Ένα ταξίδι ζωής

της Γιώτας Αγαπητού     

Αρχές του Ιούνη του 1910 και στο νησί της Καλύμνου οι γυναίκες περιμένουν με ανυπομονησία να περάσει το καλοκαίρι για να υποδεχτούν τα καΐκια με το πολύτιμο φορτίο τους από σφουγγάρια. Σχεδόν μια φορά το μήνα με το πλοίο της γραμμής που έρχεται από τον Πειραιά καταφθάνουν και τα γράμματα των ξενιτεμένων κατοίκων του νησιού προς τις οικογένειές τους, οι οποίες τα περιμένουν με ανυπομονησία και χαρά. Ρόλο ταχυδρομείου έχει αναλάβει το μπακάλικο του Μιχάλη Γιαμέλου. Εκεί καταφτάνουν όλα τα γράμματα όπου ο παπάς με το δάσκαλο τα διαβάζουν στις οικογένειες που δεν γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή.

Έτσι, λοιπόν, εκείνο το ζεστό πρωινό του Ιούνη του 1910, η Μαρουσώ, η μικρότερη κόρη της οικογένειας Γιαμαλάκη, είχε επισκεφτεί το μπακάλικο του κυρ Μιχάλη για ν’ αγοράσει τ’ απαραίτητα για το σπίτι. Προς μεγάλη της έκπληξη εκείνος της έδωσε ένα γράμμα από τη Νέα Υόρκη που είχε φτάσει στο νησί το προηγούμενο βράδυ. Το γράμμα αυτό ήταν από το Νώντα Γιαμαλάκη, ο οποίος σπάνια αλληλογραφούσε με τους δικούς του. Για το λόγο αυτό ο πατέρας του πικραμένος από το ξενιτεμένο παιδί του, όταν μεθούσε από το κρασί έλεγε ότι ποτέ τελικά δεν είχε γιο, κάτι που έκανε τη γυναίκα του να πικραίνεται. Η οικογένεια Γιαμαλάκη τα δέκα αυτά χρόνια που είχαν περάσει από τότε που έφυγε ο Νώντας για την Αμερική είχε ν’ αντιμετωπίσει τη δική της νέα καθημερινότητα και ν’ προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της. Η μάνα αναγκάστηκε να ξενοδουλεύει σε σπίτια καπετανέων, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του ανάπηρου άντρα της, που μέρα με τη μέρα βυθιζόταν μέσα στο αλκοόλ. Οι δύο μεγαλύτερες κόρες της οικογένειας, η Λενιώ και η Ασημίνα, είχαν παντρευτεί ναυτικούς από τη Σύμη και τη Κάρπαθο και είχαν φύγει από το νησί. Η μικρότερη κόρη, η Μαρουσώ, αφού κατάφερε και τελείωσε το δημοτικό, περίμενε τη στιγμή που ο αδερφός της ο Νώντας θα την έπαιρνε μαζί του στην Αμερική, όπως της είχε υποσχεθεί φεύγοντας πριν από δέκα χρόνια. Μία υπόσχεση που τα δύο αδέρφια όσο και οι γονείς τους δεν την είχαν ξεχάσει. Όμως τα χρόνια περνούσαν και η Μαρουσώ παρόλο που δικαιολογούσε τον αδερφό της που δεν την είχε καλέσει ακόμα, στην πραγματικότητα ένοιωθε αφάνταστα απογοητευμένη. Εξάλλου, τα προξενιά ερχόταν το ένα πίσω το άλλο, μα εκείνη έβρισκε τις πιο ευφάνταστες δικαιολογίες για να τις απορρίψει, κάνοντας τους γονείς της ν’ αγανακτούν με τη συμπεριφορά της.

Η Μαρουσώ ήταν πια είκοσι δύο χρονών και κάποια στιγμή θα έπρεπε να ενδώσει σ’ ένα από τα τόσα παλληκάρια που την πολιορκούσαν για να την κατακτήσουν, σαν μία άλλη ωραία Ελένη. Εκείνο το πρωινό του Ιούνη, όταν η Μαρυσώ Γιαμαλάκη έλαβε το γράμμα από την Αμερική η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Ήλπιζε ότι αυτή τη φορά ο Νώντας θα κρατούσε την υπόσχεσή του και θα την έπαιρνε μαζί του στη Νέα Υόρκη. Άλλωστε, το προηγούμενο βράδυ η Μαρουσώ είχε δει ένα περίεργο όνειρο κι ένοιωθε ότι αυτή τη φορά κάτι καλό πρόκειται να της συμβεί. Έτσι, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι γεμάτη ανυπομονησία και λαχτάρα να διαβάσει το γράμμα του μοναδικού ανθρώπου που ένοιωθε πως την καταλάβαινε. Όταν έφτασε στο σπίτι εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς. Ο κύρης της, όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα, ήταν από νωρίς στο καφενείο παρέα με άλλους απόκληρους ναυτικούς και δύτες, ενώ η μάνα της βρισκόταν στη δουλειά. Άνοιξε με προσοχή το γράμμα και άρχισε αργά να διαβάζει μία μία τις λέξεις σαν να ‘ταν κάτι ιερό. Ξαφνιάστηκε όταν επιτέλους ο αδερφός της της ζητούσε να πάει στη Νέα Υόρκη για να παντρευτεί το φίλο και συνέταιρό του Ardal Hugher, αυτόν τον κοκκινομάλλη νεαρό άντρα από το Galway της Ιρλανδίας, της χώρας των νεράιδων και των ξωτικών. Μέσα στο φάκελο υπήρχαν μερικά δολάρια, ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή και μία φωτογραφία του νεαρού υποψήφιου γαμπρού. Η Μαρουσώ σαστισμένη κοιτούσε ξανά και ξανά τη φωτογραφία του νεαρού κοκκινομάλλη άντρα, ενώ παράλληλα διάβαζε όσα περιέγραφε ο Νώντας για τον Ardal, τη γνωριμία και τη μετέπειτα φιλία και συνεργασία τους.  Επίσης περιέγραφε για το πώς ο  Ardal είχε γοητευτεί από την ομορφιά της Μαρουσώς όταν ακόμα εκείνη ήταν δώδεκα χρονών, σε μία φωτογραφία που του είχε δείξει την οποία είχε μαζί του, αλλά και το δυναμικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα της που του είχε περιγράψει ο ίδιος. Η Μαρουσώ συγκινήθηκε με όλα αυτά και ήθελε πολύ να γνωρίσει το συμπαθή Ιρλανδό, που η μοίρα τον είχε οδηγήσει στην οικογένεια Γιαμαλάκη. Χωρίς, λοιπόν, να περιμένει τους γονείς της να γυρίσουν, αμέσως έγραψε ένα γράμμα στον αδερφό της,  δίνοντάς του τη θετική της απάντηση για την πρόταση γάμου που της έκανε ο   Ardal. Ενώ ταραγμένη και γεμάτη ανυπομονησία ήθελε να τους διαβάσει το γράμμα του γιου τους και να τους ανακοινώσει την απόφασή της.

Την ώρα που η οικογένεια Γιαμαλάκη ήταν καθισμένη στο τραπέζι κι έτρωγε η Μαρουσώ τους μίλησε για το γράμμα και τα χρήματα που είχε μέσα στο φάκελο. Ο πατέρας σχεδόν ζαλισμένος από το ποτό και τη ζέστη αδιαφορώντας σηκώθηκε από το τραπέζι, ενώ η μάνα σκουπίζοντας τα δάκρυά της χαιρόταν που ο γιος της επιτέλους τα είχε καταφέρει στην Αμερική. Όταν όμως η Μαρουσώ άρχισε να διαβάζει για το προξενιό με τον Ιρλανδό συνέταιρο του Νώντα η μάνα ταράχτηκε. Παρόλα αυτά βλέποντας τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της κόρης της αποδέχτηκε τη μοίρα της οικογένειας, που ήθελε τα παιδιά να φεύγουν μακριά και οι γονείς να γερνάνε μονάχοι. Ο πατέρας καθισμένος σε μια γωνιά του δωματίου άκουγε απαθής τα όσα συνέβαιναν στο σπιτικό του, αφού δε μπορούσε να ξεφύγει από τη μοιρολατρία του λόγω της αναπηρίας. Από την ημέρα που του συνέβη το ατύχημα η γυναίκα του ήταν πια ο άντρας του σπιτιού που φρόντιζε για όλα.

Νέα Υόρκη, Ιούλιος του 1910 και ο Νώντας Γιαμαλάκης λαμβάνει τη θετική απάντηση στην πρότασή του από την αδερφή του, τη Μαρουσώ. Ως ανταπάντηση της έστειλε τ’ απαραίτητα χρήματα για το ταξίδι.

Παραμονές Χριστουγέννων του 1910. Η Μαρουσώ Γιαμαλάκη θα έκανε  το ίδιο ταξίδι που έκανε και ο αδερφός της πριν δέκα χρόνια. Έτσι, λοιπόν, μία κρύα μέρα του Δεκέμβρη, από το λιμάνι της Πάτρας αυτή τη φορά, με το υπερωκεάνιο «Αθηνά» θα ταξίδευε για την Αμερική. Στις αποσκευές της είχε μόνο λίγο φαγητό φτιαγμένο από τα χέρια της μάνας της, ένα φυλαχτό και μία υπόσχεση, ότι τα δύο αδέρφια κάποια στιγμή θα επισκέπτονταν τους γονείς τους στο νησί, μιας που τώρα πια θα τους συντρόφευαν μόνο οι αναμνήσεις και οι φωτογραφίες των παιδιών τους. Η Μαρουσώ στο ταξίδι ακολούθησε όσα της είχε γράψει ο αδερφός της, αλλά και είδε όσα σχεδόν είχε δει και κείνος. Είδε όμως κι άλλα που τη σόκαραν και που μετά από χρόνια θα τα έκανε ιστορία σ’ ένα βιβλίο που θα εξέδιδε. Είδε κοπέλες νεαρές, όπως και κείνη, να κρατάνε τη φωτογραφία ενός άντρα στο χέρι και να ταξιδεύουν μίλια μακριά για να τον παντρευτούν. Μέσα στο πλοίο η Μαρουσώ θα βίωνε όπως και οι άλλοι επιβάτες της τρίτης θέσης την πείνα, την αρρώστια και την ανέχεια. Στιγμές που θα έμεναν για πάντα στη μνήμη της. Δε θα ξεχάσει ποτέ τις ψείρες που ρουφούσαν το αίμα των δύστυχων ανθρώπων και τους αποτρέλαιναν. Μέσα στο καράβι θα έβλεπε έρωτες να γεννιούνται και στο τέλος του ταξιδιού να χωρίζουν για πάντα, κρατώντας απλά μία ανάμνηση που θα τους συντρόφευε τα μοναχικά βράδια στην καινούρια πατρίδα. Τους ανθρώπους που έπεφταν στη θάλασσα για να πνιγούν, λόγω της τρέλας που τους προκαλούσε μία αρρώστια ή μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Στοιβαγμένες ψυχές στ’ αμπάρια ενός πλοίου που η μάνα πατρίδα τους έδιωξε μακριά της. Τα βράδια, όταν όλοι στο πλοίο κοιμόταν, η Μαρουσώ ανέβαινε στο κατάστρωμα του καραβιού και με συντροφιά τ’ αστέρια και τον παφλασμό των κυμάτων ταξίδευε μακριά από το νησί της στην Ιρλανδία, τη χώρα των νεράιδων και των ξωτικών και η καρδιά της ανυπομονούσε να συναντήσει το δικό της ξωτικό με την ελπίδα να ζήσουν ευτυχισμένοι.

Μετά από ένα μήνα ταξιδιού με το υπερωκεάνιο «Αθηνά» η Μαρουσώ θα φτάσει στη Νέα Υόρκη και στο νησί Έλις. Μαζί της θα φτάσουν και άλλες κοπέλες που καρδιοχτυπούν, γιατί κι αυτές περιμένουν να γνωρίσουν το άνδρα της δικής τους φωτογραφίας. Οι μέρες όπου θα περάσει η Μαρουσώ υποχρεωτικά στο νησί Έλις κυλούν αργά και βασανιστικά. Γύρω και δίπλα της άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που έφτασαν στην Αμερική για να την κάνουν με τα χέρια τους παγκόσμια δύναμη.

Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού ο έλεγχος των εγγράφων, για να πάρει το πολυπόθητο οκέι. Η Μαρουσώ έχοντας τα χρήματα στην τσέπη του φορέματός της στέκεται μπροστά στο υπάλληλο και περιμένει. Η καρδιά της για μία ακόμα φορά φτερουγίζει. Στη μεγάλη αίθουσα ακούγονται φωνές χαράς, απόγνωσης και πόνου. Πάνω στα χαρτιά της ο ελεγκτής σημειώνει με μπλε στυλό ένα μεγάλο ΟΚ. Τα πόδια της τρέμουν. Τα μάτια της μετά από καιρό πλημυρίζουν από δάκρυα χαράς και αγωνίας. Έξω από την πόρτα της μεγάλης αίθουσας στο νησί Έλις την περιμένει για να τη συναντήσει, μετά  από δέκα χρόνια απουσίας, ο αδερφός της, ο Νώντας. Μαζί του γεμάτος αγωνία την περιμένει ο φίλος και συνέταιρός του Ardal Hugher, με την ελπίδα να γίνει για τη Μαρουσώ σύντροφος ζωής στη νέα αυτή πατρίδα.

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο