Χάρισέ μου ένα Τριαντάφυλλο – Πρώτο μέρος

της Γιώτας Αγαπητού

Πρώτη Νοέμβρη. Ο ήλιος αρχίζει σιγά σιγά ν’ ανατέλλει πάνω από τον Αττικό ουρανό.

Ο Ιάσονας ρίχνει βιαστικά μια ματιά στους δείκτες του ρολογιού του. Ώρα 8:45 π.μ.. Αν και έχει αργήσει, τρέχει αλαφιασμένος, κάνοντας τη συνηθισμένη του στάση στο φούρνο του φίλου του Μενέλαου. Εκεί τον υποδέχεται μ’ ένα πλατύ χαμόγελο η Ασημίνα που βρίσκεται πίσω από τον πάγκο με τα ζεστά αρτοσκευάσματα.

-Καλημέρα Ιάσονα, να ετοιμάσω το συνηθισμένο σου κουλούρι με ταχίνι;

-Καλημέρα και σε σένα Ασημίνα. Όχι, σήμερα λέω να πρωτοτυπήσω και να πάρω μερικά από τα λαχταριστά σφολιατοειδή που είναι στη βιτρίνα του μαγαζιού. Εδώ και μερικές μέρες έχω την περιέργεια να τα δοκιμάσω, αν κι ο γιατρός μου δε μου το επιτρέπει. Μια φορά όμως δε θα μου κάνει κακό.

Η Ασημίνα, αφού του χαμογέλασε καταφατικά, έβαλε μέσα σ’ ένα κουτί μερικά από τα πιο εκλεκτά αλμυρά σφολιατοειδή και του τα έδωσε. Ενώ αυτός πληρώνοντας  έφυγε γρήγορα.

Επόμενη στάση το μικρό μαγαζάκι στη γωνία του δρόμου που πουλάει  καφέ σε πακέτο. Ο Ιάσονας, αφού πήρε ένα διπλό εσπρέσο με μαύρη ζάχαρη, αποφάσισε ότι επιτέλους ήταν η ώρα ν’ ανοίξει το μαγαζί του.

Παρόλο που η διαδρομή ήταν μικρή, εκείνος αφαιρέθηκε για λίγο στις αναμνήσεις του περπατώντας σχεδόν μηχανικά. Όμως ο ζεστός καφές που έπεσε πάνω στο χέρι του τον ξαναγύρισε στην πραγματικότητα.

Ώρα 9:10 π.μ., οδός Βασιλίσσης Σοφίας, λίγα μέτρα μακριά από το Μέγαρο Μουσικής. Ο Ιάσονας φτάνει επιτέλους στο ανθοπωλείο του, που το έχει ονομάσει «Ο κήπος των Ανθισμένων Ονείρων». Καθώς βάζει το κλειδί στην κλειδωνιά ασυναίσθητα γυρίζει με τη σκέψη του τριάντα χρόνια πίσω, σε κείνη την πρώτη μέρα που άρχισε να λειτουργεί το κατάστημά του. Ρομαντικός από τη φύση του πίστευε πάντα ότι οι άνθρωποι γοητεύονται και συγκινούνται από κάθε τι όμορφο. Και γι’ αυτόν η ομορφιά βρισκόταν μέσα στα άνθη.

1985 και όλη η Ελλάδα μεθάει από τις φρούδες υποσχέσεις του Αντρέα γι’ αλλαγή. Ο Ιάσονας παρασύρεται κι αυτός από το αίσθημα που πλανιέται στον αέρα. Έτσι, λοιπόν, αποφασίζει να παρατήσει τη νομική και ν’ ακολουθήσει τ’ όνειρό του, να γίνει ανθοπώλης. Στην αρχή με την οικονομική βοήθεια των γονιών του αγόρασε το μαγαζί στη Βασιλίσσης Σοφίας και το μετέτρεψε σ’ ένα καλαίσθητο χώρο. Ήθελε το ανθοπωλείο του να γίνει σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της πόλης εξαιτίας των σπάνιων ανθέων και φυτών που θα έφερνε απ’ όλο τον κόσμο. Για το λόγο αυτό ταξίδευε στα πέρατα της γης. Στις ελβετικές Άλπεις συνεργαζόταν μ’ ένα τοπικό ανθοπωλείο, το οποίο τον προμήθευε με τα Edelweiss, εκείνα τα μικρά λευκά και σπάνια λουλούδια που ευδοκιμούν φυτρώνοντας μόνο στις Άλπεις. Καθώς τα χρόνια περνούσαν ο Ιάσονας διαπίστωσε ότι τελικά οι άνθρωποι σπάνια γοητεύονται από τα συναισθήματα που αναδύονται από τις εικόνες των λουλουδιών και για το λόγο αυτό τα χρησιμοποιούν μόνο για κοινωνικές περιστάσεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα με τον καιρό να φέρνει άνθη και φυτά από το εξωτερικό μόνο κατά παραγγελία. Κάτι που δυστυχώς επέτεινε την απογοήτευσή του απέναντι στους ανθρώπους. Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που δεν αποφάσιζε να φύγει από το πατρικό του. Αν και ως δικαιολογία ανέφερε πάντα ότι το έκανε μόνο και μόνο για να τους φροντίζει.

Δεκέμβριος του 1990, κόντευαν Χριστούγεννα και ο Ιάσονας συναντάει στο δρόμο του την Soledad, μία πρίμα μπαλαρίνα που εργάζονταν για ένα διάστημα στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Στην Ελλάδα είχε έρθει αποκλειστικά  και μόνο γι’ αυτό το σκοπό. Η καταγωγή της ήταν από τη Χιλή. Η Soledad ήταν μία χορεύτρια διεθνούς εμβέλειας. Οι δυο τους γνωρίστηκαν ένα απόγευμα του Δεκέμβρη σ’ έναν από εκείνους τους σπάνιους χειμώνες που η Αθήνα ντύνονταν στα λευκά. Ήταν η ώρα που ο Ιάσονας ετοιμαζόταν να κλείσει το μαγαζί του, αλλά τη στιγμή εκείνη άνοιξε την πόρτα μία ψηλόλιγνη γυναικεία φιγούρα, η οποία του θύμιζε λαμπερή και αιθέρια νεράιδα, που τα φτερά της ήταν παγωμένα από το κρύο.

-Καλησπέρα. Το ξέρω ότι η ώρα είναι ακατάλληλη, αλλά ήρθα να πάρω τα Edelweiss μαζί με τα κλαδιά γκι που είχα τηλεφωνικώς παραγγείλει στ’ όνομα Soledad

Ο Ιάσονας αντικρίζοντας την για μια στιγμή σάστισε. Όταν συνήλθε της είπε.

– Ναι, είναι έτοιμη η παραγγελία σας, τα λουλούδια ήρθαν πριν λίγες ώρες. Δεν ήταν ανάγκη να έρθετε ως εδώ με αυτό το κρύο. Να μόλις τώρα θα έκλεινα το μαγαζί και θα σας τα έφερνα στο θέατρο.

-Ελπίζω τώρα που ήρθα να σας έβγαλα από αυτόν τον κόπο.

-Ποιον κόπο; Ίσα ίσα που έψαχνα αφορμή για να έρθω να παρακολουθήσω την παράστασή σας. Ξέρετε, αγαπώ πολύ το χορό και την όπερα. Συγνώμη, μα τι αγένεια, ξέχασα να σας συστηθώ. Ονομάζομαι Ιάσονας Χριστοφόρου. Χάρηκα!

-Παρομοίως! Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Θα χαρώ πολύ να σας δω στο θέατρο. Θα σας παρακαλούσα όμως αν μπορείτε να κάνετε λίγο γρήγορα γιατί βιάζομαι να πάω να ετοιμαστώ για την παράσταση.

Η Soledad πήρε τα λουλούδια και κλείνοντας την πόρτα χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Οι δυο τους σιγά σιγά και χωρίς να το καταλάβουν θα γίνονταν ζευγάρι. Ο Ιάσονας γοητεύτηκε από τον έντονο Λατίνο χαρακτήρα της, ενώ εκείνη από το ρομαντισμό και την τρυφερότητα που εξέπεμπε απέναντί της. Η σχέση τους, αν και ήταν πολύ έντονη, κράτησε σχεδόν ένα χρόνο. Η κοινή τους αγάπη για τα ταξίδια τους οδήγησε στον Αμαζόνιο, το Θιβέτ και την Ινδία. Παρόλες τις δυσκολίες όλα έδειχναν ότι οι δυο τους θα είχαν ευτυχές τέλος, αλλά δυστυχώς για μία ακόμα φορά ο Ιάσονας ένιωσε ότι πνίγεται μέσα σ’ αυτή τη σχέση και αποφάσισε να φύγει. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Ωστόσο, αρκετές φορές μετά το χωρισμό του με τη Soledad την έφερνε στο νου του γιατί του έλλειπε. Νέα της μάθαινε μέσα από τις εφημερίδες και την τηλεόραση. Εκείνη μετά από χρόνια, καταξιωμένη πια χορεύτρια, είχε αποσυρθεί στο Σαντιάγκο, όπου δίδασκε μπαλέτο σε παιδιά πολύ φτωχών οικογενειών. Ο Ιάσονας σκεφτόταν να πάει να τη βρει, αλλά συνεχώς το μετάνιωνε, μιας κι ένιωθε αφάνταστα γέρος και ανήμπορος και ας ήταν μόνο πενήντα τεσσάρων χρονών. Οι γονείς του εδώ και μερικά χρόνια είχαν πεθάνει, αφήνοντάς τον μόνο, συντροφιά με τ’ αγαπημένα του λουλούδια.

Ώρα 9:12 π.μ., επιτέλους ο Ιάσονας ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού του και τακτοποιεί, φροντίζοντας τ’ άνθη και τα φυτά του. Τώρα πια είναι όλα έτοιμα για να υποδεχτεί τους πελάτες του. Αφού έχει τελειώσει τις δουλειές του αποφασίζει να στρίψει ένα τσιγάρο. Με την άκρη του ματιού του βλέπει μπροστά από το τζάμι της βιτρίνας ένα μικρό κορίτσι με μακριά μαύρα μαλλιά, πολύ αδύνατο, σχεδόν καχεκτικό, με ρούχα που αδυνατούν να το προστατεύσουν από το κρύο. Το παιδί έχει ακουμπήσει τα χέρια του πάνω στο τζάμι της βιτρίνας. Ο Ιάσονας προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτός από το μικρό ξωτικό με τ’ αθώα και φωτεινά μάτια. Παρόλα αυτά συνεχίζει να την κοιτάει. Του κάνει εντύπωση που το μικρό παιδί βλέπει με τόσο θαυμαστό τα λουλούδια. Το κορίτσι αποφασίζει να μπει μέσα στο μαγαζί και με μια γρήγορη κίνηση ανοίγει την πόρτα.

-Καλημέρα, θα μου χαρίσεις ένα τριαντάφυλλο. Θα ήθελα αν γινόταν να είναι κόκκινο ή λευκό.

Ο Ιάσονας εντυπωσιασμένος από τον αυθορμητισμό της μικρής εισβολέως, της απαντά.

-Πώς σε λένε; Πριν σου απαντήσω θα πρέπει να γνωρίζω τ’ όνομα της δεσποινίδος που ζητάει να της χαρίσω ένα τριαντάφυλλο.

-Είμαι η Γιασμίν και είμαι δέκα χρονών. Εσένα πως σε λένε κύριε;

-Τ’ όνομά μου είναι Ιάσονας. Εγώ είμαι πενήντα τεσσάρων χρονών.

Η Γιασμίν έμεινε εμβρόντητη στο άκουσμα της ηλικίας του Ιάσονα.

-Πενήντα τεσσάρων χρονών! Τόσο ήταν η γιαγιά μου η Χατιζέ. Μιας και συστηθήκαμε κύριε Ιάσονα μπορείς τώρα να μου χαρίσεις ένα τριαντάφυλλο;

-Για μικρό παιδί είσαι πολύ ανυπόμονη.

-Βιάζομαι. Μετά από δω έχω ένα σωρό άλλα πράγματα να κάνω.

Καθώς μιλούσαν οι δυο τους, η απρόσμενη εισβολέας κοιτούσε έκπληκτη το χώρο.

-Το μαγαζί σου είναι πολύ όμορφο. Μακάρι να έμενα σ’ ένα σπίτι γεμάτο λουλούδια. Αυτό θα μ’ έκανε πολύ ευτυχισμένη. Ελπίζω εκεί που πήγαν οι δικοί μου να είναι τόσο όμορφα όπως σ’ αυτό το δωμάτιο.

Ξαφνικά τα μάτια της βούρκωσαν. Θυμήθηκε την οικογένειά της που πίστευε πως τώρα πια ήταν στον παράδεισο χαρούμενη κι ευτυχισμένη.

Ο Ιάσονας την άκουγε σοβαρός χωρίς να την διακόπτει. Ήταν καθισμένος πίσω από τον πάγκο όπου ετοίμαζε τις παραγγελίες του. Εκεί ακριβώς είχε αφήσει και το κουτί με τα σφολιατοειδή που είχε αγοράσει πριν λίγη ώρα. Καθώς μιλούσαν πρόσεξε ότι το παιδί κοιτούσε με λαχτάρα το κουτί. Τότε κατάλαβε ότι μάλλον πεινούσε. Δυστυχώς αυτή ήταν η αλήθεια. Η Γιασμίν είχε να φάει από το προηγούμενο μεσημέρι, όπου είχε ετοιμάσει μία υποτυπώδη σούπα με λίγα λαχανικά. Μη θέλοντας να την προσβάλει και να την κάνει να νιώσει άσχημα της είπε.

-Αγόρασα από το φούρνο μερικά τυροπιτάκια, αλλά βλέπεις είναι πολλά για μένα. Τι λες θέλεις να τα μοιραστούμε;

Εκείνη, παρόλη την πείνα της, ντράπηκε ν’ ανοίξει το κουτί. Τότε ο Ιάσονας το πήρε και ανοίγοντάς το της είπε.

-Πάρε όσα θέλεις. Η ηλικία μου δε μου επιτρέπει για λόγους υγείας να τρώω πολύ.

Η Γιασμίν διστακτικά πήρε ένα τυροπιτάκι. Ο Ιάσονας όμως την προέτρεψε να πάρει μερικά ακόμα και της τα τύλιξε σε μία χαρτοπετσέτα.

-Αυτά θα τα φάω το μεσημέρι. Του είπε και τα έβαλε στην τσέπη της.

-Καλά λοιπόν μικρή μου Γιασμίν. Τώρα ήρθε η ώρα να διαλέξεις όποιο από τα τριαντάφυλλα θέλεις.

Εκείνη, αφού εξέτασε προσεκτικά όλα τα άνθη διάλεξε ένα μεγάλο ροζ και λευκό μπουμπούκι τριαντάφυλλο.

-Μόνο ένα θέλεις;

Ξέρεις κύριε Ιάσονα δεν έχω πολλά λεφτά και πρέπει ν’ αγοράσω κι άλλα πράγματα. Ο Ιάσονας την κοίταξε με συμπάθεια και τρυφερότητα. Η Γιασμίν έβγαλε από την τσέπη του φορέματός της το μικρό ροζ πάνινο πορτοφολάκι της που είχε πάνω ζωγραφισμένη μία πριγκίπισσα, που όμως τα χρώματά της είχαν ξεθωριάσει. Όπως είχε ξεθωριάσει βίαια και απότομα η παιδική της ηλικία…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο