room-to-grow-bnner

Δακρυσμένος ήλιος

γράφει η Γιώτα Αγαπητού 

Η Άννα είναι μία γυναίκα που γεννήθηκε πριν από πενήντα τέσσερα χρόνια σ’ ένα μικρό χωριό της Ηπείρου. Οι γονείς της ήταν κτηνοτρόφοι στο επάγγελμα, προσπαθούσαν με τα λιγοστά γιδοπρόβατα να επιβιώσουν στα σκληροτράχηλα βουνά της Ηπειρωτικής γης. Σκληροί και οι ίδιοι όπως ο τόπος τους, γεννήθηκαν σε μία εποχή που η Ελλάδα εξαιτίας του πολέμου και της φτώχιας περνούσε δύσκολα.

Η Άννα ήταν το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά που γέννησε η Ευδοκία. Δυστυχώς όμως η μοίρα τα έφερε έτσι και τα τρία αγόρια της δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην ηλικία των τεσσάρων ετών. Πλήγμα μεγάλο για την οικογένεια που είχε τόσο ανάγκη από ανδρικά χέρια που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στα ζωντανά.

Ο Νίκος, ο άνδρας της Ευδοκίας, μετά το θάνατο και του μικρότερου γιου τους είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια τρέλας, δεν άντεχε να μετράει τα φέρετρα που έβγαιναν από το φτωχικό του. Έτσι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία που σιγά σιγά μετατράπηκε σε κατάθλιψη και αργότερα σε σχιζοφρένια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα οικογενειακά βάρη να πέσουν στην Ευδοκία και στη μικρή Άννα. Παρ’ όλα αυτά όμως οι δύο γυναίκες συνέχισαν να παλεύουν.

Όταν η Άννα έγινε δεκαπέντε χρονών η Ευδοκία της είπε:

– Κόρη μου έχεις μεγαλώσει πια, είναι καιρός να παντρευτείς και ν’ ανοίξεις το δικό σου σπιτικό. Δεν μπορώ πλέον να φροντίζω και τους τρεις  μας. Παντρέψου για να έχεις έναν άνθρωπο στο πλάι σου, να μην είσαι μόνη.

Η Άννα δεν είχε δυνατότητα να επιλέξει. Η Ευδοκία είχε ήδη προξενέψει την κόρη της μ’ έναν άνδρα από το διπλανό χωριό δέκα χρόνια μεγαλύτερό της που ήταν εργάτης στο επάγγελμα, γρήγορα όμως αποδείχτηκε ότι ο Μήτσος, ο άντρας της, ήταν τεμπέλης και αλκοολικός, που του άρεσε κάθε βράδυ να γυρίζει με διάφορες γυναίκες της νύχτας.

Μία κρύα και συννεφιασμένη Κυριακή του Μάρτη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εννέα, η Άννα νυμφεύτηκε το Μήτσο και παρ’ όλα τα δάκρυα και τα παρακάλια, η Άννα δε μπόρεσε να αποτρέψει αυτό το γάμο. Δάκρυα που θα τη συντρόφευαν σε όλη τη ζωή της. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό σπίτι όπου η Άννα από την πρώτη κιόλας μέρα θα γνώριζε το πραγματικό πρόσωπο του άντρα της. Το πρώτο της χαστούκι το δέχτηκε αγόγγυστα από το Μήτσο, όταν εκείνος ξύπνησε  ξεμέθυστος την άλλη μέρα το πρωί από το γαμήλιο γλέντι. Λεφτά δεν έφερνε στο σπίτι, ό,τι έβγαζε το ξόδευε σε αλκοόλ και στα μπαρ, με γυναίκες της νύχτας που του κρατούσαν συντροφιά. Έτσι λοιπόν, η Άννα αναγκάστηκε να βγει στο μεροκάματο.

Λίγο καιρό μετά το γάμο της έμεινε έγκυος και απέκτησε το πρώτο της παιδί, τον Κυριάκο, που θα έμελε να ήταν το μοναδικό στήριγμα στη ζωή της. Όταν η Άννα αρνιόταν να δώσει τα λιγοστά χρήματα που έβγαζε στο Μήτσο, αυτός για ν’ αποδείξει τον αντρισμό του, της βίαζε την ψυχή και το σώμα. Η Ευδοκία παρ’ όλο που μάθαινε τα όσα περνούσε η κόρη της δεν έπαιρνε θέση, προτιμούσε να την αφήσει στη μοίρα της. Ωστόσο, η Άννα πάλευε με νύχια και με δόντια να στηριχτεί στα πόδια της, με αποτέλεσμα να διαγράψει ολοκληρωτικά και για πάντα τη μάνα της, που έτσι και αλλιώς ήταν η αιτία της δυστυχίας της.

Πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού η Άννα ξαναέμεινε έγκυος ένα βράδυ που ο Μήτσος γυρίζοντας στο σπίτι και πάλι μεθυσμένος την βίασε. Ο Τάσος γεννήθηκε με σοβαρά κινητικά προβλήματα. Παρόλα αυτά όμως, με τη βοήθεια της μάνας και του μεγάλου αδερφού του έμελε να τελειώσει το πανεπιστήμιο και γίνει ένας καλός δάσκαλος, παράδειγμα ζωής για τους γύρω του, όπως έλεγε ο κόσμος.

Τα χρόνια περνούσαν και η Άννα δουλεύοντας σκληρά είχε γίνει ο πατέρας και η μάνα των παιδιών της. Είχε μάλιστα αποφασίσει μετά από δέκα χρόνια γάμου ν’ αφήσει το Μήτσο και παίρνοντας τα παιδιά να μετακομίσουν στην πόλη των Ιωαννίνων. Αυτό έκανε έξαλλο το Μήτσο που βρίσκοντας τις άκρες του με γιατρούς και δικηγόρους κατάφερε να κλείσει την Άννα στο ψυχιατρείο με τη δικαιολογία ότι είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Η Άννα κλείστηκε για τρία ολόκληρα χρόνια στους ψυχρούς και απάνθρωπους τοίχους ενός ιδρύματος. Το μόνο που την κρατούσε ζωντανή, αλλά και συνάμα την πλήγωνε ήταν η σκέψη των παιδιών της και η εικόνα τους, η οποία ήταν ό,τι πιο ξάστερα ζωντανό στη θολωμένη μνήμη της, όταν με δακρυσμένα μάτια την είδαν να μεταφέρεται στην κλούβα που θα την πήγαινε στο ψυχιατρείο. Μία φορά το μήνα τα παιδιά της την επισκέπτονταν στο ίδρυμα με τη συνοδεία της καλής της φίλης και γειτόνισσας Μερόπης. Μίας ηλικιωμένης καλόκαρδης γεροντοκόρης που είχε αναλάβει τη φροντίδα τους, αλλά και την προστασία από τον πατέρα τους για όσο διάστημα θα έλειπε η μάνα τους.

Η Άννα για να περνάει τον καιρό της στο ίδρυμα βοηθούσε σε διάφορες δουλειές που της ανέθεταν. Εκεί γνώρισε και τη Λόλα, μία πόρνη που έπασχε από διπολική διαταραχή και μπαινοέβγαινε στο ψυχιατρείο. Η Λόλα είχε καταγωγή από τη Λειβαδιά. Πηγαίνοντας στην Αθήνα γνώρισε το Νώντα που έγινε ο νταβατζής της. Από κει την έφερε στα Γιάννενα για να δουλέψει σε «σπίτι». Η Λόλα πολλές φορές κλαίγοντας μετάνιωνε για τη δουλειά που διάλεξε, ενώ όταν ήταν καλά έλεγε πως καμία δουλειά δεν είναι ντροπή. Η Άννα της συμπεριφέρονταν σαν να ήταν μικρό παιδί. Από τη Λόλα δοκίμασε το πρώτο της τσιγάρο, μία συνήθεια που θα τη συντρόφευε μέχρι και την τελευταία μέρα της στο ψυχιατρείο.

Βγαίνοντας από το ίδρυμα προσπάθησε να συγχωρέσει το Μήτσο και κείνος δέχτηκε να μετακομίσουν σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στα Γιάννενα. Τα πράγματα όμως δεν καλυτέρευσαν. Αντί ν’ αλλάξει προς το καλύτερο χειροτέρεψε, κάνοντας την Άννα ν’ αναγκαστεί και πάλι να δουλεύει απ’ το πρωί έως το βράδυ για να τα βγάλει πέρα, παίρνοντας δύναμη μόνο από τα παιδιά της. Ο μεγαλύτερος γιος της, ο Κυριάκος, για να βοηθήσει τη μάνα του, μόλις έγινε δεκαπέντε χρονών, παράλληλα με το σχολείο έκανε δουλειές του ποδαριού. Ακόμα και η Λόλα βοηθούσε κρυφά από το νταβατζί της την Άννα, δίνοντάς της κάποια χρήματα που έπαιρνε από τους πελάτες.

Υπήρχαν βράδια που η Άννα πριν κοιμηθεί σκεφτόταν πως πλήρωνε το τίμημα της μοίρας που επέλεξε να ζήσει εκείνη, ενώ τ’ αδέρφια της είχαν πεθάνει τόσο πρόωρα. Όταν ο Κυριάκος πέρασε στο Πολυτεχνείο, στην Αθήνα, η Άννα ένιωσε τεράστια ευτυχία που το παιδί της θα έχτιζε μία ζωή καλύτερη από τη δική της. Η δεύτερη ευτυχία για την Άννα ήρθε λίγα χρόνια αργότερα όταν πέρασε και ο Τάσος σε πανεπιστήμιο των Αθηνών.

Το πρώτο βράδυ που έμεινε ολομόναχη στο σπίτι χωρίς τα παιδιά, αλλά και χωρίς το Μήτσο, που την είχε εγκαταλείψει εδώ και αρκετό καιρό, ξεμυαλισμένος από τη Φαίη, μία γυναίκα που δούλευε σε μπαρ και περιστασιακά εκδίδονταν με τους πελάτες της, η Άννα ξαπλώνοντας στο κρεβάτι αισθάνθηκε ότι δε μπορούσε να περπατήσει. Ένιωθε τα πόδια της βαριά σαν ατσάλι και την ψυχή της άδεια και μόνη, τόσο μόνη σαν το αηδόνι που κελαηδώντας αναζητάει το χαμένο του σύντροφο, το σύντροφο που ποτέ της δεν είχε.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο