Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος τρίτο

της Γιώτας Αγαπητού

–  Ξέρεις, από πολύ μικρή έμαθα ν’ αγαπάω τα τριαντάφυλλα. Η μαμά μου τα βράδια για να κοιμηθώ μέ κρατούσε στην αγκαλιά της και νανουρίζοντας μέ αποκαλούσε «Τριανταφυλλένια μου», τραγουδώντας μου ένα δικό της αυτοσχέδιο νανούρισμα.

«Κοιμήσου μικρό μου μπουμπουκάκι / εσύ για μένα γλυκό πλασματάκι / σαν μεγαλώσεις ένα όμορφο τριαντάφυλλο να γίνεις / με την ομορφιά σου απλόχερα τη γη να φωτίζεις / η καλοσύνη και η σοφία σου να βοηθήσουν τον κόσμο / και σαν ευλογημένη τριανταφυλλιά πολλά τριαντάφυλλα ν’ αποκτήσεις».

Η Γιασμίν κοίταξε τον εαυτό της στο τζάμι της βιτρίνας. Απέναντί της αντίκρισε ένα μικρό κορίτσι με τη θλίψη να ‘χει αυλακώσει το εύθραυστο πρόσωπό της. Ταλαιπωρημένη όπως ήταν θύμιζε ξωτικό που το απομάκρυναν βίαια από το δάσος και τώρα προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να μη δακρύσει.

Τρόμαξε. Αποκλείεται να είναι αυτή η Γιασμίν που ήξερε. Το ευτυχισμένο παιδί, το γεμάτο όνειρα και αγάπη για τη ζωή, που μοσχοβολούσε σαπούνι. Τα μαλλιά της ήταν πάντα καλοχτενισμένα και τα ρούχα της τα πιο όμορφα, που πάντα μύριζαν καθαριότητα. Όμως τώρα είχε μπροστά της ένα πλάσμα καχεκτικό και χλωμό, ντυμένο με κουρέλια για ρούχα και τα μαλλιά της αχτένιστα. «Αν μ’ έβλεπε τώρα η μαμά μου δε θα μ’ αναγνώριζε»  σκέφτηκε η Γιασμίν.

Για πρώτη φορά μετά από καιρό γνώρισε ένα άνθρωπο που έδειχνε πραγματικά να νοιάζεται για κείνη και να θέλει με όλη του την ψυχή ν’ ακούσει την ιστορία της. Και η Γιασμίν είχε τόσο πολύ ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Δυστυχώς οι ΜΚΟ που ασχολούνταν με τα προσφυγόπουλα του πολέμου δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά γι’ αυτήν και την έβλεπαν απλώς ως ένα κομμάτι της δουλειάς τους.

Όλη αυτή την ώρα ο Ιάσονας βουρκωμένος και σκεπτικός άκουγε το μικρό κορίτσι με ενδιαφέρον.

– Θέλεις να μου πεις τη συνέχεια της ιστορίας σου; εκτός και αν αυτό σε στεναχωράει.-

– Ω κύριε Ιάσονα θέλω τόσο πολύ να σου μιλήσω για μένα. Όταν ακούσαμε τ’ αεροπλάνα να πετάνε μανιασμένα πάνω από τον ουρανό της πόλης, οι συμμαθητές μου και γω στην τάξη τρομάξαμε. Η δασκάλα μας, η κυρία Ράνια, προσπάθησε με δυσκολία να μας καθησυχάσει. Μέχρι που τ’ αεροπλάνα άρχισαν να ρίχνουν πολλές βόμβες σε όλη την πόλη. Εμείς κρυφτήκαμε κάτω από τα θρανία μας. Με την Αϊσέ πιαστήκαμε χέρι – χέρι. Ακούστηκε ένα Μπαμ. Ο χώρος πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε γέμισε συντρίμμια. Γύρισα να κοιτάξω τη φίλη μου…Το χέρι της δεν κουνιόταν. Είχε πέσει και κρεμόταν σαν ένα χέρι άψυχης κούκλας στο πάτωμα. Δεν είχε ακούσει την κυρία Ράνια και γι’ αυτό δεν έβαλε όσο κι αν την παρακαλούσα το κεφαλάκι της κάτω από το θρανίο. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο αίματα και σκόνη. Δεν ανέπνεε. Φοβήθηκα. Όμως δεν είχα δύναμη να φωνάξω. Κοίταξα γύρω μου. Παντού σκόνη και συντρίμμια από έναν χώρο που πριν από λίγο το γέμιζαν οι παιδικές φωνές μας. Όταν κατάλαβα ότι τ’ αεροπλάνα σταμάτησαν να πετάνε πάνω από το σχολείο βγήκα από το πρόχειρο κρησφύγετο μου. Πολλοί συμμαθητές μου ήταν τραυματισμένοι, γεμάτοι αίματα, ενώ άλλοι ήταν νεκροί κάτω στο πάτωμα. Η κυρία Ράνια είχε σκοτωθεί και το άψυχο σώμα της είχε γίνει τοίχος προστασίας για ένα συμμαθητή μου. Τρόμαξα κι έβαλα τα κλάματα. Σκέφτηκα ότι πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου. Το άλλοτε σχολείο τώρα πια είχε μετατραπεί σε μία μάζα από χαλάσματα. Παιδιά από άλλες τάξεις, άλλα μέσα στα αίματα και κάποια άλλα τρομαγμένα, έτρεχαν πανικόβλητα στους διαδρόμους. Οι δάσκαλοι προσπαθούσαν όπως μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα τραυματισμένα από τα νεκρά παιδιά. Εγώ χωρίς να το καταλάβω για μια στιγμή βρέθηκα στη μέση του προαυλίου, κοιτώντας πώς μπορώ να πάω γρήγορα στο σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι χαλάσματα από σπίτια και κτίρια όπου πριν από λίγο κατοικούσε η ζωή. Παντού σκόνη. Σύννεφα σκόνης που σ’ έπνιγαν. Άνθρωποι διάσπαρτοι στα μισογκρεμισμένα κτίρια που δεν ήξερες αν ήταν νεκροί ή τραυματισμένοι. Όταν επιτέλους έφτασα κοντά στο σπίτι μου διαπίστωσα πως δεν υπήρχε πια. «Μαμά, μαμάαα…», φώναξα αλλά δεν πήρα απάντηση. Περπάτησα πάνω στα συντρίμμια. Σε μια γωνιά, εκεί που κάποτε ήταν το παιδικό δωμάτιο, είδα τη μάνα μου πλημυρισμένη στα αίματα να ‘χει στο στήθος της και να θηλάζει τον αδερφό μου. Το στοματάκι του είχε αίμα και γάλα ανακατεμένα. Ήταν και οι δύο νεκροί. Λίγο πιο δίπλα, καθισμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα κείτονταν νεκρή με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της η γιαγιά μου. Γονάτισα και μπουσουλώντας πάνω στα χαλάσματα πήγα κοντά στη μαμά μου. Άρχισα να την ταρακουνάω φωνάζοντας «Ξύπνα μαμά, ξύπνα, μη μ’ αφήνεις μόνη μου. Φοβάμαι μαμά φοβάμαι». Την πήρα αγκαλιά κι έκλαιγα πάνω από το νεκρό σώμα της. Από το κλάμα νομίζω ότι για λίγο λιποθύμησα. Όταν συνήλθα έτρεξα να δω αν ζούσε ο μπαμπάς μου, αλλά και κείνος ήταν νεκρός. Εκείνη τη μέρα δεν είχε μάθημα στο πανεπιστήμιο, γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε να μείνει στο σπίτι με σκοπό να ετοιμάσει μία ακόμη ομιλία αφύπνισης του κόσμου για όσα συνέβαιναν στην πατρίδα μας. Η ομιλία αυτή θα δινόταν σε μία πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών. Σ’ αυτό το ταξίδι θα πηγαίναμε και μεις μαζί του. Η μαμά μου ήλπιζε ότι αυτή τη φορά θα τον έπειθε να μείνουμε για πάντα εκεί.

Η Γιασμίν πήρε μία βαθιά ανάσα και κοίταξε τα τριαντάφυλλα που ήταν πίσω από το τζάμι της βιτρίνας. Ο Ιάσονας έτσι χλωμή που την είδε τρόμαξε και της έδωσε την καρέκλα του για να καθίσει.

– Κάτω απ’ αυτόν τον πάγκο έχω ένα μικρό ψυγειάκι όπου φυλάω ένα κουτί με χυμό και ένα κουτί με γάλα. Όσο και να μου το αρνηθείς πριν συνεχίσεις την ιστορία σου θα πιείς από ένα ποτήρι και από τα δύο για να συνέλθεις.

Η Γιασμίν βλέποντας το αυστηρό, αλλά και γεμάτο καλοσύνη πρόσωπο του Ιάσονα δε μπόρεσε ν’ αρνηθεί.

– Τα υπόλοιπα που επακολούθησαν κύριε Ιάσονα είναι η συνέχεια μίας θλιβερής ιστορίας. Χωρίς να το καταλάβω κάποιος με άρπαξε από το γκρεμισμένο μου σπίτι και ξαφνικά βρέθηκα σ’ ένα καταυλισμό με παιδιά που είχαν χάσει τις οικογένειές τους. Ήμουν τώρα πια και γω ένα ορφανό παιδί του πολέμου, σαν τόσα άλλα παιδιά. Κύριε Ιάσονα να σε ρωτήσω κάτι; αλλά θα μου απαντήσεις με ειλικρίνεια.

– Ρώτα με ό,τι θέλεις μικρό μου ξωτικό κι αν γνωρίζω σου υπόσχομαι πως θα σου απαντήσω. Να ξέρεις όμως ότι οι μεγάλοι δεν έχουν απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις των παιδιών που πολλές φορές είναι σκληρές.

– Θέλω να μάθω γιατί οι ενήλικες κάνετε πόλεμο; Ποιος σας έδωσε αυτό το δικαίωμα;

Ο Ιάσονας πάγωσε από το σκληρό βλέμμα που του έριξε το μικρό κορίτσι. Σάστισε από αμηχανία και άναψε το δεύτερο τσιγάρο. Εξάλλου, τι ν’ απαντήσει σε μία τέτοια ερώτηση; Εκείνος ήταν ένας άνθρωπος που μισούσε τη βία και τους πολέμους. Έσκυψε το κεφάλι από ντροπή. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει μέσα από τα δόντια του ήταν η λέξη «Συγνώμη» πίνοντας  μια γουλιά από τον παγωμένο τώρα πια καφέ του.

Η Γιασμίν τον κοίταξε με συμπάθεια. Είχε τόσο καιρό να δει άνθρωπο χαμογελαστό και φωτεινό, που τα μάτια του τής θύμιζαν τα λαμπερά αστέρια που βρίσκονταν κάποτε στον ουρανό της πατρίδας της.

Ο Ιάσονας τίναξε τη στάχτη από το μισοτελειωμένο τσιγάρο του και για να σβήσει την πικρή γεύση που είχε αφήσει ο καφές στο στόμα του ήπιε λίγο νερό. Ασυναίσθητα σκέφτηκε τις φορές που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να σταματήσει το κάπνισμα, αλλά όλο και κάτι συνέβαινε και το ανέβαλε.

– Και δω στην Ελλάδα πώς βρέθηκες;

Η αναπάντεχη αυτή ερώτηση έκανε τη Γιασμίν να βγει από το σύννεφο των σκέψεων της που για λίγο είχε χαθεί.

– Όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι που αναγκάζονται να ξενιτευτούν αφήνοντας πίσω τούς νεκρούς τους. Φεύγοντας μπόρεσα και πήρα μέσα από τα χαλάσματα του σπιτιού τις φωτογραφίες των δικών μου. Το μωρουδιακό φορμάκι που φορούσε ο μικρός μου αδερφός την ημέρα των γενεθλίων μου, την πολύχρωμη μαντίλα με τα μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα που έριχνε στους ώμους της η μαμά μου τα δροσερά βράδια του καλοκαιριού, τις τελευταίες σημειώσεις του μπαμπά μου που μιλούσαν για την ειρήνη στον κόσμο και το κοκάλινο χτένι που ήταν περίτεχνα σκαλισμένο και στόλιζε κάποτε τ’ ασημένια μαλλιά της γιαγιάς μου. Αλλά πήρα και κάτι ακόμα, αυτό που θα μου θυμίζει τα όνειρα που έχω για τη ζωή μου. Το φόρεμα, τις καστανιέτες, τη σάρπα, τα παπούτσια και τη βεντάλια, όλα κομμάτια της στολής του φλαμένκο που ήταν δώρα της γιαγιάς μου. Φεύγοντας έδωσα μία υπόσχεση στους νεκρούς μου, ότι ό,τι και αν συμβεί εγώ στο τέλος θα γίνω μία σπουδαία χορεύτρια και θα συνεχίσω το έργο του πατέρα μου για την ειρήνη. Όταν με πήγαν στον καταυλισμό ήμουν πολύ φοβισμένη. Η σκέψη ότι δεν μπορούσα να θάψω τους δικούς μου με πλήγωνε βαθιά. Από κάποιους έμαθα ότι όλους τους νεκρούς τους θάψανε σε μεγάλους μαζικούς τάφους.

Η Γιασμίν δεν άντεξε και ξέσπασε σε λυγμούς. Έτρεμε ολόκληρη. Ο Ιάσονας τα ‘χασε όταν την είδε να κλαίει. Την πήρε αγκαλιά. Στην αρχή διστακτικά, αλλά μετά με όση δύναμη αγάπης είχε μέσα του την έσφιξε δυνατά. Θύμιζε πατέρα που αγκαλιάζει το παιδί του μετά από χρόνια απουσίας. Το μικρό κορίτσι χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του, γιατί ένιωσε μετά από πολύ καιρό και πάλι στοργή και ασφάλεια. Οι δυο τους έμειναν έτσι για λίγες στιγμές χωρίς να μιλάνε. Ξάφνου η Γιασμίν πετάχτηκε απότομα από την αγκαλιά του, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάγουλά της.

– Σ’ ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την αγκαλιά. Είχα καιρό να νιώσω έτσι. Τόσο δυνατά και τρυφερά με αγκάλιαζαν οι γονείς μου. Άσε με όμως τώρα να συνεχίσω την ιστορία μου. Έχω τόσο ανάγκη να τη μοιραστώ μαζί σου…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο