Ένα λευκό «γιασεμί» μέσα στη λάσπη

της Γιώτας Αγαπητού

Καλησπέρα! Σήμερα θα ήθελα να σας διηγηθώ την ιστορία της μικρής Γιασεμί, του κοριτσιού που με τη βοήθεια της γιαγιά της θέλησε να κατακτήσει τον κόσμο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον καταυλισμό των τσιγγάνων έξω από την πόλη, πριν ακριβώς σαράντα χρόνια. Τ’ όνομά της το έδωσαν η μαμή και οι δύο γιαγιάδες της.

Η μικρή Γιασεμί ήρθε στον κόσμο ένα λαμπερό και ζεστό πρωινό του 1979. Τη μάνα της τη ξεγέννησε η μαμή, μια γεροδεμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα, που είχε συνέχεια τα μαλλιά της τυλιγμένα σε πλεξούδες γύρω από το κεφάλι, ντυμένη με μακριά και πολύχρωμα φαρδιά φουστάνια που φορούσαν οι γυναίκες της φυλής της. Η γυναίκα αυτή είχε ξεγεννήσει σχεδόν όλες τις εγκύους του καταυλισμού, γι’ αυτό το λόγω ήταν σεβαστή απ’ όλους.

Εκείνο το πρωινό του Μάη, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει ν’ ανατέλλει και τα γιασεμιά παρέα με τα νυχτολούλουδα σκόρπιζαν απλόχερα το άρωμά τους, στην άκρη του καταυλισμού σ’ ένα τσαντίρι φτιαγμένο από νάιλον, λαμαρίνα και ξύλο, όπως ήταν φτιαγμένα όλα τα τσαντίρια, βγήκε στο φως ένα μικρό πλάσμα. Τόσο φωτεινό, που μύριζε σαν γιασεμί. Για το λόγο αυτό οι γιαγιάδες της, που ήταν παρούσες στη γέννα, μαζί με τη μαμή αποφάσισαν να της δώσουν τ’ όνομα του ομώνυμου λουλουδιού.

Οι γονείς της, όπως το απαιτούσε ο πανάρχαιος και άγραφος νόμος της φυλής τους, παντρεύτηκαν όταν ήταν ακόμη παιδιά. Η μάνα της, η Τζεμιλέ, ήταν μόλις δώδεκα χρονών, ενώ ο πατέρας της, ο Αμέτ, ήταν στα δεκαπέντε. Παντρεύτηκαν με όλα τα έθιμα και τις παραδώσεις. Ο γάμος τους  κράτησε τρία μερόνυχτα, με τη μουσική και το χορό να κυριαρχούν. Το ζευγάρι μετά την τελετή πήγε να ζήσει με τους γονείς του γαμπρού. Ο Αμέτ αμέσως άρχισε να δουλεύει ως μικροπωλητής, στην αρχή με τον πατέρα του και στη συνέχεια μόνος του. Η οικογένεια δεν άργησε να μεγαλώσει. Έτσι, λοιπόν, η Τζεμιλέ και ο Αμέτ πριν συμπληρώσουν τα είκοσί τους χρόνια είχαν ήδη τρία παιδιά. Δύο αγόρια και ένα κορίτσι, τη Γιασεμί. Το στολίδι του σπιτιού τους, όπως την αποκαλούσαν οι παππούδες της. Το μικρό κορίτσι από πολύ νωρίς φαινόταν να ξεχωρίζει από τ’ άλλα παιδιά για την εξυπνάδα της και τον αυθορμητισμό της, θυμίζοντας πριγκηπέσα.

Τ’ απογεύματα που δεν ήταν ακόμα κανένας στο σπίτι και η γιαγιά της, η Εμινέ, είχε τελειώσει όλες τις δουλειές, έπαιρνε τη μικρή εγγονή της και καθόταν στην είσοδο του τσαντιριού. Τότε η ηλικιωμένη γυναίκα της έλεγε ιστορίες και μύθους για τη φυλή τους, που χάνονταν στην άχλη του χρόνου. Ιστορίες που τις είχε διηγηθεί η δική της γιαγιά. Της έλεγε ακόμη πόσο πολύ θα ήθελε να είχε μάθει γράμματα για να μπορεί να διαβάζει εκείνες που έγραφαν τα βιβλία. Την Εμινέ, παρόλο που είχαν περάσει τα χρόνια, την πίκραινε ακόμα πολύ το ότι δεν πήγε στο σχολείο και οι γονείς της την πάντρεψαν μικρή, έτσι όπως έκαναν σε όλα τα κορίτσια της φυλής τους.

Η Εμινέ που έβλεπε με χαρά ότι το μικρό παιδί αγαπάει τα γράμματα   όταν έγινε εφτά χρονών επέβαλε στην οικογένειά της να πάει στο σχολείο. Είχε την κρυφή ελπίδα ότι η εγγονή της θα ξέφευγε από τη μοίρα των γυναικών της φυλής τους και θα κατάφερνε τελικά να σπουδάσει. Ονειρευόταν ότι μεγάλη πια θα μπορούσε να της διαβάσει τις όμορφες ιστορίες που κρύβουν μέσα τους τα βιβλία. Δυστυχώς το δημοτικό σχολείο που υπήρχε στον καταυλισμό εδώ και μερικά χρόνια είχε κλείσει, γιατί οι γονείς δεν έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα, αφού τη μοίρα τους την είχαν ήδη προδιαγράψει οι παραδόσεις τους, που ήθελαν τ’ αγόρια ν’ ασχολούνται με τη μουσική, το εμπόριο και τη σιδηρουργία, ενώ τα κορίτσια να παντρεύονται μικρά. Η Εμινέ όμως δεν το έβαλε κάτω, ήταν αποφασισμένη η εγγονή της να μάθει γράμματα.

Σεπτέμβριος του 1986 και η μικρή Γιασεμί με τη γιαγιά της θα πήγαινε στην πόλη για να περάσει για πρώτη φορά το κατώφλι του σχολείου. Η γιαγιά της η Εμινέ την περίμενε με αγωνία έξω από τα κάγκελα της μεγάλης αυλής. Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες για το μικρό κορίτσι. Οι συμμαθητές της την κοιτούσαν περίεργα επειδή εκείνη καθόταν φοβισμένη. Η δασκάλα της, μία νεαρή γυναίκα, προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να προσεγγίσει και ν’ αγκαλιάσει το μικρό αυτό πλάσμα που κοιτούσε γύρω του με καχυποψία. Καθώς περνούσαν οι μέρες η Γιασεμί είχε αρχίσει να γίνεται παράδειγμα καλής μαθήτριας. Όταν γύριζε από το σχολείο μάθαινε στη γιαγιά της τα όσα διδάσκονταν. Θύμωνε όμως με τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια της που την πείραζαν για την απόφασή της. Παρόλο που εκείνα ήταν πολύ περήφανα που η αδερφή τους είχε αποφασίσει να μην ακολουθήσει τη δική τους μοίρα. Ωστόσο, αν και την τρόμαζε που όλοι τη θεωρούσαν ξεχωριστή στον καταυλισμό εκείνη με την υποστήριξη της γιαγιάς της συνέχισε το σχολείο.

Τελειώνοντας το δημοτικό οι γονείς της αποφάσισαν το πολύτιμο λουλούδι του σπιτιού τους, όσο κι αν αυτό τους στεναχωρούσε, αν το ήθελε και η ίδια, να συνεχίσει το γυμνάσιο και αργότερα το λύκειο. Μία απόφαση που έκανε το νεαρό κορίτσι απέραντα ευτυχισμένο. Τ’ αγόρια του συνοικισμού δεν την πλησίαζαν, γιατί ήξεραν καλά ότι δεν ήταν σαν τ’ άλλα κορίτσια. Εξάλλου, τα δικά της όνειρα ταξίδευαν πολύ μακριά, πέρα από τα λασπόνερα, τις λαμαρίνες και τα νάιλον που κυριαρχούσαν τότε ακόμη στις ζωές των φτωχών αυτών ανθρώπων. Με τα χρόνια να περνούν σαν διαβατάρικα πουλιά, η Γιασεμί παρόλο που λάτρευε την οικογένειά της που την στήριζε,  ένοιωθε ότι τελειώνοντας το σχολείο θα έπρεπε να φύγει μακριά τους για να σπουδάσει. Από παιδί ονειρευόταν να ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου για ν’ ανακαλύψει και κείνη την ιστορία των τσιγγάνων.

Όταν τελείωσε το λύκειο έδωσε πανελλήνιες και πέρασε στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πάντιου Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Έτσι, λοιπόν, για πρώτη φορά έβλεπε τ’ όνειρό της να βγαίνει αληθινό και να φεύγει μακριά από το μικρό κόσμο του καταυλισμού που δεν τη χωρούσε πια. Στεναχωριόταν μόνο που θ’ άφηνε πίσω της την οικογένειά της και το μοναδικό άνθρωπο που την έμαθε να ονειρεύεται, τη γιαγιά της, την Εμινέ.

Τα χρόνια στο πανεπιστήμιο πέρασαν γρήγορα. Η Γιασεμί που στα εφηβικά της χρόνια ντρεπόταν για την καταγωγή της, τώρα πια ένοιωθε αφάνταστα περήφανη. Δούλευε κρυφά από τους δικούς της με σκοπό να ταξιδέψει στην Ινδία, την Αίγυπτο, την Κεντρική Ευρώπη και την Ιβηρική Χερσόνησο για ν’ ακολουθήσει τα βήματα του μεγάλου ταξιδιού των τσιγγάνων και ν’ ανακαλύψει πια ως ανθρωπολόγος την ιστορία μιας φυλής που ακροβατεί ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα.

Αυτή τη φορά, λοιπόν, όσο και αν δυσκολευόταν οικονομικά, αποφάσισε να μη ζητήσει βοήθεια από κανέναν και να στηριχθεί αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό της. Πρώτος της προορισμός η Ινδία και στη συνέχεια κάθε χώρα που  εγκαταστάθηκαν οι τσιγγάνοι. Όταν ξεκίνησε την αναζήτησή της αυτή, η Γιασεμί, ήταν εικοσιτεσσάρων χρονών και το τέλος του ταξιδιού της την βρήκε πια ώριμη γυναίκα, γεμάτη εμπειρίες, κοντά στα σαράντα. Εμπειρίες τις οποίες κατέγραφε και στη συνέχεια δημοσίευε σ’ έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, ενώ παράλληλα έδινε διαλέξεις σε πανεπιστημιακές αίθουσες που την καλούσαν σε όλο τον κόσμο. Μία πορεία ζωής η οποία έκανε την οικογένειά της, που είχε να τη δει χρόνια, αφάνταστα περήφανη, μιας και τώρα πια το μόνο που τους ένωνε ήταν ο δεσμός αίματος που είχαν και ένα αχνό μα αγνό παρελθόν.

Τ’ αδέρφια της από χρόνια είχαν φτιάξει τη δική τους οικογένεια, αποκτώντας παιδιά και εγγόνια. Οι γονείς της λόγω των αρκετά δύσκολων συνθηκών διαβίωσης είχαν πρόωρα γεράσει. Η γιαγιά της, η Εμινέ, τώρα πια το μόνο που ευχόταν στη δύση της ζωής της ήταν να δει την εγγονή της, έστω για λίγο να γυρίζει πίσω στον καταυλισμό για να καθίσουν οι δυο τους όπως παλιά στο πλατύσκαλο του φτωχικού τσαντιριού με τις λαμαρίνες και να της διαβάσει η Γιασεμί μία ιστορία. Η Εμινέ έχει πάντα κλειδωμένη στην καρδιά της εκείνη την υπόσχεση που της έδωσε η μικρή εγγονή της την πρώτη μέρα που την πήγε στο σχολείο.

Ήταν η ιστορία της Γιασεμί, του μικρού λευκού λουλουδιού με το έντονο άρωμα που γεννήθηκε μέσα στις λάσπες και η μοίρα της επιφύλασσε ένα τέτοιο ταξίδι ζωής. Καλή σας νύχτα.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο