Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος δωδέκατο

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Ιάσονας τώρα πια επιτέλους βρισκόταν έξω από το διαμέρισμα της Γιασμίν. Χτύπησε αποφασιστικά την πόρτα.

Σιωπή!

Αποφάσισε να ξαναχτυπήσει, δεν είχε σκοπό να τα παρατήσει τόσο εύκολα.

Και πάλι όμως σιωπή!

Για λίγο απογοητεύτηκε. Σκέφτηκε ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να φύγει. Καθώς όμως έκανε ένα βήμα πίσω, άκουσε μετά από πολύ καιρό εκείνη τη γνώριμη παιδική φωνή που μιλούσε σπαστά ελληνικά να φωνάζει.

  • Σου είπα Φαίδωνα δεν έχω καμία διάθεση να σου μιλήσω σήμερα. Δε νιώθω καλά. Πονάει η ψυχή μου. Θέλω αυτή τη μέρα να μείνω μόνη μου.
  • Γιασμιν άνοιξέ μου την πόρτα σε παρακαλώ. Δεν είμαι ο Φαίδωνας, ο Ιάσονας είμαι. Θέλω να σου μιλήσω για κάτι πολύ σημαντικό.

Εκείνη καθισμένη στο κρεβάτι της, αγκαλιά με τις φωτογραφίες των δικών της και τα μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα, όταν άκουσε τη φωνή του Ιάσονα σάστισε. Ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Χωρίς να πει λέξη κατευθύνθηκε προς την πόρτα και την ξεκλείδωσε. Μπροστά της αντίκρισε εκείνο το οικείο αντρικό πρόσωπο που το ένιωθε σαν αγαπημένο συγγενή της. Τον είδε να κρατάει ένα μεγάλο μπουκέτο με τα πιο όμορφα τριαντάφυλλα. Ο Ιάσονας σοβαρός και όλο αυτοπεποίθηση, με μία φωνή γεμάτη καλοσύνη και αγάπη της είπε.

  • Αυτά είναι για σένα μικρό μου παιδί. Το καθένα συμβολίζει το μήνα της απουσίας σου από το ανθοπωλείο.

Η μικρή προσφυγοπούλα κοίταξε με λαχτάρα τα λουλούδια κι ένιωσε  πόσο πολύ της είχαν λείψει, ενώ το σώμα της είχε παγώσει από την απρόσμενη αυτή επίσκεψη και δεν μπορούσε να βγάλει λέξη.

  • Δε θα μου πεις να περάσω; Αυτά που έχω να σου πω δε λέγονται βιαστικά έξω από μια πόρτα.
  • Συγνώμη για την αγένειά μου. Πέρασε μέσα.

Η Γιασμίν οδήγησε τον Ιάσονα στο μικρό καθιστικό του σπιτιού. Στο χώρο κυριαρχούσε ένας παλιός βελούδινος καναπές φθαρμένος από το χρόνο και τις καταστάσεις. Δίπλα του στέκονταν μία μικρή ξύλινη και ψάθινη καρέκλα, ενώ στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα μικρό τραπεζάκι του καφέ μ’ ένα άδειο κρυστάλλινο βάζο. Αντικείμενα που τα είχε περιμαζέψει από τα σκουπίδια και με πολύ φροντίδα τα είχε μετατρέψει σε όμορφα χρηστικά έπιπλα, δίνοντάς τους μία δεύτερη ευκαιρία για ζωή,  με τη βοήθεια πάντα του Φαίδωνα. Βλέποντας το χώρο αυτό ο Ιάσονας της είπε.

  • Πολύ όμορφο είναι το σπίτι σου. Μόνη σου το έφτιαξες;
  • Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Το σπίτι αυτό με βοήθησε να το φτιάξω ο Φαίδωνας, με τον οποίο σ’ άκουσα που μιλούσες πριν από λίγο. Τελικά η διαίσθησή μου δεν έπεσε έξω. Εσένα είχε έρθει τελικά να συναντήσει εκείνο το απόγευμα που είχε φύγει χωρίς να μου πει που πάει. Κάτι που δεν το έχει κάνει ποτέ του, γιατί ξέρει ότι μπορεί να τον χρειαστώ.
  • Ο Φαίδωνας, πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξέρεις, αν δεν το έχεις καταλάβει ήδη, ότι σ’ αγαπάει και σε νοιάζεται σαν να είσαι σχεδόν δικό του παιδί. Τώρα πια είναι ανώφελο να μη μάθεις για τη συνάντησή μας εκείνο το απόγευμα στο ανθοπωλείο μου. Είχε περάσει γιατί ήθελε να μιλήσουμε για σένα. Μου είπε πόσο πολύ τον στεναχωρεί να σε βλέπει να ψάχνεις μαζί του στα σκουπίδια για να μπορέσεις να βγάλεις μερικά χρήματα. Τον πληγώνει που δεν έχει τη δυνατότητα να σε βοηθήσει να πας στο σχολείο. Εξάλλου πιστεύουμε και οι δύο ότι σου αξίζει και πρέπει να έχεις μία καλύτερη ζωή. Άλλωστε, όλος αυτός ο δύσκολος δρόμος που έχεις διανύσει έως τώρα θα πρέπει κάποια στιγμή να έχει αίσιο τέλος, σαν εκείνο που άκουγες στα παραμύθια που σου διηγούνταν κάποτε η γιαγιά σου.

Σιωπή.

Η Γιασμίν τον άκουγε με προσήλωση, ενώ το σώμα της συνέχισε να είναι παγωμένο και άκαμπτο. Ήταν μελαγχολική. Ο πόνος είχε κυριεύσει την ψυχή της. Στη μνήμη της είχαν συσσωρευτεί όλες εκείνες οι άσχημες αναμνήσεις του παρελθόντος. Ο Ιάσονας την κοίταζε σοκαρισμένος. Η εικόνα της για λίγο τον τρόμαξε. Φαινόταν χλομή, σχεδόν έτοιμη να σωριαστεί κάτω.

  • Τι έχεις Γιασμίν; Γιατί δε μιλάς; Ο Φαίδωνας πριν από λίγο μου είπε ότι σήμερα όλη την ημέρα ήσουν κλεισμένη στο διαμέρισμά σου και δεν ήσουν καλά. Άνοιξέ μου την καρδιά σου και πες μου σε παρακαλώ τι συμβαίνει.

Εκείνη με σκυμμένο το κεφάλι σκούπισε τα μάτια της και χάιδεψε τα τριαντάφυλλα που τα είχε τοποθετήσει πριν από λίγο στο κρυστάλλινο βάζο με το σπασμένο χείλος. Παίρνοντας μία βαθιά ανάσα για να μην κλάψει του  είπε.

  • Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα Ιάσονα;

Χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε.

  • Σήμερα κλείνει ακριβώς ένας ολόκληρος χρόνος από εκείνη την ημέρα που άλλαξε η ζωή μου για πάντα. Είναι η μέρα που έχασα την οικογένεια, τους φίλους και συμμαθητές μου, την ίδια την πατρίδα μου κι έγινα ένα ακόμα προσφυγόπουλο. Οι ισχυροί του κόσμου που αγαπούν τους πολέμους και βγάζουν χρήματα πουλώντας κάθε είδους όπλα αποφάσισαν για τη δική μου ζωή, αδιαφορώντας για τον πόνο που μου προκάλεσαν. Αυτοί δε νοιάζονται πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν και πόσοι καταδικάζονται σε πείνα εξαιτίας των ανήθικων αποφάσεών τους.

Το μικρό παιδί δεν άντεξε άλλο να συγκρατεί τα δάκρυά του και ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Ιάσονας λύγισε. Έβλεπε μπροστά του ένα δυστυχισμένο πλάσμα που η ψυχή και η καρδιά του είχαν ραγίσει σαν το κρυστάλλινο βάζο πάνω στο τραπεζάκι του καφέ. Πριν πει οτιδήποτε, ευχήθηκε τα λόγια του να μπορέσουν να γιατρέψουν έστω και για λίγο αυτό το δυστυχισμένο κορίτσι. Ένιωσε τη φωνή του να σπάει. Ανασκουμπώθηκε.

  • Ίσως σήμερα μικρή μου Γιασμίν, χωρίς να θέλω να δείξω καμία ασέβεια προς τους νεκρούς σου… Ίσως σήμερα…ίσως αυτή τη στιγμή να ξεκινάει κάτι νέο κι όμορφο στη ζωή σου. Εσύ όμως θα πρέπει ν’ αποφασίσεις γι’ αυτό. Μέσα στο τσαντάκι μου έχω τα επίσημα έγγραφά σου. Τα χαρτιά αυτά σου επιτρέπουν να μην θεωρείσαι πλέον παράνομη σ’ αυτή τη χώρα.

Ο Ιάσονας της εξήγησε με λεπτομέρειες όλα όσα είχε σχεδιάσει για εκείνη. Στο χέρι της όμως ήταν τώρα πια αν όλα αυτά θα γινόταν τελικά πραγματικότητα. Η Γιασμίν καθισμένη σε μια γωνιά του καναπέ, δεν τον διέκοπτε καθόλου όση ώρα της μιλούσε. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι της είχε προτείνει.

  • Σοβαρά κύριε Ιάσονα; Θέλεις πραγματικά να κάνεις για μένα κάτι τόσο σημαντικό και σπουδαίο;
  • Ναι μικρό μου παιδί. Όλα όσα σου είπα είναι αλήθεια και θέλω να τα κάνω όχι μόνο για σένα, αλλά και για τους δυο μας. Πιστεύω ότι μας αξίζει μία δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Νιώθω ότι η οικογένειά σου που μας βλέπει από κει πάνω αυτή τη στιγμή, θα αισθανθεί χαρούμενη και ήρεμη αν δεχτείς την πρότασή μου. Αυτά είναι τα χαρτιά σου. Πάρτα. Τώρα θα μπορείς να κυκλοφορείς ελεύθερη χωρίς να κρύβεσαι.
  • Και θέλεις πραγματικά κύριε Ιάσονα να με υιοθετήσεις; Να γίνουμε εσύ και γω οικογένεια;
  • Ναι Γιασμίν. Γιατί για μένα είσαι το παιδί που δεν είχα την ψυχική δύναμη ν’ αποκτήσω κάποτε. Η αγαπημένη κόρη που θα στέκομαι δίπλα της σε ό,τι χρειαστεί. Από δω και πέρα θα φροντίσω τα όνειρά σου να γίνουν πραγματικότητα. Θα φροντίσω όμως και να μη σβήσει ποτέ από τη μνήμη σου η οικογένειά σου. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να κερδίσεις και πάλι την πίστη σου στη ζωή.

Η Γιασμίν ακούγοντας αυτά τα λόγια έτρεξε πάνω του και τον αγκάλιασε τρυφερά με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Για πρώτη φορά αυτοί οι δύο τόσο μόνοι άνθρωποι ένιωσαν μετά από καιρό πραγματικά ευτυχισμένοι. Αφού έμειναν για λίγο έτσι, εκείνη με την παιδιάστικη αθωότητα της τον τράβηξε από το χέρι.

  • Πάμε σε παρακαλώ να πούμε τα ευχάριστα νέα στο Φαίδωνα. Είμαι σίγουρη ότι θα χαρεί πολύ για μένα, όμως θα λυπηθεί που θα μείνει και πάλι μόνος.

Όταν άνοιξαν την πόρτα είδαν τον Φαίδωνα να έχει στήσει αυτί πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματός του, ενώ το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά και ικανοποίηση. Πριν προλάβουν να του πουν τα νέα εκείνος τους είπε.

  • Επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ, με κάνατε απόψε πολύ χαρούμενο. Όση ώρα μιλούσατε ήμουν έξω από το διαμέρισμά σου και άκουσα όλα αυτά που είπατε. Δεν άντεχα να περιμένω. Σήμερα Ιάσονα πραγματικά μου απέδειξες ότι η Γιασμίν μπορεί να στηρίζεται σε σένα και αν η ίδια μου το επιτρέπει θέλω να της πω ότι απόψε η ζωή της έστειλε έναν άνθρωπο που μπορεί να τον θεωρεί πια σαν δεύτερο πατέρα της.

Όλο το βράδυ οι τρεις αυτοί άνθρωποι, που η μοίρα τους ένωσε με τον πιο περίεργο τρόπο, κουβεντιάζοντας για το μέλλον, ένιωθαν μετά από πολύ καιρό βαθιά ικανοποίηση και γαλήνη. Όταν ο Ιάσονας αποφάσισε να φύγει από τα Προσφυγικά κόντευε σχεδόν να ξημερώσει.

Τις επόμενες μέρες ασχολήθηκε με τα διαδικαστικά της υιοθεσίας. Πάντα με τη βοήθεια της Λίζας, της ερωμένης του Φιλίππου. Κόντευε όμως η ώρα να κλείσει μία ακόμα σημαντική για κείνον εκκρεμότητα…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο