Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος έκτο

της Γιώτας Αγαπητού 

Το τριαντάφυλλο εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στον πάγκο. Ενώ ο Ιάσονας συνέχιζε να το κοιτάει αποσβολωμένος. Μετάνιωσε που ο εγωισμός του δεν τον άφησε να ρωτήσει τη Γιασμίν αν θα ξανάρθει. Όμως εκείνη τη στιγμή το κορίτσι θύμιζε αιλουροειδές που έψαχνε τρόπο να διαφύγει από το κλουβί του. Ένιωθε να παγώνει. Παρόλο που μέσα στο ανθοπωλείο η ζέστη ήταν αφόρητη. Κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να βάλει το τριαντάφυλλο σ’ ένα μικρό βάζο. Εξάλλου, αυτό το λουλούδι ήταν προορισμένο να στολίσει ένα ιδιαίτερο για κείνον διαμέρισμα. Οι ώρες συνέχιζαν να κυλούν μουντά και αδιάφορα. Κατά περίεργο τρόπο όμως ήταν μία μέρα που ο κόσμος αγόραζε πολλά λουλούδια. Ωστόσο, αυτό δε βοήθησε τον Ιάσονα να πάψει να σκέφτεται τη Γιασμίν. Έκανε βουτιές στο παρελθόν του και στις ευκαιρίες που του δόθηκαν για ν’ αποκτήσει ένα παιδί. Τώρα πια έπιανε τον εαυτό του να συνειδητοποιεί πόσο του έλλειπε μία δική του οικογένεια. Παραδέχτηκε ότι ήταν λάθος που τελικά δεν προχώρησε στη σχέση του με το μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Soledad Rodriguez, όταν κάποτε εκείνη του είχε ζητήσει να φύγουν μαζί στη Χιλή και να ξεκινήσουν από την αρχή τη ζωή τους. Ευχόταν να μπορούσε να είχε αποκτήσει μαζί της μία κόρη, που θα έμοιαζε στη Γιασμίν. Φευγαλέα πέρασε από το μυαλό του ότι αυτό το πλάσμα, που τόσο είχε μαγέψει και αγγίξει την καρδιά του, θα μπορούσε να το υιοθετήσει, προσφέροντάς του μία καλύτερη ζωή και βοηθώντας το να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. «Α δεν πάω καλά»  σκέφτηκε. «Είναι δυνατόν ένας άντρας και μάλιστα της ηλικίας μου να θέλει να υιοθετήσει ένα παιδί; Εδώ τόσα γνωστά μου ζευγάρια προσπαθούν και δε μπορούν και θα τα καταφέρω εγώ; Εξάλλου, πώς θα μπορούσα να μεγαλώσω ένα παιδί που έζησε τον πόλεμο και κουβαλάει στην ψυχή του τόσα τραύματα».

Τις μέρες που περνούσαν όσο κι αν προσπαθούσε να μη σκέφτεται τη Γιασμίν, εκείνη σαν απρόσκλητος επισκέπτης τρύπωνε στο μυαλό του, μιας και την καρδιά του την είχε κατακτήσει ήδη. Ήλπιζε κάποια στιγμή να τη δει. Γι’ αυτό και πολλά απογεύματα μετά από τη δουλειά ο δρόμος του τον οδηγούσε στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας, πιστεύοντας ότι θα τη συναντήσει. Είχαν περάσει ήδη πάνω από τρεις μήνες από εκείνο το πρωινό. Ευτυχώς όμως η δουλειά τον βοηθούσε να ξεχνιέται. Οι λιγοστοί άνθρωποι που είχαν κάποια σχέση μαζί του παρατήρησαν την αλλαγή στη διάθεσή του. Όταν δε δούλευε φαινόταν μελαγχολικός και απορροφημένος στις σκέψεις του, τις οποίες όμως δεν ήθελε να μοιραστεί με κανέναν. Άρχισε να επισκέπτεται όλο και πιο συχνά τα μνήματα που ήταν θαμμένοι οι γονείς του, αναζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια. Ξεκίνησε τη ζωγραφική, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να γνωρίσει καινούριους ανθρώπους που θα τον έκαναν να ξεχάσει τη μικρή προσφυγοπούλα. Παρόλα αυτά όμως δεν τα κατάφερε.  Πίστευε ότι είχε κολλήσει η σκέψη του σε αυτήν, γιατί όταν τη γνώρισε η ζωή του ήτανε εντελώς άχρωμη και μουντή και το μικρό αυτό κορίτσι της έδωσε χρώμα. Κάθε φορά που έβλεπε στο δρόμο μικρά παιδιά προσπαθούσε στο πρόσωπό τους να την αναγνωρίσει.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν εύκολα και για τη μικρή Γιασμίν. Όταν εκείνο το πρωινό έφυγε χωρίς ουσιαστικό λόγο από το ανθοπωλείο του Ιάσονα, ένιωσε βγαίνοντας στον καθαρό αέρα ότι δεν πλήγωσε με τη στάση της μόνο αυτόν, αλλά και τον εαυτό της. Με τον καιρό, παρόλο που ο εγωισμός της με δυσκολία της το επέτρεπε, συνειδητοποίησε πόσο πολύ τον συμπαθούσε και της έλλειπε. Ο Φοίβος, που ήταν ο μοναδικός φίλος τον οποίο είχε αποκτήσει στην Αθήνα, έβλεπε τη δυστυχία της. Εντύπωση του έκανε πως έπαψε να βάζει τριαντάφυλλα στο μικρό βάζο που της είχε χαρίσει. Πολλές φορές προσπάθησε να τη ρωτήσει με τρόπο για το πώς ένιωθε μέσα της. Μάταια όμως. Η Γιασμίν πενθούσε για μία βαθύτερη φιλία που ένιωθε πως χάθηκε. Άλλωστε, συχνά είχε πιάσει τον εαυτό της να πηγαίνει σχεδόν έξω από το ανθοπωλείο του Ιάσονα. Ο εγωισμός της όμως δεν της επέτρεπε ν’ ανοίξει την πόρτα. Από τη μέρα που οι δύο αυτοί άνθρωποι αποφάσισαν να χωριστούν είχαν περάσει σχεδόν έξι μήνες.

Ένα βαρετό και συνηθισμένο απόγευμα του Μάη μπαίνει βιαστικός στο ανθοπωλείο ένας καλοβαλμένος κύριος. Είναι ο Φίλιππος, ένας νεαρός γύρω στα τριάντα, ντυμένος με ρούχα λες και είχαν βγει από περιοδικό μόδας.

– Καλησπέρα θα ήθελα να κάνω μία παραγγελία κάποιων σπάνιων λουλουδιών από το εξωτερικό. Θα σας ήταν εύκολο; Έχω μάθει ότι το ανθοπωλείο σας εξιδεικεύεται σε τέτοια άνθη.

– Πολύ ευχαρίστως. Σε τι θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω.

– Ξέρετε σε λίγες μέρες διοργανώνω ένα πάρτι στο σπίτι της φίλης μου και θέλω να της κάνω έκπληξη, γεμίζοντας το χώρο με σπάνια λουλούδια  και φυτά από όλο τον κόσμο. Δε με νοιάζει πόσο θα στοιχίσει. Εξάλλου, τα χρήματα θα μου τα δώσει η ερωμένη μου, που είναι σύζυγος σημαίνοντος κυβερνητικού στελέχους.

Ο Ιάσονας από διακριτικότητα έκανε πως δεν έδωσε σημασία στα λόγια του νεαρού.

– Θα θέλατε κάτι συγκεκριμένο να παραγγείλουμε;

– Όχι, ξέρετε δε γνωρίζω πολλά από άνθη, οπότε επαφίεμαι στο να παραγγείλετε ό,τι θεωρείτε εσείς καλύτερο. Ό,τι πρόβλημα έχετε με την παραγγελία θα ήθελα να επικοινωνήσετε μαζί μου.

Αφού ο Φίλιππος άφησε το τηλέφωνό του, αυθόρμητα άρχισε να περιτριγυρίζει μέσα στο μαγαζί, κοιτώντας τα λουλούδια. Εξάλλου, του άρεσαν τα όμορφα πράγματα. Γι’ αυτό και στη ζωή του φρόντιζε να συνάπτει σχέσεις με κυρίες της υψηλής κοινωνίας για να μπορούν εκείνες να του τα προσφέρουν απλόχερα.

Ο Φίλιππος έμεινε για λίγη ώρα στο μαγαζί, μιλώντας με τον Ιάσονα γι’  απλά πράγματα. Έμοιαζε να δημιουργείται μία συμπάθεια ανάμεσά τους. Όταν έφυγε, ο Ιάσονας αμέσως έπεσε με τα μούτρα στην απρόσμενα μεγάλη αυτή παραγγελία που τον βοήθησε να ξεχάσει την Γιασμίν. Πριν από λίγες μέρες είχε επισκεφτεί ένα δικηγόρο για να μάθει πώς θα μπορούσε να υιοθετήσει ένα παιδί. Βγαίνοντας όμως από το γραφείο η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη. Δυστυχώς η γραφειοκρατία στην Ελλάδα έκανε απαγορευτική την υιοθέτηση ενός παιδιού. Όπως του εξήγησε ο δικηγόρος τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα, μιας και η Γιασμίν δε φαινόταν να είναι πουθενά δηλωμένη. Άρα στην ουσία δεν υπήρχε για το ελληνικό κράτος. Του τόνισε με τρόπο ότι αν είχε τις κατάλληλες γνωριμίες ίσως και να μπορούσε να υπερπηδήσει τα εμπόδια. Ο Ιάσονας μετά απ’ αυτή την επίσκεψη είχε σχεδόν αποφασίσει ότι το κεφάλαιο Γιασμίν για κείνον έπρεπε να κλείσει μια για πάντα. Γι’ αυτό έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.

Στα σεμινάρια ζωγραφικής όπου πήγαινε γνώρισε μία γυναίκα γύρω στα πενήντα, την Ιουλία. Με την οποία είδε ότι είχε κάποια κοινά ενδιαφέροντα, γι’ αυτό και αποφάσισε να βγει ραντεβού μαζί της. Αν και είχε πολύ τρακ, καθώς είχε χρόνια να προσεγγίσει ερωτικά μία γυναίκα,  πίστευε ότι έστω και τώρα θα ήταν καλό να βρει μία σύντροφο. Ίσως και το κόλλημα του με την υιοθεσία της Γιασμίν να οφείλονταν στην αφόρητη μοναξιά που βίωνε. Η Ιουλία ήταν μία γυναίκα χαμηλών τόνων, χωρίς πολλές απαιτήσεις από τη ζωή της, όπως και κείνος. Αφιερώθηκε στη φροντίδα των γονιών της, αδιαφορώντας για την προσωπική της ευτυχία. Τα προς το ζην τα έβγαζε παραδίδοντας περιστασιακά μαθήματα γαλλικών και πιάνου. Οι σχέσεις που είχε στο παρελθόν με άντρες ήταν ελάχιστες, γιατί ως άνθρωπος ήταν βαθιά συντηρητική. Επηρεασμένη από τις σκληροπυρηνικές θέσεις της εκκλησίας. Η μάνα της είχε ταχθεί εξολοκλήρου στη θρησκεία, επιβάλλοντας τις απόψεις της σε όλη την οικογένεια. Ο Ιάσονας τις λίγες φορές που του δόθηκε η ευκαιρία δεν είχε μιλήσει στην Ιουλία για το δικό του παρελθόν.

Σάββατο απόγευμα και ο Ιάσονας επιτέλους είχε κάνει το μεγάλο βήμα, θα έβγαινε μετά από αρκετούς μήνες γνωριμίας σε ραντεβού. Από το πρωί κάτι μέσα του όμως τού έλεγε ότι δεν  ήταν αυτό που ήθελε πραγματικά να κάνει. Γι’ αυτό το λόγο και ασχολήθηκε με την παραγγελία του Φίλιππου. Είχε παραγγείλει για κείνον άνθη και φυτά από τέσσερις χώρες. Μία διαδικασία που όπως αποδείχτηκε ήταν χρονοβόρα και γι’ αυτό φοβόταν ότι τα λουλούδια δεν θα είναι στην ώρα τους.

Απόγευμα στα Εξάρχεια και η Ιουλία φτάνει στο ραντεβού τους. Ο Ιάσονας παρέα μ’ ένα μικρό ποτήρι κρασί και δίπλα του ένα μπουκέτο με λευκές μαργαρίτες την υποδέχεται. Βλέποντας την να μπαίνει σηκώνεται για να τις προσφέρει τα λουλούδια. Κάνοντας την για μια στιγμή να νιώσει σαν πρωταγωνίστρια ρομαντικής ταινίας, ελπίζοντας ότι η συνάντηση τους  θα έχει ευτυχές τέλος. Ύστερα από τις φιλοφρονήσεις του, αρχίζουν να μιλούν για θέματα τυπικά με σκοπό να εμβαθύνουν σε πιο προσωπικά. Η ατμόσφαιρα όμως  που επικρατεί ανάμεσά τους είναι υποτονική. Εκείνη αποφασίζει τελικά να του μιλήσει για την ιδιαίτερη σχέση που έχει με την εκκλησία και την προσήλωσή της στα θρησκευτικά της πιστεύω. Το μόνο που αναζητούσε τώρα πια ήτανε μία παρέα που θ’ αποδεχόταν τα θέλω της. Ο Ιάσονας την άκουγε προσεκτικά, νιώθοντας οι απόψεις της να τον πνίγουν. Προσπάθησε να της πει διακριτικά χωρίς να την προσβάλει ότι δεν είχε καμία σχέση με την εκκλησία και δεν ένιωθε την ανάγκη να γαντζωθεί πάνω της. Για κείνον όλες οι θρησκείες ήταν κάτι περισσότερο από πνευματικές δικτατορίες. Αυτό που ήθελε από μία σύντροφο ήταν να τον κάνει και πάλι να νιώσει νέος και γεμάτος ζωή. Η Ιουλία σοκαρισμένη άκουγε τα λόγια του Ιάσονα, κοιτάζοντας συνεχώς το ρολόι της. Ενώ η γεύση από το χυμό που είχε παραγγείλλει της φαινόταν τώρα πια πικρή.

Η συνάντηση τους δεν κράτησε πάνω από μία ώρα, διαπιστώνοντας και οι δύο ότι η γνωριμία τους δε θα εξελισσόταν. Η Ιουλία κατά τη διάρκεια του ραντεβού είχε καταλάβει ότι ο Ιάσονας δεν ήταν πραγματικά παρόν. Πολύ φιλικά αποφάσισαν να χωριστούν. Τώρα πια δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν.

– Σου εύχομαι να βρεις αυτό που πραγματικά έχεις ανάγκη. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή τη βραδιά. Καλή τύχη Ιάσονα.

Ο Ιάσονας χωρίς να πει λέξη τής φίλησε τρυφερά το χέρι και χάθηκαν και οι δυο τους μέσα στη νύχτα, ακολουθώντας διαφορετικές κατευθύνσεις. Τώρα πια μόνος, περπατώντας στα μισοσκότεινα δρομάκια της πόλης,  αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να διεκδικήσει τα θέλω του…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο