Έντγκαρ Άλαν Πόε «Το Κοράκι». Μία προσέγγιση πάνω στο σιωπηλό πένθος του ποιητή

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Πορτογάλος ποιητής & συγγραφέας Fernando Pessoa (1888-1935) έχει γράψει πως: «Όλα αξίζουν τον κόπο, αν η ψυχή δεν είναι μικρή». Όταν η ψυχή όμως αρχίζει να κατανοεί τον εαυτό της πονά και πενθεί. Ο δρόμος του πνεύματος δεν είναι άλλος από το δρόμο της αναζήτησης και της ένωσης του εαυτού με τη χαμένη ολότητα πέρα από κάθε προσδοκία και πρόβλεψη επανεύρεσης.

Στο ποίημα του Αμερικανού ποιητή και πεζογράφου Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe, 19 Ιανουαρίου 1809 – 7 Οκτωβρίου 1849) «Το κοράκι», το οποίο είχε την τύχη να του προσφέρει μεγάλη αναγνώριση, ο ποιητής συνδιαλέγεται με τις άγνωστες και σκοτεινές δυνάμεις της ένδειας, της ανεπάρκειας και της ελλειμματικότητας του, οι οποίες τον καθιστούν αδύναμο απέναντι στην αλυτρωτική του οδύνη από το χαμό της αγαπημένης του. Παρόλα αυτά η συνδιαλλαγή αυτή τον οδηγεί σταδιακά στη γνώση του βαθύτερου εαυτού, καθώς το πνεύμα δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εκεί που αναδεύεται η αίσθηση της ανεπάρκειας.

Το «Κοράκι» δημοσιεύτηκε στις 29 Ιανουαρίου 1845 στην εφημερίδα New York Mirror και πολύ σύντομα έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα του κόσμου έως τις μέρες μας, καθώς δεν έπαψε να συγκινεί και να γοητεύει μία μεγάλη μερίδα αναγνωστών.

Στο δοκίμιό του «Η Φιλοσοφία της Συνθέσεως» ο Έντγκαρ Άλαν Πόε περιγράφει τη διαδικασία σύλληψης και γραφής του ποιήματός του:

[Είχα φθάσει τώρα στη σύλληψη ενός Κορακιού, δυσοίωνου πουλιού και που μονότονα θα επαναλαμβάνει τη λέξη Nevermore στο τέλος κάθε στροφής ενός ποιήματος με μελαγχολικό τόνο και με μάκρος περίπου εκατό στίχων. Μην ξεχνώντας ποτέ το σκοπό – την τελειότητα δηλαδή ή τελειοποίηση όλων των σημείων, ρώτησα τον εαυτό μου: «Απ’ όλα τα μελαγχολικά θέματα ποιο είναι σύμφωνα με τη γενική αντίληψη της ανθρωπότητας, το πιο μελαγχολικό;». Ο θάνατος ήταν η πρόδηλη απάντηση. «Και πότε», είπα, «είναι αυτό το πιο μελαγχολικό απ’ τα θέματα, πιο ποιητικό;». Απ’ όσα ως τώρα αρκετά εξέθεσα, η απάντηση είναι κι εδώ καθαρή. «Όταν συνδέεται πολύ στενά με την Ομορφιά: ο θάνατος, λοιπόν, μιας ωραίας γυναίκας είναι αναμφισβήτητα το ποιητικότερο θέμα στον κόσμο και, το ίδιο, είναι έξω από κάθε αμφιβολία πως τα λόγια που καλύτερα αρμόζουν σ’ ένα τέτοιο θέμα, είναι τα γλυκόλογα ενός ορφανεμένου εραστή»].

Ο Πόε αν και στο ποίημα διαπραγματεύεται γεγονότα προσωπικά δεν περιγράφει τις προσωπικές του εμπειρίες. Σχεδόν βρέφος ακόμη θα χάσει τη μητέρα του το 1811, ενώ ο πατέρας του τους είχε ήδη εγκαταλείψει όταν ο Πόε ήταν μόλις πέντε μηνών, μαζί με το μεγαλύτερο αδελφό του Ουίλιαμ Χένρι και την ετεροθαλή αδελφή τους Ροζαλί. Οι συνεχείς απώλειες των γυναικών στη ζωή αυτού του αξιοδακρύβρεχτου και χτυπημένου από τη μοίρα, καταραμένου ποιητή θα τον σημαδέψουν. Στα 1829 θα χάσει τη θετή του μητέρα, η οποία τον λάτρευε, ενώ ήδη από το 1826 θα έρθει σε σύγκρουση με τον πατριό του Τζον Άλαν, με τον οποίο ποτέ δεν είχαν τις καλύτερες σχέσεις. Μόλις δεκαέξι χρονών θα ερωτευθεί την έφηβη κόρη των γειτόνων του Ελμίρα Ρόιστερ, η οποία ενώ ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του οι γονείς της θα την παντρέψουν με τον ντόπιο επιχειρηματία Αλεξάντερ Σέλτον. Από το 1842 η σύζυγός του Βιρτζίνια έδειξε για πρώτη φορά δείγματα πως έπασχε από φυματίωση και, υπό το βάρος της ασθένειάς της, ο Πόε κατέφυγε στο ποτό. Ανήμπορος θα παρακολουθεί την επιδείνωση της υγείας της μέχρι τα 1847 που πέθανε, ενώ τον επόμενο χρόνο ο προγραμματισμένος του γάμος με την ποιήτρια Σάρα Έλεν Ουίτμαν δεν θα πραγματοποιηθεί, πιθανότατα λόγω των προβλημάτων του Πόε με το ποτό. Παρόλες  αυτές τις απώλειες ο ποιητής σε όλα τα έργα του καταφέρνει και μετατρέπει τις προσωπικές του εμπειρίες σε βιώματα που δεν επιδέχονται περιορισμούς. Στο «Κοράκι» η έκσταση απέναντι στην καθολική ομορφιά, η απουσία και η βαθιά μελαγχολία του ορφανεμένου εραστή είναι ζητήματα καθολικά. Έτσι ο Πόε καταφέρνει να αποσβήσει την προσωπικότητά του εντάσσοντας τις προσωπικές του εμπειρίες στην ευρύτητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στο ποίημα ο Πόε αφηγείται με τρόπο λυρικό και βαθιά μυστηριακό ένα νεαρό λόγιο ο οποίος έχει χάσει πρόσφατα την αγαπημένη του «Ελεονόρα». Ο νεαρός που μάταια προσπαθεί να βρει παρηγοριά σ’ ένα βιβλίο ξεχασμένο από χρόνια θα δεχθεί  την απρόσμενη επίσκεψη ενός κόρακα, ο οποίος κάθεται στην προτομή της Παλλάδας Αθηνάς που βρίσκεται πάνω από την πόρτα του δωματίου του. Ο νεαρός άνδρας που θρηνεί την αγαπημένη του σπεύδει να ρωτήσει ποιο είναι τ’ όνομά του:

«Πες μου: ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα
πέρα εκεί στην πλουτώνια όχθη της νύχτας;
Ποτέ πια το Κοράκι μου αποκρίθηκε».

Ποτέ πια (Never more), είναι η παράξενη απάντηση που παίρνει. Μία απάντηση που επαναλαμβάνεται συνεχώς σε κάθε ερώτηση του νεαρού για την χαμένη του Ελεονόρα, υποκινώντας έτσι περαιτέρω την απελπισία του με τη συνεχή επανάληψη της φράσης «Ποτέ πια».

Προφήτη – είπα – πλάσμα του ολέθρου –
Προφήτη, όρνεο ή δαίμονα, ό,τι κι αν είσαι!
Σ’ αυτόν τον ουρανό που μας σκεπάζει,
στο θεό που λατρεύουμε κι οι δυο μας,
πες στην ψυχή αυτή που σπαρταράει
αν μεσ’ στη μακρινή Εδέμ μια μέρα
θ’ αγκαλιάσει μια άγια κόρη
που οι άγγελοι ονομάζουν Ελεονόρα –
μια σπάνια, αν θ’ αγκαλιάσει, λαμπρή κόρη
που οι άγγελοι ονομάζουν Ελεονόρα;
Ποτέ πια – το κοράκι μου αποκρίθηκε.

Το όρνεο φέρνοντας το νεαρό αντιμέτωπο με την αδήριτη πραγματικότητα του θανάτου της αγαπημένης του τον οδηγεί στα όρια της απόγνωσης. Η μόνη διέξοδος πια γι’ αυτόν είναι να βγάλει το ράμφος της απελπισίας από την καρδιά του ώστε να ξεχάσει. Του ζητά να κατέβει από το ομοίωμα της Παλλάδας και να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει, στην πλουτώνια όχθη της νύχτας. Μα ο θάνατος είναι μία αδήριτη πραγματικότητα και το κοράκι ο πιστός του μαντατοφόρος, που προορισμός αυτού του αρχέγονου συμβόλου είναι να φέρνει μόνο τα κακά νέα. Αυτή η γνώση της θνητότητας δεν μπορεί παρά να εκδηλώνεται από το ομοίωμα της ίδιας της σοφίας, την προτομή της Θεάς Αθηνάς και να αποκαλύπτεται από τον πιστό του μαντατοφόρο που δεν είναι άλλος από αυτόν τον σκοτεινό προφήτη του ολέθρου, το κοράκι.

       Κατέβα από το ομοίωμα της Παλλάδας!
Βγάλε το ράμφος σου από την καρδιά μου
Και πέταξε μακριά απ’ την κάμαρή μου!
– Ποτέ πια – το κοράκι μου αποκρίθηκε

Η ψυχή του ποιητή, στο πρόσωπο του νεαρού λόγιου, που απεγνωσμένα έως τώρα αναζητούσε την χαμένη ολότητα, βρίσκεται πια εγκλωβισμένη κάτω από τη σκιά του όρνεου, δηλαδή  ενός ψυχικού πένθους χωρίς λυτρωμό.

        Και η ψυχή μου απ’ αυτή τη σκιά
Που μένει στο πάτωμα σαν κύμα απλωμένη,
– ΠΟΤΕ – ΠΟΤΕ ΠΙΑ δε θα σηκωθεί.

Η κατανόηση αυτής της απουσίας και η επίγνωση απέναντι στην καθολικότητα της αλήθειας οδηγεί τελικά τον ποιητή στην ενσυναίσθηση της τραγικότητάς του.

Ο Πόε πέθανε στις 7 Οκτωβρίου του 1849, ενώ τέσσερις μέρες νωρίτερα θα διακομισθεί στο νοσοκομείο, καθώς βρέθηκε σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης από έναν περαστικό. Τα αίτια του θανάτου του παρέμειναν άγνωστα, μιας και ουδέποτε υπήρξε ή βρέθηκε ένα επίσημο πιστοποιητικό θανάτου. Για πολλές δεκαετίες ένας μυστηριώδης θαυμαστής του Πόε κατά τις πρώτες πρωινές ώρες των γενεθλίων του, στις 19 Ιανουαρίου, άφηνε κόκκινα τριαντάφυλλα στον τάφο του και έκανε πρόποση με ένα μπουκάλι κονιάκ. Στις 12 Οκτωβρίου 2009, δηλαδή 162 χρόνια μετά το θάνατό του, έγινε και πάλι η κηδεία του ομοιώματος του ποιητή, με τιμές, στη Βαλτιμόρη.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο