Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος πέμπτο

της Γιώτας Αγαπητού

  • Ξέρεις κύριε Ιάσονα, μου αρέσει να διαβάζω τις πινακίδες των δρόμων για να μπορώ να μιλάω ελληνικά. Έτσι, λοιπόν, όταν έφτασα  μπροστά απ’ αυτή την πολυκατοικία, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, αντίκρισα τα γκρίζα από το χρόνο και την ιστορία κτίρια και θυμήθηκα την πατρίδα μου. Πάνω τους υπήρχαν σημάδια από αδέσποτες σφαίρες ενός πολέμου που πέρασε. Μη νομίζεις, ας είμαι μικρό παιδί, παρόλα αυτά μου αρέσει να μαθαίνω την ιστορία που κουβαλάνε οι άνθρωποι, τα κτίρια και οι τόποι. Και αυτές οι πολυκατοικίες έχουνε μία θλιβερή ιστορία να σου διηγηθούν. Θυμίζει  κάπως και τη δική μου ιστορία. Ξέρεις πώς τα έχουν ονομάσει αυτά τα κτίρια κύριε Ιάσονα; Προσφυγικά της Αλεξάνδρας. Έμαθα ότι κάποτε, θυμάμαι μου το έλεγε και η γιαγιά μου όταν μου διηγούνταν ιστορίες από τη γειτονιά μας,  όπως την αποκαλούσε, τη Μεσόγειο. Μου είχε πει, λοιπόν, ότι το 1922, όταν ζούσαν οι γονείς της, η Μεσόγειος είχε συγκλονιστεί από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόσφυγες από τα παράλια της Μικράς Ασίας ήρθαν στην Ελλάδα. Πριν απ’ αυτό όμως, οι άνθρωποι εκείνοι, που κάποτε ήταν νοικοκυραίοι στα σπίτια τους, σφαγιάστηκαν. Οι γυναίκες και οι κόρες τους βιάστηκαν και οι περιουσίες τους έγιναν βορά στη μεγάλη φωτιά του πολέμου, που άναψε στα παράλια από τους Τούρκους. Ενώ οι άλλοτε σύμμαχοι των ελλήνων γεμάτοι απάθεια πάνω στα καράβια τους έβλεπαν να εξελίσσεται μία ανθρώπινη τραγωδία. Διωγμένοι πια, έχοντας μόνο το βάρος της ψυχής τους να κουβαλήσουν, διέσχισαν το Αιγαίο με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον στη νέα πατρίδα, που όμως δεν τους άνοιξε την αγκαλιά της. Οικογένειες ξεκληριστήκαν και παιδιά με τον πιο βίαιο τρόπο αποχωριστήκαν τους γονείς τους. Μία τέτοια οικογένεια βρήκε τον τρόπο και προτίμησε, αντί να πάει στην Ελλάδα, να έρθει στη δική μου χώρα. Εκεί έστησαν τη ζωή τους από την αρχή και ο κόσμος τους αγκάλιασε με αγάπη και σεβασμό. Γι’ αυτό και όταν αντίκρισα τα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας ένιωσα σαν να συναντώ ένα οικείο πρόσωπο. Για ώρα κάθισα απ’ έξω και άρχισα να γυρίζω γύρω γύρω στα κτίρια. Όλα γκρίζα, γεμάτα τρύπες από αδέσποτες σφαίρες. Πολλά παράθυρα δεν είχαν τζάμια και φαινόταν ακατοίκητα. Υπήρχαν όμως και κείνα που είχαν στα παράθυρά τους μία παλιά κουρτίνα, μία μικρή γλάστρα μ’ ένα λουλούδι ή ένα κλουβί μ’ ένα καναρίνι που κελαηδούσε. Αποφάσισα να κατευθυνθώ στην πλευρά που ήταν πάνω στο δρόμο. Η κεντρική είσοδος του ενός κτιρίου από αυτά ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξα και μπήκα μέσα μ’ επιφύλαξη, γιατί δεν ήξερα τι θ’ αντικρύσω. Τρόμαξα όταν άκουσα βήματα στις σκάλες. Είδα μπροστά μου να ξεπροβάλει μία ανδρική φιγούρα. Ήταν ο Φοίβος. Ένας μεσήλικας άντρας, σχεδόν φαλακρός και αδύνατος, με γυαλιά μυωπίας, που κρατούσε σφιχτά στο χέρι του ένα βιβλίο. Αργότερα μου είπε ότι τα βιβλία τα έβρισκε στα σκουπίδια μαζί με άλλα άχρηστα πράγματα. Εκεί όπου τα πετούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι, γιατί αδιαφορούσαν να μορφωθούν πραγματικά. Στα σκουπίδια είχε βρει παλιά και σπάνια βιβλία που ήταν εκδοτικά διαμάντια, όπως μου αποκάλυψε. Από την αρχή με υποδέχτηκε με εγκαρδιότητα, αν και πρώτη φορά μ’ έβλεπε στη ζωή του. Όταν μιλούσε φαινόταν το σχεδόν άδειο στόμα του από δόντια. Αφού συστηθήκαμε μου είπε ότι ήταν ένας από τους λιγοστούς ενοίκους αυτής της πολυκατοικίας. Είχε γεννηθεί εκεί πριν από πενήντα τέσσερα χρόνια. Η μάνα του έκανε πιάτσα στα σκοτεινά δρομάκια της πόλης, αναζητώντας πελάτες για το μεροκάματο. Απ’ ότι του είχε πει, πατέρας του ήταν κάποιος πελάτης της. Με τα χρόνια ο Φοίβος, τελειώνοντας το σχολείο, που το υπεραγαπούσε, επειδή δεν μπορούσε να βρει δουλειά λόγω της κοινωνικής του θέσης, καθώς, όπως μου εξομολογήθηκε, στην εποχή του τα παιδιά εκτός γάμου τ’ αποκαλούσαν μπάσταρδα,   αποφάσισε να γίνει ρακοσυλλέκτης. Κύριε Ιάσονα ο Φοίβος έχει σχεδόν τη δική σας ηλικία, αλλά δε μεγάλωσε όπως εσείς, που οι γονείς σας σάς πρόσφεραν πολύ περισσότερα και η κοινωνία δεν σας είχε στιγματίσει από παιδί. Αλήθεια ξέρετε τι είναι ρακοσυλλέκτης;

Ο Ιάσονας ένιωσε ντροπή κι έσκυψε το κεφάλι. Προσπάθησε να στρίψει ένα τσιγάρο, αλλά λόγω της αμηχανίας που του προκάλεσε η ερώτηση της Γιασμίν, δεν τα κατάφερε. Γι’ αυτό και το πέταξε στο σχεδόν άδειο σταχτοδοχείο παραμιλώντας.

Η Γιασμίν τον κοίταξε με συμπάθεια και του χαμογέλασε συνεχίζοντας.

  • Εγώ έμαθα τι είναι ρακοσυλλέκτης τώρα που ήρθα στην Ελλάδα. Ρακοσυλλέκτης, λοιπόν, είναι εκείνος που μαζεύει «σκουπίδια» πράγματα που οι άλλοι δεν τα θέλουν και τα πουλάει σε κάποιους που τα μεταμορφώνουν, ξαναδίνοντάς τους ζωή. Ο Φοίβος σε κείνη την πολυκατοικία των προσφυγικών που ήταν πάνω στο δρόμο είχε ένα μικρό διαμέρισμα «τη φωλιά του», όπως το αποκαλούσε. Με τη βοήθειά του βρήκα και γω ένα παρόμοιο διαμέρισμα που έβλεπε επίσης στην μεγάλη λεωφόρο. Εδώ θα μένεις αν θέλεις μου είπε. Στην αρχή όταν είδα το χώρο δεν μου άρεσε καθόλου. Ήταν γεμάτο σκόνη, περιττά πράγματα και στα παράθυρα τα τζάμια ήταν σπασμένα. Το μόνο που μου άρεσε ήταν το μικρό μπαλκονάκι του. Ο Φοίβος όμως με καθησύχασε. Έτσι, λοιπόν, με τη βοήθειά του μπόρεσα να μεταμορφώσω αυτόν τον χώρο, τον τόσο εγκαταλελειμμένο σε διαμέρισμα. Είχα να νιώσω έτσι ευτυχισμένη και χαρούμενη από τότε που ζούσα ξέγνοιαστα στην πατρίδα μου. Ξέρεις κύριε Ιάσονα, όταν ήρθα και σου ζήτησα πρώτη φορά ένα τριαντάφυλλο ήταν γιατί ο Φοίβος είχε βρει στα σκουπίδια ένα κρυστάλλινο ανθοδοχείο, που στην άκρη του χείλους του είχε ένα μικρό σπάσιμο και μου το έδωσε γνωρίζοντας την αγάπη που έχω για τα λουλούδια. Εκεί, λοιπόν, σχεδόν κάθε μέρα βάζω και ένα τριαντάφυλλο που έχω αγοράσει.

Ξαφνικά την αμηχανία του Ιάσονα και τη συγκίνηση που του προκαλούσαν τα λόγια της Γιασμίν ήρθε να διακόψει το ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας. Ήταν μία ηλικιωμένη κυρία που ήρθε ν’ αγοράσει λουλούδια.

  • Καλημέρα. Θα μπορούσατε να μου ετοιμάσετε μία μεγάλη ανθοδέσμη με λευκές μαργαρίτες και μπλε τριαντάφυλλα; Ξέρετε τα θέλω για μία ιδιαίτερη περίσταση. Η μεγάλη μου εγγονή, που έχει και τ’ όνομά μου, από ώρα σε ώρα θα φέρει στον κόσμο το πρώτο της παιδί που είναι αγόρι. Γι’ αυτό και θα ήθελα όταν θα μπει στο δωμάτιό της μετά τον τοκετό ν’ αντικρίσει αυτά τα όμορφα λουλούδια.

Εντύπωση έκανε στη Γιασμίν η ευγενική αυτή ηλικιωμένη φιγούρα, που όμως σε τίποτα δε θύμιζε τη γιαγιά της. Ήταν μία γυναίκα γύρω στα εβδομήντα. Πολύ μεγαλύτερη σε ηλικία από εκείνη, η οποία είχε σκοτωθεί πριν λίγο καιρό. Καλοστεκούμενη, που για την περίσταση τα κοντά γκρίζα μαλλιά της τα είχε περιποιηθεί κάποια κομμώτρια.  Ντυμένη σαν κάθε γυναίκα της δικής της κοινωνικής τάξης, η οποία φαινόταν ότι μάλλον ήταν μεσοαστή. Για μια στιγμή τα βλέμματα του Ιάσονα και της Γιασμίν συναντήθηκαν. Την ώρα που αυτός ετοίμαζε την παραγγελία της πελάτισσάς του, εκείνη χάιδευε με συμπάθεια το μελαχρινό κεφαλάκι της μικρής σαν να ήταν εγγόνι της. Η κυρία άρχισε να κάνει στη Γιασμίν αυτές τις κοινότυπες και ανούσιες ερωτήσεις που κάνουν όλοι, θέλοντας με αυτό τον τρόπο ν’  αποκτήσουν μία οικειότητα της στιγμής  μεταξύ τους.

  • Πώς σε λένε μικρή μου;
  • Το όνομά μου είναι Γιασμίν.
  • Χάρηκα Γιασμίν, εμένα με λένε Φιλαρέτη. Πόσο χρονών είσαι;
  • Είμαι δέκα χρονών κυρία.
  • Εγώ, όπως είπα και πριν, τώρα θ’ αποκτήσω το πρώτο μου εγγονάκι και αυτό με κάνει πολύ χαρούμενη. Στο νοσοκομείο θα μαζευτούμε για να υποδεχτούμε το νέο μέλλος της οικογένειας όλοι οι στενοί συγγενείς. Αχ, συγνώμη, ελπίζω να μη σε κούρασα με αυτά που λέω, γιατί φαίνεσαι αρκετά μελαγχολική. Εσένα πού μένει η γιαγιά σου μικρή μου; Φαντάζομαι ότι θα είναι τόσο όμορφη όσο κι εσύ. Συνήθως τα εγγόνια μοιάζουν στους παππούδες τους.

Η Γιασμίν κατέβασε θλιμμένα το κεφάλι της.

  • Η δική μου γιαγιά, όπως και όλη μου οικογένεια, πριν από λίγο καιρό σκοτώθηκε στον πόλεμο που γίνεται στην πατρίδα μου.

Η Φιλαρέτη πάγωσε. δεν περίμενε μία τέτοια απάντηση και άρχισε αμήχανα να γυρίζει γύρω κοιτώντας τα λουλούδια μέσα στο κατάστημα. Δεν ήθελε καμία στενάχωρη σκέψη να χαλάσει την τόσο σημαντική μέρα της. Εξάλλου, η ίδια δεν είχε ζήσει ποτέ στη ζωή της δύσκολες καταστάσεις, ενώ  για τους πολέμους είχε ακούσει από κάποιες περιγραφές μεγαλυτέρων, που όμως δεν της προκαλούσαν καμία συγκίνηση. Από τη δύσκολη αυτή κατάσταση ήρθε να τη βγάλει ο Ιάσονας, ο οποίος μόλις είχε ετοιμάσει την παραγγελία της. Η Φιλαρέτη τον ευχαρίστησε για την υπέροχη ανθοδέσμη και αφού πλήρωσε, ανοίγοντας την πόρτα τον χαιρέτησε κι έριξε ένα βλέμμα συμπάθειας στη μικρή Γιασμίν, βγαίνοντας στο δρόμο. Το ίδιο βλέμμα τής ανταπέδωσε και κείνη.

Στην ατμόσφαιρα εδώ και λίγη ώρα είχε δημιουργηθεί μία αίσθηση παγωμάρας χωρίς εμφανή λόγο. Ο Ιάσονας άρχισε να ταχτοποιεί μηχανικά τα πράγματα που ήταν πάνω στον πάγκο. Κάθε του κίνηση έκρυβε εκνευρισμό και αμηχανία. Η Γιασμίν πήγε κοντά στην τζαμαρία και κοίταξε τον ουρανό που είχε αρχίσει σιγά σιγά να σκοτεινιάζει. Ένιωσε το κρύο να παγώνει την ψυχή της.

  • Πρέπει να φύγω. Έχω αργήσει. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όταν έρχομαι μένω τόση πολύ ώρα στο μαγαζί σας. Η γιαγιά μου μού έλεγε να μην ανοίγω εύκολα την καρδιά μου στους ξένους ανθρώπους και γω η ανόητη δυστυχώς δεν την άκουσα.

Ο Ιάσονας άνοιξε το ψυγείο για να πάρει ένα τριαντάφυλλο και να της το δώσει. Το ακούμπησε στον πάγκο. Γύρω από το κοτσάνι του έδεσε μία μεγάλη ροζ κορδέλα μ’ ένα φιόγκο και την περίμενε ν’ απλώσει το χέρι της για να το πάρει. Εκείνη όμως, αφού κοίταξε στην αρχή με λαχτάρα το τριαντάφυλλο, γύρισε το κεφάλι της περιφρονητικά και του είπε.

  • Δεν έπρεπε να το ετοιμάσετε. Δυστυχώς θυμήθηκα ότι δεν έχω αρκετά χρήματα για ν’ αγοράσω σήμερα τριαντάφυλλο. Καλή συνέχει κύριε Ιάσονα.

Ο Ιάσονας την κοίταξε αποσβολωμένος, καθώς εκείνη άνοιγε την πόρτα. Δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει γιατί ψυχράθηκε με τη Γιασμίν και αυτή άλλαξε απότομα τη στάση της απέναντί του.  Ενώ για λίγα λεπτά κάθισε να κοιτάζει το λαμπερό τριαντάφυλλο που είχε απομείνει μόνο του πάνω στον πάγκο…

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο