Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος τέταρτο

της Γιώτας Αγαπητού   

– Έμεινα για μέρες μέσα στα συντρίμμια του σπιτιού μου, κρατώντας αγκαλιά τη νεκρή οικογένειά μου. Το διάστημα αυτό δεν μπόρεσα να βάλω τίποτα στο στόμα μου. Μου άρεσε να κοιμάμαι στο στήθος της νεκρής μαμάς μου και να χαϊδεύω τα μακριά μαλλιά της. Όλες αυτές τις μέρες άκουγα τους ανθρώπους στους δρόμους της πόλης που προσπαθούσαν να βρουν κάτω από τα χαλάσματα τραυματίες που μπορεί από τύχη να είχανε σωθεί. Εμένα με βρήκε μία ομάδα που πάνω στη στολή τους είχανε ραμμένα ξένα γράμματα με μπλε χρώμα. Με τράβηξαν από τα συντρίμμια φοβούμενοι ότι ήμουν τραυματισμένη. Ξέρεις, τα ρούχα μου είχαν ποτιστεί από το αίμα των δικών μου. Ακόμα και τώρα η μυρωδιά του με συντροφεύει τα σκοτεινά βράδια μου. Την πρώτη μέρα στον καταυλισμό δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Μ’ έβαλαν σε μία τεράστια σκηνή με αμέτρητα ράντζα. Παντού γύρω μου ορφανά παιδιά, αλλά και γυναίκες, που από το στήθος τους  κρεμόταν τα βρέφη τους. Σε διπλανές σκηνές υπήρχαν ολόκληρες οικογένειες. Στιγμές που δε θα ξεθωριάσουν ποτέ από τη μνήμη μου. Εκεί γνώρισα τον Αλή. Ένα παιδί από το ίδιο σχολείο με μένα, που όμως ήταν δυο τάξεις μεγαλύτερος. Αρχίσαμε να  κάνουμε παρέα. Άλλωστε, πέρα από κείνον δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Κάποιοι άνθρωποι μας είπαν ότι αν είχαμε χρήματα θα μπορούσαν να μας στείλουν στην Τουρκία και από κει με βάρκα θα περνούσαμε στην Ελλάδα και αν ήμασταν τυχεροί ίσως να φεύγαμε για την Ευρώπη. Εγώ στο άκουσμα ότι θα μπορούσα να φύγω από τη χώρα μου ένιωσα την καρδιά μου να ξεμουδιάζει. Εξάλλου ήξερα καλά που να βρω τα χρήματα. Με τη βοήθεια του Αλή ίσως θα μπορούσα ν’ έφευγα από τον καταυλισμό για λίγο το βράδυ χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Του είχα υποσχεθεί, για να με βοηθήσει, ότι θα πλήρωνα και τα δικά του ναύλα για την ελευθερία. Ένα βράδυ αποφάσισα επιτέλους να πάω στο γκρεμισμένο σπίτι μου. Στο δρόμο δεν υπήρχε ψυχή και το μόνο που ακουγόταν που και που ήταν το κλάμα των ζώων που θρηνούσαν τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και ο θόρυβος που έκαναν τα τρωκτικά ψάχνοντας κάτι για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Όταν έφτασα στο σπίτι όλα ήταν ίδια όπως τ’  άφησα την τελευταία φορά. Με το λιγοστό φως του φεγγαριού άρχισα να ψάχνω στα χαλάσματα. Έμεινα εκεί για ώρες προσπαθώντας, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, με τη φωτογραφική μου μνήμη ν’ αποθηκεύσω όλες τις εικόνες στο βιωματικό δίσκο της ψυχής μου, για να μην ξεχάσω ποτέ πόσο κακό κάνει ο πόλεμος οποιασδήποτε μορφής. Ακόμα και τώρα, αν και ξέρω την αλήθεια, θέλω να πιστεύω ότι τους δικούς μου τους έχουν θάψει όλους μαζί και ότι ο αδερφός μου θηλάζει ακόμα το στήθος της μάνας μου, γιατί συνεχίζει να φοβάται να κοιμηθεί μόνος του μες στο σκοτάδι. Όταν επιτέλους η λογική μου μού είπε ότι είναι η ώρα να φύγω από το μισογκρεμισμένο σπίτι πήρα μία τσάντα που βρήκα μπροστά μου, τη γέμισα με πράγματα που θα μου θύμιζαν τους αγαπημένους μου, λίγα ρούχα και όλα τα τιμαλφή και τα χρήματα που βρήκα μέσα στο σπίτι. Όταν γύρισα πίσω στον καταυλισμό τα χαράματα κανείς δεν είχε αντιληφθεί ότι έλειπα για ώρες. Ακόμα και ο ίδιος ο Αλή με κατσάδιασε που δεν αποφάσισα ακόμα να πάω, όπως του είχα υποσχεθεί, να φέρω χρήματα. Λίγες μέρες μετά από κείνο το βράδυ όλα ήταν έτοιμα για την αναχώρησή μας προς το δρόμο της προσφυγιάς. Νωρίς το πρωί, έξω από τη σιδερένια και βαριά πόρτα του καταυλισμού μας περίμεναν οπλισμένοι άντρες πάνω σε μεγάλα φορτηγά. Μας φόρτωσαν σαν εμπορεύματα. Ευτυχώς εγώ είχα πάρει μαζί μου και δύο μικρές κουβέρτες για να με προστατεύουν από το κρύο. Ο δρόμος προς την ελευθερία μακρύς και πολύωρος, μέσα από βουνά όπου κρύβονταν άνδρες που πυροβολούσαν ανεξαιρέτως οτιδήποτε κινούνταν στους κακοτράχαλους δρόμους. Για να ξεγελάσω τον φόβο μου, καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού είχα κλειστά τα μάτια μου και σιγοψιθύριζα τραγούδια και μελωδίες που αγαπούσα. Φτάσαμε μετά από ώρες και γω δεν ξέρω πόσες, σε μία μικρή πόλη της Τουρκίας και μας κατέβασαν σ’ ένα μικρό καταυλισμό που δεν είχε ούτε καν τ’ απαραίτητα. Φοβόμουν πάρα πολύ. Τώρα πια ήμουν τελείως μόνη. Δεν ξέρω αν τελικά ο Αλή έκανε αυτό το ταξίδι παρόλο που του είχα δώσει τα χρήματα. Τελευταία φορά που τον είδα ήταν όταν μου έδωσε δικά του ρούχα «Καλύτερα να ντυθείς αγόρι, έτσι ίσως να κινδυνεύσεις λιγότερο» μου είπε και με χαιρέτησε ίσως για πάντα. Σ’ αυτόν τον καταυλισμό μείναμε πάνω από μία βδομάδα. Μετά, ένα ηλιόλουστο πρωινό, που όμως δεν ήταν  ακόμη αρκετό για να μας ζεστάνει, ήρθε ένας άντρας που θύμιζε γενίτσαρο βγαλμένο από τις ιστορίες που μου διάβαζε η γιαγιά μου. Και να, πάλι μας φόρτωσαν ξανά στα φορτηγά για να φτάσουμε κάποια στιγμή μετά από ώρες σ’ ένα ψαροχώρι. Εκεί μείναμε μία ολόκληρη μέρα. Όταν σκοτείνιασε μας μετέφεραν στην ακτή, όπου ήτανε αραγμένες ξύλινες και πλαστικές βάρκες, σαπιοκάραβα, ενώ το μικρό λιμάνι ανέδυε δυσωδία από τα σκουπίδια που επέπλεαν. Αφού τους δώσαμε τα χρήματα που μας ζήτησαν, μάς φόρτωσαν επιτέλους στις βάρκες. Ήμασταν τόσοι πολλοί μέσα εκεί που με δυσκολία ανέπνεες. Το ταξίδι από τη μία άκρη του Αιγαίου στην άλλη διήρκησε μερικές ώρες. Η θάλασσα ήταν ακόμα ζεστή. Παρόλα αυτά όμως εγώ μέσα μου έτρεμα από το φόβο, μα δεν ήθελα κανείς να το καταλάβει. Από τα τρία σαπιοκάραβα που ξεκίνησαν το ταξίδι, η δική μου βάρκα ήταν εκείνη που τελικά δε βούλιαξε. Οι άλλες δύο δεν άντεξαν το ανθρώπινο βάρος. Παντού μέσα στη θάλασσα άκουγες και έβλεπες ανθρώπους να εκλιπαρούν για βοήθεια. Κάποιοι δυστυχώς δεν άγγιξαν τ’ όνειρο για μία ελεύθερη ζωή, που τελικά έληξε τόσο άδοξα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού εγώ κρατούσα όσο πιο σφιχτά μπορούσα την τσάντα με τα λιγοστά υπάρχοντά μου.

Όση ώρα η Γιασμίν μιλούσε, ο Ιάσονας έβλεπε στο πρόσωπό της να εναλλάσσονται τα συναισθήματα. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι η μικρή ήταν έτοιμη να σωριαστεί στο πάτωμα από την ένταση που της προκάλεσε η περιγραφή των γεγονότων που βίωσε. Την έπιασε τρυφερά από τους ώμους και της έδωσε ένα ποτήρι με χυμό. Όμως η Γιασμίν ανασκουμπώθηκε και πάλι και τινάχτηκε από την καρέκλα λες και την χτύπησε κεραυνός.

– Όταν φτάσαμε επιτέλους στη στεριά, ο άνθρωπος που ήταν αρχηγός του ταξιδιού μας εξαφανίστηκε. Κατεβήκαμε από τις βάρκες. Κάποιοι φιλούσαν το χώμα και ευχαριστούσαν το θεό που βγήκαν ζωντανοί από τη θάλασσα, ενώ εκείνη ξερνούσε στη στεριά ανθρώπινα κουφάρια. Εγώ κατέβηκα βιαστικά από τη βάρκα και πήγα σε μια γωνιά για να ηρεμήσω. Παρόλη την κούραση που ένιωθα από το ταξίδι δεν ήθελα να κοιμηθώ. Μετά από αρκετή ώρα ακούστηκε θόρυβος από αυτοκίνητα που ερχόταν προς το μέρος μας. Αφού μας έβαλαν όλους επάνω στις καρότσες των αυτοκινήτων μάς μετέφεραν σ’ έναν ακόμα καταυλισμό. Ο τρίτος στη σειρά για μένα. Τώρα πια είχα πάψει να νιώθω παιδί, αλλά και ούτε ήξερα τι ήμουν. Στον καταυλισμό εκείνον τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι άνθρωποι μας μοίρασαν κουβέρτες και τρόφιμα. Εγώ δεν ήθελα να έχω πολλές επαφές με κανέναν. Το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να μη χάσω τα πράγματά μου που ήταν τα μόνα που μου έδιναν δύναμη. Ξέρεις κύριε Ιάσονα, όταν έχεις χάσει τα πάντα το μόνο που μπορεί να σε κρατήσει στη ζωή χωρίς να χάσεις την ελπίδα σου είναι κάποια ασήμαντα μικρά αναμνηστικά πράγματα από εκείνους που αγαπάς. Σε αυτόν τον καταυλισμό πρέπει να έμεινα πάνω από δύο εβδομάδες. Δεν ήταν άσχημα, αλλά εγώ ένιωθα αφάνταστα φυλακισμένη, γι’ αυτό και αποφάσισα να το σκάσω. Αφού περιπλανήθηκα για δύο ολόκληρες μέρες στο νησί τελικά κατάφερα να φτάσω στο μεγάλο λιμάνι. Με τα χρήματα που είχα μπόρεσα ν’ αγοράσω ένα εισιτήριο και να ταξιδέψω με το πλοίο για τον Πειραιά. Το Αιγαίο με τα σπαρμένα του νησιά μ’ έκανε συνέχεια να σκέφτομαι πόσο θα ‘θελα αυτές τις εικόνες να τις μοιραζόμουνα με τους δικούς μου. Κύριε Ιάσονα εσύ έχεις ταξιδέψει στο Αιγαίο;

Ο Ιάσονας την κοίταζε με τα μάτια βουρκωμένα και προσπάθησε με όλη του τη δύναμη να της απαντήσει.

– Μικρό μου ξωτικό πολλά καλοκαίρια με τους γονείς μου όταν ήμουν παιδί κάναμε διακοπές σε κάποια από τα νησιά του Αιγαίου. Μα και όταν μεγάλωσα μού άρεσε ν’ ανακαλύπτω τα μικρά άγονα νησάκια του

– Όταν έφτασα στον Πειραιά, κατεβαίνοντας από το πλοίο άρχισα να περιδιαβαίνω τους δρόμους της πόλης, οι οποίοι με οδήγησαν στην Αθήνα. Κοιμόμουν στα παγκάκια για μέρες κι έτρωγα από τα σκουπίδια. Όσο κι αν φοβόμουν δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να προχωρήσω. Στις σκοτεινές γωνιές των δρόμων είδα πράγματα που έως τότε δεν είχα ξαναδεί. Ανθρώπους με σύριγγες στα χέρια να σωριάζονται στο χώμα. Γυναίκες με προκλητικά ρούχα να παίρνουν χρήματα, ακολουθώντας άγνωστους άντρες. Είδα να πουλάνε μπροστά μου όπλα. Όλα αυτά όμως όσο και αν με τρόμαζαν, ένιωθα ότι δεν ήταν τόσο φρυχτά όσο η βομβαρδισμένη μου πόλη. Το μόνο που ήθελα απεγνωσμένα να καταφέρω τώρα πια ήταν να βρω κάπου να μείνω. Ο δρόμος τελικά με οδήγησε στη Λεωφόρο ;Αλεξάνδρας. Η ζέστη εκείνη τη μέρα ήταν αφόρητη και γω ήμουν εξαντλημένη, μιας και το προηγούμενο βράδυ δεν είχα κοιμηθεί. Έτσι, λοιπόν, καθώς περπατούσα είδα μπροστά μου μία σειρά από παλιές πολυκατοικίες σχεδόν εγκαταλελειμμένες, που ο χρόνος και η ιστορία τις είχε γεράσει. Έχετε περάσει ποτέ μπροστά από αυτές τις πολυκατοικίες κύριε Ιάσονα; Ξέρετε ότι η ιστορία τους έχει σημαδέψει αυτή την πόλη;

Ο Ιάσονας για μία ακόμα φορά ξαφνιάστηκε από την ερώτηση της Γιασμίν. Αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός της είπε.

– Δυστυχώς όπως όλοι οι μεγάλοι έτσι και γω δεν ξέρουμε τα πάντα. Ο δρόμος μου με φέρνει συχνά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Όσο για την ιστορία των πολυκατοικιών ξέρω κάποια σχετικά ελάχιστα πράγματα.

Η Γιασμίν, όπως κάθε παιδί, δεν ενθουσιάστηκε από την απάντηση που της έδωσε ένας μεγάλος, στην προκειμένη περίπτωση ο Ιάσονας.

– Όταν έφτασα μπροστά από αυτές τις πολυκατοικίες ήρθαν στο νου μου οι πολυκατοικίες της πόλης μου. Γκρίζες και γεμάτες τρύπες από αδέσποτες σφαίρες ενός πολέμου…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο