Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος ένατο

της Γιώτας Αγαπητού

Είχαν ήδη περάσει αρκετές μέρες από εκείνη την επίσκεψη του Φαίδωνα στο μαγαζί του Ιάσονα και η Γιασμίν όσο κι αν προσπαθούσε, ακόμα δεν είχε καταφέρει να του αποσπάσει έστω και μία λέξη. Όταν γύρισε στο διαμέρισμά του ήταν πολύ σκεπτικός, αλλά και ανακουφισμένος, λες και είχε φύγει ένα βάρος από πάνω του. Προσπαθούσε όμως όσο μπορούσε να μην μένει πολύ ώρα μαζί της. Δεν ήθελε να της πει ποιον συνάντησε εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα που εξαφανίστηκε χωρίς να της πει κουβέντα. Ήξερε καλά ότι αυτό θα τη θύμωνε. Εξάλλου, για μία ακόμα φορά δικαιολογούσε τον εαυτό του λέγοντας ότι δε θα της άρεσε ν’ ανακατεύεται στη ζωή της.

Ο Φαίδωνας από παιδί είχε μάθει να μην μπλέκεται στις ζωές των άλλων, αν και γνώριζε καλά ότι πολλές φορές αυτό ήταν λάθος. Όταν σκεφτόταν τη μάνα του θύμωνε με τον εαυτό του, γιατί ίσως και θα μπορούσε να είχε αλλάξει τη μοίρα της. Αν φυσικά είχε το θάρρος να της μιλήσει εκείνο το τελευταίο βράδυ που περάσανε μαζί, στολίζοντας το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αν είχε το κουράγιο να της πει ότι γνώριζε για την κρυφή ζωή και τη δουλειά που έκανε. Αλλά δεν τόλμησε. Αν όμως το έλεγε μπορεί και κείνη από ντροπή να μην ξαναέκανε πιάτσα. Ήταν τότε μόλις δεκαπέντε χρονών ο Φαίδωνας. Θα μπορούσε όπως τόσοι άλλοι συνομήλικοί του να κυνηγήσει το μεροκάματο, αναλαμβάνοντας αυτός τα οικονομικά βάρη της οικογένειας. Ακόμα και τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια μετανιώνει πικρά γι’ αυτή του την αναβλητικότητα. Όμως τώρα έχοντας πάρει το μάθημά του από τη ζωή δε  θ’ άφηνε αβοήθητο ένα μικρό κορίτσι που το είχε κυριεύσει το πείσμα και ο εγωισμός να καταστρέψει τη ζωή του. Φεύγοντας από κείνη τη συνάντηση ένιωθε μέσα του αφάνταστα ικανοποιημένος και περήφανος. Δεν είχε κάνει λάθος. Η εικόνα που είχε σχηματίσει για τον Ιάσονα από τις περιγραφές της Γιασμίν ήταν σωστή. Ήταν ένας καλός και έντιμος άνθρωπος και η αγάπη του γι’ αυτήν φαινόταν να είναι αληθινή. Ο Φαίδωνας έβλεπε το μικρό παιδί να προσπαθεί με διάφορα κόλπα να του αποσπάσει πληροφορίες για εκείνο το απόγευμα, σαν να ένιωθε πως κάτι πολύτιμο της έκρυβε, κάνοντάς τον να διασκεδάζει με την περιέργειά της. Όμως μέχρι εκεί ήταν ο ρόλος του. Τώρα αισθανόταν ότι ήταν πια η ώρα του Ιάσονα. Μόνο εκείνος θα μπορούσε ν’ αποφασίσει για το μέλλον της Γιασμίν.

Ο Ιάσονας, μετά τη συνάντηση που είχαν στο μαγαζί του έμεινε τελείως μόνος, νιώθοντας την ψυχή του να παγώνει. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και προσπάθησε να φανταστεί τη ζωή της έτσι όπως του την είχε περιγράψει ο Φαίδωνας. Στην αρχή φαντάστηκε το μικρό διαμέρισμά της, τις στιγμές που χόρευε φλαμένκο, αλλά και τις ατέλειωτες ώρες που έψαχνε μέσα στους κάδους των σκουπιδιών. Άναψε τσιγάρο και έκλεισε τα φώτα. Καθώς χανόταν μέσα στον καπνό το βλέμμα του καρφώθηκε στην τζαμαρία. Κοίταζε τους ανθρώπους και τ’ αυτοκίνητα να γίνονται ένα μέσα στην καλοκαιριάτικη νύχτα, που μόλις είχε αρχίσει την πορεία της στον κόσμο. Δεν είχε διάθεση ένα τέτοιο βράδυ να πάει στο σπίτι. Εξάλλου και ν’ αργούσε κανένας δε θ’ ανησυχούσε γι’ αυτόν. Συνέχισε ν’ ανάβει το ένα τσιγάρο πίσω από τ’ άλλο, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να κρυφτεί από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών που περνούσαν βιαστικά έξω από το μαγαζί. Όταν κοίταξε επιτέλους το ρολόι οι δείκτες του έδειχναν δώδεκα. Κλείδωσε μηχανικά την πόρτα του ανθοπωλείου και χάθηκε μέσα στη γλυκιά σιγαλιά της καλοκαιριάτικης νύχτας. Έκανε μία μεγάλη βόλτα. Όταν πια έφτασε στο σπίτι η ώρα ήταν δύο το πρωί και κείνος είχε πάρει την απόφασή του. Αύριο θα τηλεφωνούσε επιτέλους στον Φίλιππο κι αν όλα πήγαιναν καλά θα συναντούσε και τη Γιασμίν.

Την άλλη μέρα άργησε ν’ ανοίξει το κατάστημα, γιατί δεν είχε βάλει ξυπνητήρι. Το μυαλό του ήταν συνεχώς στο σημαντικό τηλεφώνημα που θα έκανε. Φτάνοντας στο ανθοπωλείο βάλθηκε να ψάχνει τον αριθμό του Φίλιππου, ενώ ένας φόβος τον είχε κυριεύσει μήπως και τον είχε χάσει. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο τα σχέδιά του θα ναυαγούσαν. Μετά από αρκετή ώρα επιτέλους τον βρήκε. Φίλιππος Α. Έτσι του είχε συστηθεί όταν μπήκε στο μαγαζί. Ο Ιάσονας πήρε μία βαθιά ανάσα, ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και πληκτρολόγησε ένα ένα τα νούμερα. Το τηλέφωνο άρχισε να καλεί. Για κακή του τύχη όμως, αντί να του απαντήσει ο Φίλιππος βγήκε ο αυτόματος τηλεφωνητής.  Αποφάσισε τότε να του αφήσει ηχητικό μήνυμα, αν και πίστευε ότι δεν επρόκειτο να γίνει κάτι με αυτό. Ίσως να έβρισκε όμως το κουράγιο και να του ξανατηλεφωνούσε αύριο.

Το πρωί στη δουλειά κύλισε γρήγορα. Πελάτες μπαινοέβγαιναν αγοράζοντας, αλλά και παραγγέλνοντας εξωτικά λουλούδια. «Κάτι είναι κι αυτό. Τουλάχιστον δεν πήγε χαμένη αυτή η μέρα. Τα χρήματα τα χρειάζομαι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή» σκεφτόταν ο Φαίδωνας, ενώ η ματιά του ήταν συνεχώς καρφωμένη στη συσκευή του τηλεφώνου που στεκόταν ακόμη μουγγό. Όταν πια ήταν έτοιμος να κλείσει το μαγαζί του το μεσημέρι, ένιωθε σχεδόν σίγουρος ότι ο Φίλιππος δε θα του τηλεφωνούσε. Απογοητεύτηκε. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει μία εναλλακτική λύση στο πρόβλημά του. Εξάλλου, για ποιο λόγο να του τηλεφωνήσει. Η επαγγελματική τους συνεργασία είχε τελειώσει εδώ και καιρό. Σκέψεις, που χωρίς να το θέλει τον βασάνιζαν και στο σπίτι του. Παρόλα αυτά, αν και δεν είχε την ψυχική διάθεση, αποφάσισε ν’ πάει και το απόγευμα στη δουλειά. Ίσως και να δεχόταν εκείνο το τηλεφώνημα που τόσο ανέμενε. Οι ελπίδες του όμως διαψεύστηκαν. Αισθανόταν απογοητευμένος και δεν είχε τη διάθεση, αλλά ούτε και το θάρρος να ξανατηλεφωνήσει. Τώρα πια ένιωθε ντροπή που του άφησε εκείνο το μήνυμα. Άλλωστε σε λίγο ξεκινούσε ένα ακόμα Σαββατοκύριακο και δεν ήθελε να γίνει ενοχλητικός. Ήταν ήδη Παρασκευή βράδυ και ο Ιάσονας ετοιμαζόταν να πάει στο σπίτι του. όταν εκείνη την ώρα ακούστηκε ο ήχος του τηλεφώνου.

  • Ανθοπωλείο «Ο Κήπος των Ανθισμένων Ονείρων», λέγετε παρακαλώ.
  • Καλησπέρα. Είμαι ο Φίλιππος Α. Σας τηλεφωνώ γιατί αφήσατε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή μου.

Σιωπή. Ο Ιάσονας σάστισε για λίγο, επειδή είχε πάψει να περιμένει αυτό το τηλεφώνημα. Ανασκουμπώθηκε.

  • Καλησπέρα Φίλιππε. Συγνώμη που σ’ ενοχλώ. Ελπίζω να είσαι καλά. Θα ήθελα, αν μπορούσες, να συναντηθούμε, για να σου μιλήσω για ένα πολύ σοβαρό προσωπικό μου θέμα. Ίσως αν θέλεις και μπορείς να μου δώσεις τη βοήθειά σου.
  • Πολύ ευχαρίστως να τα πούμε από κοντά Ιάσονα. Εγώ αύριο το μεσημέρι θα φύγω για Πελοπόννησο και θα γυρίσω την Κυριακή το μεσημέρι. Θα πάω μόνος μου. Αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις θα χαιρόμουν πολύ να έρθεις κι εσύ έτσι ώστε να έχουμε την ησυχία μας, αλλά και το χρόνο για να μου πεις το πρόβλημά σου.

Ο Ιάσονας δεν είχε την πολυτέλεια να σκεφτεί την πρόταση του Φιλίππου.

  • Με μεγάλη μου χαρά θα ερχόμουν.
  • Ωραία λοιπόν. Αύριο στις δύο θα περάσω από το ανθοπωλείο σου για να σε πάρω. Καλό σου βράδυ Ιάσονα.
  • Καλό βράδυ και σε σένα Φίλιππε. Χάρηκα που μου τηλεφώνησες.

Ο Ιάσονας κλείνοντας το τηλέφωνο ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει από αγωνία, αλλά και από άγχος. Απόρησε με τον εαυτό του που δέχτηκε την πρόταση του. Ίσως όμως και να μην είχε άλλη ευκαιρία να τον συναντήσει. Πήγε γρήγορα στο σπίτι του κι ετοίμασε ένα μικρό σάκο με τ’ απαραίτητα, ενώ παράλληλα σκεφτόταν πόσο περίεργος άνθρωπος είναι ο Φίλιππος. Για πρώτη φορά ο Ιάσονας εκείνο το βράδυ ξέχασε να πάρει τα χάπια του.

Το άλλο πρωί ξύπνησε γεμάτος ενέργεια. Σήμερα επιτέλους ήταν για κείνον η μεγάλη μέρα. Η ώρες στο μαγαζί κύλισαν ευχάριστα εξαιτίας των πολλών πελατών. Δύο παρά και οι δείκτες συνέχιζαν να τρέχουν σαν τρελοί πάνω στο ρολόι του τοίχου, λες και ήθελαν να προλάβουν κι αυτοί τούτη τη συνάντηση.

  • Καλησπέρα. Συγνώμη, ήρθα λίγο νωρίτερα ελπίζω να είσαι έτοιμος.

Ο Ιάσονας ξαφνιασμένος έστρεψε το βλέμμα του προς την πόρτα. Μπροστά του στεκόταν ένας νεαρός ντυμένος απλά, όμως ήταν το ίδιο λαμπερός με κείνον τον τριαντάχρονο άντρα που είχε πρωτοέρθει στο κατάστημά του. Ήταν ο Φίλιππος.

  • Ναι ναι σε πέντε λεπτά είμαι έτοιμος. Τακτοποιώ λίγο εδώ, κλειδώνω το μαγαζί και φύγαμε.
  • Οκ. Απλά έχω παρκάρει παράνομα και δε θέλω να με γράψουν, γι’ αυτό και βιάζομαι.

Ο Ιάσονας έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενώ έριξε μία ματιά στο μικρό αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από το μαγαζί. Μπαίνοντας μέσα δεν είπε λέξη, γιατί ένιωθε φοβερά αμήχανος. Η κίνηση στους δρόμους ήταν μεγάλη. Οι δύο άντρες ωστόσο παρέμεναν σιωπηλοί.

  • Πόσο με κουράζει αυτή η κίνηση στην πόλη. Πολλές φορές σκέφτομαι πως αν μπορούσα θα έφευγα μακριά. Αν και όλες αυτές τις μέρες ήμουν εκτός Αθηνών. Γι’ αυτό και δεν επικοινώνησα μαζί σου. Να σου πω την αλήθεια όμως παραξενεύτηκα πολύ όταν έλαβα το μήνυμά σου.
  • Πράγματι αυτό που δεν αντέχω και γω σ’ αυτή την πόλη είναι η κίνησή της. Ξέρεις Φίλιππε, πρέπει όμως και εγώ να σου ζητήσω συγνώμη. Καταλαβαίνω ότι είσαι ένας πολυάσχολος άνθρωπος με πολλές έννοιες.

Ο Φίλιππος τον κοίταξε φιλικά. Δίπλα του είχε έναν άντρα αγχωμένο,  που οι λέξεις του πρόδιδαν την αμηχανία και την ντροπή του, σαν να είχε σκοπό να του ζητήσει κάτι φοβερό και αδύνατο. Όμως τον Φίλιππο τίποτε δεν τον εξέπληττε και δεν τον σόκαρε πια κι ας ήταν μόνο τριάντα χρονών.

Ο Ιάσονας στεκόταν δίπλα του σχεδόν θλιμμένος, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Σκεφτόταν πόσα χρόνια άραγε έχουν περάσει από την τελευταία φορά που ταξίδεψε έξω από αυτή την πόλη. Και να τώρα που φεύγει παρέα μ’ έναν άνθρωπο που καλά καλά δεν τον ξέρει και η πρώτη τους συνάντηση έγινε μέσα στο μαγαζί του. Ένα ταξίδι στο οποίο είχε σκοπό να ζητήσει τη μεγαλύτερη χάρη που είχε ζητήσει μέχρι τότε από άνθρωπο. Πήρε μια βαθιά ανάσα.

  • Φίλιππε θέλω να σου ζητήσω μία μεγάλη χάρη, που ίσως μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις για μία υπόθεση που αφορά τη ζωή και την ευτυχία ενός παιδιού.
  • Φίλε μου Ιάσονα από την αρχή σ’ εκτίμησα, γι’ αυτό και απάντησα στο μήνυμά σου. Ηρέμησε όμως και απόλαυσε τη διαδρομή. Έχουμε μία ολόκληρη μέρα για να κουβεντιάσουμε.

Ο Ιάσονας κοίταξε το νεαρό άντρα και του χαμογέλασε. Τότε εκείνος έβαλε να παίζει το «Strangers In The Night» με τον Frank Sinatra και ανέπτυξε ταχύτητα. Σε λιγότερο από δύο ώρες θα έφταναν στο παλιό σπίτι των παππούδων του Φίλιππου…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο