room-to-grow-bnner

Δυο γυναίκες

της Γιώτας Αγαπητού 

Πρωινό Μαΐου και ο ήλιος ρίχνει απλόχερα τις φωτεινές ακτίνες του στην πόλη, όπου μικροί και μεγάλοι απολαμβάνουν την όμορφη τούτη ανοιξιάτικη μέρα.

Η Έφη, μία γυναίκα γύρω στα πενήντα πέντε, γοητευτική για την ηλικία της και ντυμένη νεανικά, κατευθύνεται σ’ ένα καφέ με θέα την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, για να συναντήσει μετά από έξι σχεδόν μήνες τις δύο φίλες της. Για τελευταία ίσως φορά, θα περάσει μαζί τους λίγες στιγμές χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς. Μαζί με τον άντρα της, το Μανούσο, συνταξιούχοι τραπεζικοί υπάλληλοι τώρα πια και οι δύο, πήραν την απόφαση να φύγουν από την Αθήνα μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια. Μία απόφαση πολύ δύσκολη για την Έφη, όχι όμως και για τον άντρα της που ήθελε να γυρίσει πίσω στον τόπο του, στα Χανιά. Εκεί το ζευγάρι μαζί με τις δύο κόρες του πήγαιναν για διακοπές τα καλοκαίρια, τώρα όμως που τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει και έχουν φύγει για δουλειά στη Νέα Υόρκη, σπάνια πηγαίνουν στην Κρήτη.

Η Έφη γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Σαν παιδί δε γνώρισε ποτέ τι σημαίνει να πηγαίνει διακοπές στο χωριό των γονιών της. Από τα Εξάρχεια έφυγε όταν παντρεύτηκε το Μανούσο και πήγαν να μείνουν στα Βριλήσσια όπου αγόρασαν το σπίτι που στέγασε την οικογένειά τους. Παρόλο που εκείνος έδειχνε ότι είχε προσαρμοστεί στη ζωή της Αθήνας, σε κάθε σχεδόν ευκαιρία που του δινόταν πήγαινε στα Χανιά, κάτι για το οποίο δε συμφωνούσε η Έφη. Στα Χανιά ζούσε η μητέρα του Μανούσου, η Αριάδνη, μια αυταρχική αριστοκράτισσα που δεν είδε ποτέ με καλό μάτι τη νύφη της, θεωρώντας πως δεν ανήκει στη δική της τάξη. Οι δύο γυναίκες από την πρώτη συνάντηση έδειξαν ότι δε συμπαθούσε η μία την άλλη, αλλά απλά έπρεπε να συνυπάρξουν αρμονικά για χάρη του Μανούσου που και οι δύο τον λάτρευαν. Εκείνος είχε μεγάλη αδυναμία στη μάνα του και αυτός ήταν ένας από τους πολλούς λόγους που μάλωνε με τη γυναίκα του, γιατί στο πέρασμα των χρόνων φάνηκε η διαφορετική αντίληψη που είχαν για πολλά πράγματα. Αυτό όμως που τους ένωνε ήταν κυρίως η Αριάδνη και η Λυδία, οι δύο κόρες τους, για τις οποίες ήταν πολύ περήφανοι.

Όταν βγήκαν στη σύνταξη, η Έφη θέλησε να πάνε να ζήσουν στη Νέα Υόρκη κοντά στα παιδιά τους, ο Μανούσος όμως σκόπευε να γυρίσουν πίσω στα Χανιά για ένα ακόμη λόγο, πέραν της αγάπης του για την Κρήτη. Η μάνα του ήταν ογδόντα χρονών και είχε ανάγκη από τη φροντίδα κάποιου ανθρώπου. Η ίδια ήταν αρνητική στο να τη φροντίζει επί πληρωμή κάποια  γυναίκα. Για το λόγο αυτό, τώρα που ο γιος και η νύφη της είχαν βγει στη σύνταξη, τους πίεζε να κατέβουν στα Χανιά για να τη φροντίζουν. Παρ’ όλους τους καυγάδες, στην αρχή η Έφη με μισή καρδιά δέχτηκε ν’ ακολουθήσει τον άντρα της και ν’ αφήσει τ’ όνειρό της που ήταν να ζήσει στη Νέα Υόρκη κοντά στις κόρες της, μία απόφαση για την οποία λυπήθηκε πολύ.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα η Έφη πακετάρισε και τα τελευταία πράγματα πριν μετακομίσουν στην Κρήτη. Παρόλο που ζητούσε από το Μανούσο να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα στην Αθήνα και κείνος δέχτηκε, η Αριάδνη μ’ ένα τηλεφώνημα προς το γιο της, ανέτρεψε τα σχέδια του ζευγαριού και τους έφερε άρον άρον στα Χανιά. Εκεί, οι δύο γυναίκες αποκάλυψαν για πρώτη φορά τον πραγματικό τους χαρακτήρα.

Η Αριάδνη από την πρώτη στιγμή έδειξε στη νύφη της πόσο αυταρχικός και απόλυτος χαρακτήρας είναι, ξέροντας πολύ καλά πώς να επιβάλλεται στους γύρω της. Διεκδικούσε, όπως εξομολογήθηκε αργότερα στην Έφη, πίσω το γιο της και παρόλο που διέθετε ένα αρχοντικό με δώδεκα δωμάτια, τεράστιες αυλές με κελάρια και έναν μεγάλο σ’ έκταση αμπελώνα λίγο έξω από την πόλη των Χανίων,  τους δήλωσε ότι θα πήγαινε να μείνει μαζί τους στο κέντρο της πόλης. Ο Μανούσος απλά ανακοίνωσε στην Έφη την απόφαση της μάνας του προσπαθώντας να τη δικαιολογήσει, μία απόφαση που την έκανε έξαλλη. Η Αριάδνη φτάνοντας στο διαμέρισμα επέβαλε τους δικούς της κανόνες αδιαφορώντας για τα αισθήματα της νύφης της, τονίζοντας επιδεικτικά την αριστοκρατική της καταγωγή. Εξάλλου, γνώριζε καλά την αγάπη που της είχε ο γιος της, κάτι που εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο. Στην Έφη από την άλλη, δεν έκρυβε την έντονη αντιπάθειά της, θεωρώντας την υπεύθυνη που ο γιος της έλειπε σχεδόν σαράντα χρόνια από κοντά της. Άλλωστε, η ίδια θεωρούσε όλους τους ανθρώπους υποτακτικούς της.

Η Αριάδνη ποτέ δε συγχώρεσε τον άντρα της, το Σήφη, που την παράτησε μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά εξαιτίας του αυταρχικού και απόλυτου χαρακτήρα της πηγαίνοντας να ζήσει στην Αθήνα, χωρίς όμως να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Ο Σήφης είχε την αμέριστη υποστήριξη και φροντίδα του γιου και της νύφης του που πολύ αγαπούσε. Δυστυχώς όμως πριν από ένα χρόνο αρρώστησε και πέθανε από καρκίνο χωρίς ποτέ να θελήσει να συναντήσει την πρώην γυναίκα του, αν και με το πέρασμα των χρόνων είχε αρχίσει να τη λυπάται για όσα είχε τραβήξει εξαιτίας του αυταρχικού χαρακτήρα της.

Η Έφη έκλαψε και πένθησε τον Σήφη σαν να ήταν ο πατέρας της. Υπήρχαν όμως στιγμές που λυπόταν και την Αριάδνη, γιατί έβλεπε πόσο πόνο έκρυβε βαθιά στην καρδιά της, καθώς κατά βάθος φοβόταν την απόρριψη και του γιου της. Η Αριάδνη θύμωνε όταν σκεφτόταν το Σήφη τη στιγμή που σηκώθηκε να φύγει από το σπίτι χωρίς να πει μία κουβέντα και χωρίς ποτέ να δεχτεί να μιλήσουν όσο εκείνος ζούσε. Πολλές φορές όμως έβαζε λόγια και στο γιο της για τη σχέση της με τη γυναίκα του. Λόγια, που αν κι εκείνος δεν τα πίστευε γιατί ήξερε πολύ καλά πια ήταν η γυναίκα που αγαπούσε, κατά βάθος  δηλητηρίαζαν τη σχέση του με την ίδια του τη μάνα.

Με τον καιρό ο Μανούσος έβλεπε την Έφη να μαραζώνει χωρίς ποτέ όμως να του παραπονιέται. Στη συμπεριφορά της αντίκριζε την αξιοπρέπεια και την υπομονή με την οποία δεχόταν τα καπρίτσια της μάνας του. Εκείνη όμως, παρόλες τις συστάσεις που τις είχε κάνει ο γιος της λόγω της συμπεριφοράς της, δε μπορούσε να δεχτεί ότι σκεφτόταν σοβαρά να πάρει τη γυναίκα του και να πάνε να ζήσουν κοντά στις δύο κόρες τους, αφήνοντας την μόνη για μία ακόμη φορά.

Ο Μανούσος δεν είχε πει τίποτα σε καμία από τις δύο γυναίκες για τα σχέδιά του. Είχε πάρει όμως επιτέλους την απόφαση πως ήταν καιρός να ζήσουν χωριστά. Αυτή ίσως και να ήταν η τελευταία ευκαιρία για την Αριάδνη ώστε να καταλάβει πραγματικά πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρεται στους ανθρώπους.

Φεύγοντας για το αεροδρόμιο ο Μανούσος είπε στη μάνα του ότι έχει λίγο χρόνο για να σκεφτεί τη συμπεριφορά της, κάνοντας και τις δύο γυναίκες ν’ αναρωτιούνται τι εννοεί. Μέσα στο αεροπλάνο το ζευγάρι δεν αντάλλαξε ούτε μία κουβέντα. Τις πρώτες μέρες στην Αθήνα τις πέρασαν βλέποντας καλούς φίλους και κάνοντας βόλτες. Το τηλεφώνημα που τόσο περίμενε ο Μανούσος από την Αριάδνη δεν έγινε ποτέ, γιατί τη νίκησε ο δύστροπος και εγωιστικός της χαρακτήρας. Με αυτή της την κίνηση η Αριάδνη είχε αποφασίσει να μείνει για πάντα μόνη. Σε λίγες ώρες ο Μανούσος και η Έφη θα προσγειωνόταν στη Νέα Υόρκη.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο