Η αναπροσαρμογή αφορά συμβόλαιο (υπ’ αριθμ. HTC711-19-D-R005) το οποίο ανατέθηκε σε εταιρεία με έδρα την περιοχή του Πειραιά, η οποία επαίρεται ότι «έχει πραγματοποιήσει επιχειρήσεις φόρτωσης / εκφόρτωσης πλοίων που μεταφέρουν στρατιωτικά φορτία σε διάφορα λιμάνια της Ελλάδας, με μεγάλη επιτυχία, και έχουμε επαινεθεί ιδιαίτερα από τις αμερικανικές και τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις», κατά το δημοσίευμα.

Λόγω των ολοένα και περισσότερων διεκπεραιώσεων των Αμερικανών μέσω της Ελλάδας, η USTRANSCOM φέρεται ήδη από τις 15/12/2021 να έχει καλύψει «το τρέχον ανώτατο όριο των 6.999.999 δολαρίων» σε πληρωμές προς τον εργολάβο, ενώ «η συνολική αναμενόμενη δαπάνη μέχρι το τέλος της σύμβασης είναι 10.599.999 δολάρια. Η τροποποίηση της σύμβασης για αύξηση του ανώτατου ορίου κατά 3.600.000 δολάρια αναμένεται να καλύψει τα έξοδα της απρόβλεπτης αύξησης των απαιτήσεων», τονίζει, χωρίς να κρύβει λόγια, ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται σε «αυξημένη ζήτηση για στρατηγική υποστήριξη θαλάσσιων μεταφορών» μέσω Ελλάδας και των τριών προαναφερόμενων λιμένων, που «θα αυξήσει τις δαπάνες γι’ αυτό το συμβόλαιο πέρα από αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί».

Τι αγοράζουν ως υπηρεσίες οι Αμερικανοί στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης; Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ, συνεχή υποστήριξη S&RTS, φόρτωση και εκφόρτωση πλοίων, παραλαβή και διάθεση φορτίου, μεταφορά του, καταμέτρηση και έλεγχο, εκτελωνισμούς και άλλες εργασίες, μέσω των λιμένων Πειραιά, Θεσσαλονίκης και Αλεξανδρούπολης, όλα «για την υποστήριξη των εθνικών και στρατηγικών στρατιωτικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών», όπως αναφέρει η ίδια η USTRANSCOM στην απόφασή της. Σε άλλα σημεία της απόφασης κάνει σαφές ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ που σταθμεύουν σε Ευρώπη και Αφρική (USAREUR-AF) «διευρύνουν τη στρατηγική τους τοποθέτηση» στην Ελλάδα, γεγονός που αυξάνει τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών μέσω συμβάσεων.