σαν να ήταν μικρό κορίτσι.

– Δεν χρειάζεται να σου δώσω όνομα, αφού έχεις ήδη. Άραγε από πιο σπίτι να το έσκασες και ποιοι να είναι οι ιδιοκτήτες σου, που μπορεί τώρα και να σε ψάχνουν;

Ο Dream την κοίταξε για μία ακόμα φορά μέσα στα μάτια θλιμμένος και άρχισε να της γλύφει τρυφερά το πρόσωπο. Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι. Η Άντρεα τον έπαιρνε παντού μαζί της, αν και σπάνια έβγαινε από το σπίτι. Γι’ αυτό το λόγο του αγόρασε και μία τσαντούλα μεταφοράς. Αυτός ήταν πολύ ευτυχισμένος όταν εκείνη τον έβαζε μέσα και οι δυο τους έβγαιναν για δουλειές στην πόλη. Όλες τις άλλες μέρες καθόταν στο σπίτι. Αλλά κι ο Dream δεν είχε πολύ όρεξη να βγαίνει από το νέο του διαμέρισμα. Όλα αυτά όμως τη μέρα. Γιατί τη νύχτα έφευγε από το μισάνοιχτο παράθυρο της σοφίτας και εξαφανιζόταν στους δρόμους της πόλης. Τριγυρνούσε έξω από τα μισοσκότεινα παράθυρα των παιδικών δωματίων στις συνοικίες της Νέας Υόρκης, αναζητώντας απεγνωσμένα τη μικρή και λατρεμένη του φίλη, τη Σαρλότ. Ενώ αφουγκράζονταν τα γεμάτα χρώματα και χαρούμενες εικόνες όνειρα που έκαναν τα μικρά παιδιά. Υπήρχαν όμως και κείνα τα παιδιά που στον ύπνο τους έβλεπαν όνειρα που είχαν να κάνουν με τη σκληρή πραγματικότητα που βίωναν τα ίδια και οι γονείς τους, μιας και δεν ανήκαν στις προνομιούχες οικογένειες της πόλης. Το πρωί όταν τα φώτα στους δρόμους σιγά σιγά έσβηναν, εκείνος μπαίνοντας και πάλι από το μισάνοιχτο παράθυρο της σοφίτας, γύριζε κουρασμένος πίσω, χουρχουρίζοντας στην αγαπημένη του Άντρεα.

Ένα πρωί ξυπνώντας ζαλισμένη από το συνηθισμένο της κοκτέιλ που είχε πάρει από το προηγούμενο βράδυ, βλέποντάς τον του είπε.

– Εσύ αγαπημένο μου πλασματάκι πού γυρίζεις άραγε τα βράδια;

Εκείνος, παίρνοντας μία πονηρή έκφραση και κοιτώντας την τρυφερά, λες και κατάλαβε τι τον ρωτούσε, της νιαούρισε γλυκά. Η Άντρεα εκείνη την ώρα πίστεψε ότι ο Dream της απάντησε με τον τρόπο του. Έτρεξε αμέσως στο γραφείο της και άρχισε να ψάχνει τα πράγματά της. Κάπου καταχωνιασμένο βρήκε ένα λευκό τελάρο και ένα καβαλέτο, απομεινάρια μιας περιόδου όπου προσπαθούσε να μάθει να ζωγραφίζει. Πήρε αρκετά χρώματα και ασυναίσθητα άρχισε να σχηματίζει γραμμές και σχήματα, πιστεύοντας ότι μπορεί να αποδώσει τα όσα τις έλεγε, μεταφράζοντας με αυτό τον τρόπο το νιαούρισμα του Dream. Έτσι, λοιπόν, κάθε πρωί η Άντρεα ανάλογα με το νιαούρισμα του, πιστεύοντας ότι εκείνος της εξιστορούσε τι είδε στις νυχτερινές περιηγήσεις στα σοκάκια της πόλης, άρχισε να τα σχεδιάζει σε εικόνες. Κάθε φορά ήταν βέβαια και διαφορετικές, ανάλογα με την επήρεια των χαπιών και του αλκοόλ που είχαν στο ζαλισμένο της μυαλό.

Η Άντρεα ήθελε να πιστεύει ότι ο γάτος της ήταν πολύ διαφορετικός από τους άλλους. Φανταζόταν ότι εκείνος κάθε βράδυ τριγυρνούσε έξω από τα παράθυρα των ανθρώπων που κοιμόταν και έκλεβε τα όνειρά τους. Όνειρα που είχαν να κάνουν με τους ρυθμούς και τη ζωή αυτής της πόλης. Το πρωί όταν γύριζε πίσω σε κείνη, της τα διηγούνταν για να τα μετατρέψει σε πίνακες ζωγραφικής. Ένα πρωινό όμως ο  Dream δεν εμφανίστηκε, αλλά ούτε και το επόμενο. Η Άντρεα ανησύχησε. Για να ξεχαστεί πήγε να ζωγραφίσει, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσε. Έπεσε στον καναπέ απογοητευμένη και κοιμήθηκε βαριά, αφού πρώτα είχε καταναλώσει το συνηθισμένο της κοκτέιλ. Το άλλο πρωί ξυπνώντας αντίκρισε μπροστά της τον Dream. Την κοίταξε θλιμμένα με τα μάτια υγρά, λες και είχε αποχαιρετήσει ένα αγαπημένο του πρόσωπο.

Τις προηγούμενες μέρες εκείνος ξενυχτούσε έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν η μικρή Σαρλότ. Έμεινε εκεί δύο ολόκληρα μερόνυχτα, ως τη στιγμή που το κορίτσι έφυγε για πάντα. Όταν επέστρεψε μόλις τον είδε η Άντρεα, χωρίς να τον ρωτήσει που ήταν, του έβαλε να φάει. Ο  Dream νιαούριζε θλιμμένα, σχεδόν σπαραχτικά και κείνη, με οδηγό το κλάμα  του, δημιούργησε τον καλύτερο πίνακά της. Τα χρόνια περνούσαν και αυτή ζωγραφίζοντας άρχισε ν’ απομακρύνεται με τη βοήθειά του από το αλκοόλ και τα χάπια.

1990 και η συγκατοίκησή τους μετράει πλέον δέκα χρόνια. Η Άντρεα με τη συμπαράσταση του Dream εδώ και επτά χρόνια είναι πλήρως απεξαρτημένη. Της αρέσει να του μαγειρεύει, αλλά και να ζωγραφίζει. Μέσα στα δέκα αυτά χρόνια έχει φιλοτεχνήσει πάνω από διακόσιους πίνακες.

Άνοιξη του 1990.

– Σήμερα αγαπημένε μου Dream έχουμε επέτειο. Πότε κιόλας πέρασαν δέκα χρόνια; Αχ πόσο μεγαλώσαμε αγαπημένε μου.

Το τελευταίο διάστημα ο γάτος έπασχε από αρθρίτιδα, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλά βράδια όταν ο καιρός ήταν κρύος, βροχερός και είχε υγρασία, εκείνος να μένει στο σπίτι κουρνιάζοντας στα πόδια της. Η Άντρεα καθισμένη στο μεγάλο δερμάτινο παλιό καναπέ κοντά στο παράθυρο, έχοντας δίπλα της τώρα πια ένα φλιτζάνι ζεστού καφέ, διάβαζε στον Dream θεατρικά έργα του αγαπημένου της συγγραφέα, Τέννεση Ουίλιαμ, ενώ εκείνος χουρχούριζε μ’ ευχαρίστηση κοιτώντας έξω στο δρόμο.

Καθώς η Άντρεα είχε δημιουργήσει με τη βοήθεια του  Dream πίνακες επηρεασμένους από τις εξορμήσεις του στα μισοσκότεινα παράθυρα των σπιτιών της Νέας Υόρκης, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να τους εκθέσει στους παλιούς θαυμαστές της, οι οποίοι κάποτε την αποθέωναν στις θεατρικές αίθουσες του Μπρόντγουεϊ, αλλά και στο γνωστό θέατρο Dream

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο