Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος έβδομο

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Ιάσονας καθώς περπατούσε στα δρομάκια των Εξαρχείων σκεφτόταν ότι ήρθε η ώρα να ξεπεράσει τους δισταγμούς του, κάνοντας το μεγάλο βήμα να υιοθετήσει τη Γιασμίν. Δυστυχώς όμως εκείνη είχε κόψει κάθε επαφή μαζί του. Ίσως και να τον είχε ξεχάσει και απλά γι’ αυτήν να ήταν ένας ακόμα ξένος.

«Μα τι είναι αυτά που σκέφτομαι, αν με θεωρούσε έναν απλό ανθοπώλη δε θα μου άνοιγε την καρδιά της. Όμως τότε γιατί χάθηκε; Τι ήταν αυτό που την πείραξε και έπαψε να έρχεται στο μαγαζί. Μήπως έπαθε κάτι; Με τρελαίνει η σκέψη ότι μπορεί να μην είναι καλά. Αν όμως δε συμβαίνει αυτό, σαν παιδί που είναι, δε θα έπρεπε να μου πει το λόγο για τον οποίο έφυγε τόσο ξαφνικά; Για να με πληγώσει δεν καταδέχτηκε το τριαντάφυλλο που με τόση αγάπη της είχα ετοιμάσει. Να πάρει… γιατί δεν παραδέχομαι πόσο πολύ αγαπώ και νοιάζομαι αυτό το παιδί. Μάλλον πρέπει οπωσδήποτε να τη βρω και να της πω τις προθέσεις μου. Δυστυχώς στη ζωή μου έχω κάνει αρκετά λάθη για τα οποία έχω μετανιώσει. Αν όμως κάνω και αυτό το λάθος με τη Γιασμίν, δε θα μπορέσω ποτέ να το συγχωρήσω στον εαυτό μου»

Οι σκέψεις αυτές συντρόφευαν τον Ιάσονα, ενώ τα βήματά του τον οδήγησαν σ’ ένα υπόγειο μπαράκι στο Μεταξουργείο. Χωρίς να το σκεφτεί άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα με ανθρώπους που οι περισσότεροι από αυτούς κάθονταν μόνοι, μιας και η κοινωνία τους θεωρούσε παρακμιακούς, γιατί απέκλιναν από τα πρέπει της. Ο Ιάσονας κάθισε στο μπαράκι μέχρι την ώρα που έκλεισε. Εξάλλου, ξημέρωνε Κυριακή, το μαγαζί του θα ήταν κλειστό και στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς να τον περιμένει. Βγαίνοντας είδε τον ήλιο ν’ ανεβαίνει σιγά σιγά στο γαλάζιο ουρανό της πόλης. Στους δρόμους οι ξενύχτηδες περπατούσαν ρυθμικά, λες και ακολουθούσαν ακόμα τις νότες της δυνατής μουσικής που τους συντρόφευσε το βράδυ που ήδη πέρασε. Όλη την υπόλοιπη μέρα είχε για συντροφιά του τον πονοκέφαλο που τον ταλαιπωρούσε εξαιτίας του αλκοόλ. Αυτό όμως δεν ήταν ικανό να τον αποτρέψει από τις σκέψεις που έκανε για την υιοθεσία της Γιασμίν. Υπήρχε όμως, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, ένα σημαντικό εμπόδιο. Χρειαζόταν οπωσδήποτε να βρει ένα πολιτικό μέσον για την υιοθεσία της. Στα τόσα χρόνια δουλειάς ποτέ δεν ζήτησε τίποτε από κανέναν, αν και στο μαγαζί του είχε πολλούς πελάτες με εξουσία. Όμως εξαιτίας των απόψεών του για την πολιτική και τις πελατειακές σχέσεις των πολιτικών με την κοινωνία απέφευγε τα πάρε δώσε μαζί τους. Τώρα όμως για πρώτη και τελευταία φορά καταλάβαινε πως δεν είχε άλλη επιλογή από το να  ζητήσει τη βοήθειά τους.

Εκείνο το πρωινό, πριν έξι μήνες, που η Γιασμίν έφυγε από το ανθοπωλείο του Ιάσονα ήταν τόσο στεναχωρημένη ώστε το μόνο που πραγματικά ήθελε ήταν να τρέξει και να κρυφτεί στο κρησφύγετό της, το μικρό της διαμέρισμα στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας και να χαθεί στην αγκαλιά της Ηλιαχτίδας. Η Ηλιαχτίδα ήταν το ζωάκι της, μία αδέσποτη κεραμιδόγατα που είχε περιμαζέψει από το δρόμο. Εξαιτίας της θλίψης της προσπάθησε διακριτικά όλη εκείνη τη μέρα ν’ αποφύγει το Φαίδωνα που ανησυχούσε γι’ αυτήν. Την επομένη, αν και δεν είχε ακόμα ηρεμήσει, τον συνόδευσε στην ανεύρεση πραμάτων μέσα από τα σκουπίδια. Δε θα ξεχάσει πως όταν γνωρίστηκαν, εκείνος της είχε πει ότι αν ήθελε θα μπορούσε να γίνει και αυτή ρακοσυλλέκτρια, για να μπορεί να βγάζει χρήματα για να ζήσει. Η Γιασμίν δεν είχε άλλη επιλογή. Αν δεν το έκανε θα έπρεπε να ζητιανεύει, όπως τόσα άλλα παιδιά, μετανάστες και Έλληνες που το κάνουν. Όμως αυτό θα ήταν πολύ επικίνδυνο για κείνη. Με το παλιό τρίκυκλο του Φαίδωνα ξεκινούσαν νωρίς το πρωί,  γυρίζοντας όλη την πόλη πριν ακόμα περάσουν τ’ απορριμματοφόρα του δήμου και ότι έβρισκαν που θεωρούσαν ότι θα μπορούσε να τους αποφέρει χρήματα το πουλούσαν, άλλοτε ως παλιοσίδερα και άλλοτε ως αντίκες. Υπήρχαν όμως και κάποιες φορές που βρίσκανε πράγματα που δεν τους πήγαινε η καρδιά να τα δώσουν. Αυτά ήταν κυρίως βιβλία. Ο Φαίδωνας λάτρευε το διάβασμα και τα βιβλία. Για κείνον ήταν οι μοναδικοί φίλοι του. Άλλωστε δεν είχε κανέναν στον κόσμο.

Τον πρώτο καιρό που η Γιασμίν έμεινε στα Προσφυγικά, ο Φαίδωνας,  μέχρι να ετοιμάσουν το διαμέρισμά της, την φιλοξενούσε στο δικό του. Τα βράδια τής μαγείρευε και τής έλεγε ιστορίες από την πόλη. Το τελευταίο βράδυ πριν μετακομίσει στο δικό της διαμέρισμα, εκείνος ασυναίσθητα, μιας και ήταν ψυχικά φορτισμένος, τής έκανε μία εξομολόγηση από καρδιάς.

– Στεναχωριέμαι πολύ που έχασες την οικογένειά σου στον πόλεμο και η μοίρα σ’ εξανάγκασε σε τόσο μικρή ηλικία να ωριμάσεις. Δυστυχώς η ζωή δε δείχνει πάντα σε όλους το καλό της πρόσωπο. Όπως βλέπεις το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με μένα. Όχι ότι παραπονιέμαι. Αυτό δεν το έκανα ποτέ μου. Απλά ήθελα να στο πω για να μην απογοητεύεσαι. Αν παλέψεις όλα θα πάνε καλά. Πάλεψε όμως. Κάντο για μένα. Γιατί εγώ δεν είχα ποτέ τη διάθεση να το κάνω. Μερικές φορές απορώ με τη μάνα μου για το πώς πήρε την απόφαση να φύγει από το χωριό της, που βρίσκεται κάπου στην Ήπειρο και να ‘ρθει στην Αθήνα. Ήταν σχεδόν είκοσι χρονών όταν ανέβηκε στο λεωφορείο και έφυγε από το σπίτι της. Δεν άντεχε άλλο τον πατέρα της να τη δέρνει χωρίς λόγο. Ένας άνθρωπος παλαιών αρχών που δούλευε εδώ και κει για να ζήσει την οικογένειά του. Στην επαρχεία ακόμα και τώρα οι άνθρωποι έχουν οπισθοδρομικές απόψεις και φοβούνται τα σχόλια της κοινωνίας. Φτάνοντας στην Αθήνα, με τα λίγα λεφτά που είχε μαζέψει κρυφά από τον πατέρα της, πήγε να μείνει σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Ομόνοια με την ελπίδα να βρει σύντομα δουλειά. Οι μέρες περνούσαν και δυστυχώς δεν είχε καταφέρει τίποτα. Τότε ήταν που γνώρισε τυχαία σ’ ένα ψιλικατζίδικο την Ξένια. Μία κοπέλα σχεδόν συνομήλική της, που έκανε πιάτσα στους σκοτεινούς δρόμος γύρω από την Ομόνοια. Βλέποντας την ότι είχε ανάγκη από χρήματα τής πρότεινε να την πάρει μαζί της. Εγώ ξέρεις, είμαι το αποτέλεσμα της συνεύρεσής της μ’ έναν πελάτη. Έτσι της άρεσε να με αποκαλεί. Τη θυμάμαι τα βράδια να ετοιμάζεται για τη δουλειά, φορώντας προκλητικά ρούχα και να μ’ αφήνει μόνο μου κλειδωμένο στο σπίτι. Όσο κι αν τη ρωτούσα κλαίγοντας πού πηγαίνει, εκείνη το μόνο που μου απαντούσε, κλείνοντας βιαστικά την πόρτα, ήταν πως πάει να μας φέρει χρήματα. Υπήρχαν φορές που όταν γύριζε στο σπίτι ήταν χτυπημένη και γεμάτη μώλωπες, αλλά και αίματα στο σώμα της. Βλέπεις, οι καθωσπρέπει κύριοι όλα τους τα βίτσια τα βγάζουν πάνω στα κορίτσια των δρόμων, γιατί τις γυναίκες τους τις βλέπουν ως κάτι ιερό. Η γειτονιά δε μας συμπαθούσε και μας αποκαλούσαν, η πουτάνα με το μπάσταρδό της. Ο σπιτονοικοκύρης, παρόλες τις πιέσεις που δεχόταν για να μας διώξει από το σπίτι δεν το έκανε,  αν και ήξερε καλά τι δουλειά έκανε η μάνα μου. Όταν ερχόταν για το νοίκι, εκείνη φρόντιζε να του δίνει τα τυχερά του. Εγώ, αν και λάτρευα το σχολείο, επειδή τ’ άλλα παιδιά με φώναζαν μούλικο, δεν ήθελα να πηγαίνω. Φίλους δεν είχα ποτέ στη ζωή μου. Συντροφιά μου ήταν οι ήρωες των βιβλίων που μου  αγόραζε. Όμως όλα άλλαξαν ξαφνικά όταν έγινα δεκαπέντε χρονών. Ήταν Δεκέμβρης μήνας θυμάμαι. Κόντευαν Χριστούγεννα και η μάνα μου τέτοιες μέρες είχε πολύ δουλειά. Ξημέρωνε και γω δεν είχα ακούσει ακόμα ν’ ανοίγει η πόρτα. Όσο κι αν προσπάθησα να ξανακοιμηθώ δεν μπόρεσα. Ανησυχούσα γι’ αυτήν. Τον μοναδικό άνθρωπο που είχα στη ζωή μου. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Εξάλλου, ούτε εκείνη γνώριζε συγκεκριμένα ποιος ήταν. Όσο για την οικογένειά της, αυτή είχε να τη δει από τότε που έφυγε από το χωριό της. Γνώριζε καλά ότι οι γονείς της εξαιτίας της ζωής που επέλεξε δε θα την αποδέχονταν ποτέ. Γι’ αυτό το λόγο προτίμησε να τη θεωρούν εξαφανισμένη, χωρίς όμως να γνωρίζουν άλλες λεπτομέρειες.

Ο Φαίδωνας έκανε μία μικρή παύση και κοίταξε έξω από το παράθυρο, παίζοντας για λίγο με το μισογεμάτο ποτήρι με κρασί που είχε πάνω στο τραπέζι. Η λεωφόρος ήταν γεμάτη αυτοκίνητα. Το βλέμμα του για μια στιγμή  ακολούθησε ένα αστικό λεωφορείο που εκείνη την ώρα περνούσε μπροστά από την  πολυκατοικία.

– Λοιπόν, πού είχαμε μείνει. Α ναι, τώρα θυμήθηκα. Εκείνο το πρωινό δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Ήμουν αρκετά μεγάλος ώστε να καταλάβω ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Αρκετά χρόνια πριν ήξερα ήδη ποια πραγματικά ήταν η δουλειά της μάνας μου, αν και ποτέ δεν της το είπα για να μην την κάνω να νιώσει ντροπή. Γύριζα μέσα στο σπίτι σαν αγρίμι περιμένοντας την. Καθώς η ώρα κυλούσε χωρίς να το καταλάβω έβαλα τα κλάματα. Ήμουν σίγουρος πια ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Άνοιξα την τηλεόραση. Εκείνη την ώρα είχε ειδήσεις. Η παρουσιάστρια ανέφερε «άγριο έγκλημα έγινε χθες το βράδυ στις πιάτσες του αγοραίου έρωτα στα δρομάκια της Ομόνοιας». Πάγωσα, δεν ήθελα ν’ ακούσω παρακάτω. Τώρα πια ήμουν βέβαιος ότι ήταν η μάνα μου. Ο μοναδικός άνθρωπος που αγαπούσα είχε φύγει για πάντα. Λίγη ώρα μετά χτύπησαν την πόρτα δύο αστυνομικοί. Με ρώτησαν αν γνωρίζω την Πολυξένη Λίβρα. Τους είπα ότι ήταν η μάνα μου και τους ζήτησα να μου εξηγήσουν τι συνέβη. Με ενημέρωσαν ότι το προηγούμενο βράδυ την είχε μαχαιρώσει μάλλον κάποιος πελάτης της μέσα στο αυτοκίνητό του και στη συνέχεια την πέταξε σ’ ένα απόμερο και σκοτεινό σοκάκι. Παρόλες τις προσπάθειες της αστυνομίας ο δράστης ακόμα και σήμερα κυκλοφορεί ελεύθερος. Μόνος πια, αφού δεν είχα άλλη επιλογή, αποφάσισα να φύγω από το σπίτι και να έρθω εδώ στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας. Εδώ νιώθω ασφάλεια, αποκομμένος από τους ανθρώπους και τις ανάλγητες γεμάτες υποκρισία γειτονιές τους.

Η Γιασμίν όλη αυτή την ώρα τον άκουγε με σεβασμό. Μπροστά της έβλεπε έναν άνθρωπο που είχε συμβιβαστεί και τώρα πια αγαπούσε τη μοναξιά του. Η ίδια του η πατρίδα με τις ηθικές καταβολές της δεν τον είχε αποδεχτεί και εύρισκε πάντα τρόπο να τον στιγματίζει.

Ο Φαίδωνας μετά από εκείνη την τόσο προσωπική εξομολόγηση δεν ξαναμίλησε για τη ζωή του. Φοβόταν να δείξει πόσο ευάλωτος και πληγωμένος ήταν μέσα του. Όμως από διακριτικότητα δε ρωτούσε και τη Γιασμίν πού βρίσκει τόσο όμορφα τριαντάφυλλα και στολίζει το βάζο που της είχε χαρίσει. Αφού του έφτανε να τη βλέπει χαρούμενη. Όταν η πόλη κοιμόταν της μάθαινε να διαβάζει ελληνικά. Η Γιασμίν πολλές φορές κοιτώντας τον ένιωθε οίκτο για τον Φαίδωνα που δεν είχε νιώσει ποτέ του πραγματικά ευτυχισμένος και στο βάθος ήταν αφόρητα μόνος…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο