Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος δέκατο

της Γιώτας Αγαπητού

Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού οι δύο άντρες δεν αντάλλαξαν παρά ελάχιστες κουβέντες. Για συντροφιά τους είχαν τη μουσική, που τους μιλούσε  μέσα από τους στίχους της, γλιστρώντας ρυθμικά πάνω στο δρόμο. Ο Ιάσονας κοίταζε μαγεμένος, όπως ένα μικρό παιδί το τοπίο, καθώς εκείνο τους προσπερνούσε τρέχοντας βιαστικά. Η ατμόσφαιρα σιγά σιγά άρχισε να μυρίζει θυμάρι, φασκόμηλο και βαλσαμόχορτο πάνω από τα επιβλητικά βουνά της Πελοποννήσου. Ο ήλιος έριχνε τις λαμπερές του ακτίνες στα φύλλα των δέντρων. Όταν φτάσανε επιτέλους στον προορισμό τους, η ώρα ήταν ήδη περασμένες πέντε το απόγευμα.

  • Σχεδόν φτάσαμε. Ελπίζω να μην κουράστηκες. Είπε ο Φίλιππος.
  • Όχι είμαι μια χαρά. Του απάντησε ο Ιάσονας.

Σταματήσανε στους πρόποδες ενός λόφου. Μπροστά τους στεκόταν γεμάτο καλοσύνη ένα παλιό μικρό πέτρινο σπίτι με φράχτη, αυλή κι ένα μικρό κήπο.

  • Λοιπόν Ιάσονα πώς σου φαίνεται το μικρό μου καταφύγιο;
  • Αυτό είναι το σπίτι των παππούδων σου Φίλιππε; Φαίνεται πολύ συμπαθητικό και φιλόξενο.
  • Σχεδόν. Ο παππούς μου τον χώρο αυτό το χρησιμοποιούσε ως μαντρί για τα ζώα του. Το κανονικό μας σπίτι είναι μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, μέσα στο χωριό. Την υπόλοιπη ιστορία θα σου τη διηγηθώ αργότερα. Αν θέλεις τώρα βοήθησέ με να βάλουμε τα πράγματα που πήρα μέσα στο σπίτι.

Οι δύο άντρες αφού ταχτοποίησαν τις λιγοστές προμήθειες που είχαν φέρει σε φαγητό και ελληνικό καφέ, αν και ήταν νηστικοί, πέσανε κατάκοποι για ύπνο. Ο ήλιος είχε πάει να ξαποστάσει πίσω από τα σκληροτράχηλα κι  αιματοβαμμένα βουνά της Πελοποννήσου. Όταν ο Φίλιππος επιτέλους ξύπνησε βρήκε τον Ιάσονα να κάθεται έξω στην αυλή, απολαμβάνοντας τη γλυκιά ατμόσφαιρα της νύχτας.

  • Καλησπέρα Φίλιππε. Τώρα ξύπνησες;
  • Καλησπέρα Ιάσονα. Ναι πριν από λίγο. Εσύ κοιμήθηκες καθόλου;
  • Ελάχιστα, αλλά ένιωσα σαν να κοιμόμουνα για ώρες. Όταν σηκώθηκα, εκμεταλλευόμενος τη φιλοξενία σου, έφτιαξα ένα καφέ και κάθισα ν’ απολαύσω την ηρεμία και τη γαλήνη που προσφέρει απλόχερα η Θεά Φύση.

Ο Φίλιππος, αφού έφτιαξε κι εκείνος ένα καφέ, κάθισε στην αυλή σιωπηλός, σαν να ήθελε να πάρει ενέργεια από το ευλογημένο αυτό τοπίο.

  • Ξέρεις Ιάσονα εδώ είναι το ησυχατήριό μου. Ένα μέρος, που πέρα από τους γονείς μου και τώρα πια και σένα, κανείς άλλος δε γνωρίζει την ύπαρξή του. Εδώ πέρα έρχομαι για να ξεφύγω από την έντονη ζωή που κάνω στην Αθήνα και που πολλές φορές με πνίγει.

Ο Ιάσονας κοίταξε με συμπάθεια το νεαρό άντρα που καθόταν δίπλα του, απαλλαγμένος απ’ όλα τα δήθεν που τον βάραιναν στην πόλη. Ο Φίλιππος μετά από λίγη ώρα πήγε στην κουζίνα και άρχισε να μαγειρεύει.

  • Θέλεις βοήθεια; Ξέρω και γω μερικά πράγματα να κάνω.
  • Όχι. Εσύ είσαι ο καλεσμένος μου και θα μου επιτρέψεις να σε περιποιηθώ.

Σε λίγο μέσα από το σπίτι άρχισαν ν’ αναδύονται μυρωδιές που σου άνοιγαν την όρεξη. Απ’ ότι φαίνεται ο Φίλιππος ήξερε να μαγειρεύει καλά. Μετά από λίγο το μικρό ξύλινο τραπέζι στην αυλή γέμισε με νόστιμα καλούδια και ντόπιο κόκκινο κρασί, από αυτό που ευφραίνει τον ουρανίσκο. Οι δύο άντρες έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό. Κάποια αδιάφορα και χωρίς ουσία λόγια διέκοπταν αυτή την ιεροτελεστία. Όταν πια νιώσανε ότι είχαν χορτάσει, το μπουκάλι με το κρασί είχε σχεδόν αδειάσει.

  • Πάω να φέρω άλλο ένα μπουκάλι, γιατί νομίζω ότι θα το χρειαστούμε απόψε.

Και πάλι οι δύο άντρες έμειναν για λίγο σιωπηλοί, ζαλισμένοι ήδη από το αλκοόλ και από τη ζέστη που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα.

  • Αυτό το σπίτι όπως σου είχα πει Ιάσονα το κληρονόμησα από τον παππού μου, που το χρησιμοποιούσε ως στάνη για τα ζώα του. Εδώ όμως περνούσε και το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Αν αφήσεις για λίγο την ψυχή σου ελεύθερη ίσως και ν’ ακούσεις τα ζώα που βελάζουν τη στιγμή που φέρνουν μέσα στο καταχείμωνο μια νέα ζωή. Με αυτά μεγάλωσαν οι παππούδες μου τις τρεις κόρες τους και τον πατέρα μου. Ο παππούς μου φρόντισε ώστε τα παιδιά του να μη στερηθούν τα γράμματα. Έτσι οι τρεις του κόρες τελείωσαν το γυμνάσιο. Ο πατέρας μου, που λάτρευε το σχολείο, πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην ΑΣΟΕ. Εκεί γνώρισε και τη μάνα μου που ήταν συμφοιτήτριά του. Αν και ο παππούς μου είχε κρυφή επιθυμία να γυρίσει ο γιος του πίσω στον τόπο τους, εκείνος αμέσως έπιασε δουλειά σ’ ένα μεγάλο εργοστάσιο στην Αττική, ενώ η μάνα μου έμενε στο σπίτι για να μεγαλώσει εμένα. Είμαι βλέπεις το μοναχοπαίδι και ο μοναχογιός τους.

Ο Ιάσονας που άκουγε προσεκτικά τη διήγηση του Φιλίππου, κρατώντας στο χέρι του σαν ιερό δισκοπότηρο το ποτήρι με το κρασί, του είπε.

  • Τι σύμπτωση και γω μοναχοπαίδι είμαι. Οι γονείς μου δε μπόρεσαν να κάνουν άλλο παιδί. Να σου πω όμως την αλήθεια αυτό δε με στενοχώρησε ποτέ. Χαιρόμουν που όλη τους την αγάπη την προσέφεραν σ’ εμένα.
  • Ούτε και μένα μ’ ένοιαζε όταν άρχισα να μεγαλώνω. Είχα μάθει στο σπίτι μας να είμαστε εμείς οι τρεις. Ο πατέρας μου ήταν καλός κι εργατικός στη δουλειά του κι έτσι όλοι τον σέβονταν στο εργοστάσιο κι αυτό ήταν κάτι που τον έκανε πολύ περήφανο.

Ο Φίλιππος έκανε μία παύση και γέμισε το άδειο ποτήρι του από το δεύτερο μπουκάλι, που σχεδόν και κείνο είχε αρχίσει ν’ αδειάζει, υπενθυμίζοντάς του ότι ίσως είναι η στιγμή για ένα ακόμα. Η νύχτα γλυκιά, με τ’ αρώματα από τ’ αγριοβότανα του βουνού που την έκαναν ακόμα πιο μεθυστική κι από το ίδιο το κρασί.

  • Όταν γεράσω θα ήθελα αν μπορέσω να έρθω να ζήσω εδώ.
  • Είσαι τυχερός Φίλιππε που έχεις ένα τέτοιο όμορφο καταφύγιο για να ξεφεύγεις. Εγώ δυστυχώς είμαι ένας άνθρωπος της πόλης που δεν ξέρω καν αν έχω ρίζες κάπου αλλού. Όλη μου η ζωή είναι συνυφασμένη με τη μεγαλούπολη. Δε μου συνέχισες όμως, τι έγινε με τον πατέρα σου.
  • Όλα άλλαξαν όταν στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα η κυβέρνηση με την πολιτική που ασκούσε άρχισε σιγά σιγά να οδηγεί στο κλείσιμο των εργοστασίων και στη δημιουργία από στρατιές με χιλιάδες ανέργους, ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο πατέρας μου. Από τότε κυνηγούσε κάθε μέρα το μεροκάματο. Έτσι, αποφάσισε να πάρει την οικογένειά του και να γυρίσουν πίσω στον τόπο του. Άρχισε μαζί με τη μάνα μου να καλλιεργεί τα λιγοστά χωράφια του παππού μου και από τότε μένουν στο χωριό. Εγώ ανέβηκα στην Αθήνα μετά το λύκειο για να σπουδάσω σ’ ένα ΤΕΙ που είχα περάσει και που μου ήταν εντελώς αδιάφορο. Εκεί, λόγω της εμφάνισής μου, έμπλεξα με διάφορες παρέες, που ανάμεσά τους υπήρχαν και λαμπερά ονόματα της κοινωνίας. Δούλεψα στη νύχτα γι’ αρκετό διάστημα. Στους γονείς μου όμως δεν έλεγα λέξη, γιατί γνώριζα ότι δε θα το ενέκριναν. Είχα σχέσεις με γυναίκες του θεάματος, αλλά και της υψηλής κοινωνίας, που πάντα φρόντιζαν να μου κάνουν ακριβά δώρα. Πραγματικούς φίλους να φανταστείς δεν είχα ποτέ. Μόνο γνωστούς που κάναμε παρέα και περνούσαμε καλά. Ανθρώπους που στην πραγματικότητα το μόνο που βαριούνται είναι ο εαυτός τους. Έχω δει τόσα που δε φτάνουν όλες οι νύχτες του καλοκαιριού για να σου τα διηγηθώ. Όταν όμως ένιωθα να πνίγομαι ερχόμουν πάντα εδώ για να ηρεμήσω.
  • Δεν ερωτεύτηκες καμιά απ’ αυτές τις γυναίκες Φίλιππε;

Ο Φίλιππος κοίταξε ίσια στο βουνό και πήρε μία βαθιά ανάσα.

  • Μάλλον όχι, γιατί πραγματικά οι γυναίκες αυτές πέρα από την εικόνα και τα λεφτά τους δεν είχαν τίποτε άλλο να μου προσφέρουν και το ήξεραν καλά αυτό. Εμένα μ’ αρέσει ν’ ασχολούμαι με πράγματα πιο καρδιακά που κάνουν την ψυχή ν’ αγαλλιάζει. Είσαι τυχερός Ιάσονα που ασχολείσαι με κάτι τόσο όμορφο και λεπτεπίλεπτο όπως τα λουλούδια.
  • Τα λουλούδια είναι για μένα τα παιδιά που από δειλία δεν τόλμησα ν’ αποκτήσω. Μην κάνεις, λοιπόν, το ίδιο λάθος με μένα. Μην αναλώνεσαι σε τέτοιου είδους σχέσεις. Βρες έναν άνθρωπο που να ταιριάζεις και κάνε οικογένεια, γιατί πιστεύω από το λίγο που σε γνώρισα ότι είσαι ένας καλός κι ευαίσθητος άνθρωπος.

Ο Φίλιππος άκουγε τον Ιάσονα, ενώ το κρασί είχε ήδη κοκκινίσει τα μάγουλά του και είχε κάνει την ψυχή του να αισθάνεται όμορφα. Ένιωθε σα να συνάντησε ένα φανταστικό καλό του φίλο από τα παλιά, που τώρα του άνοιγε την καρδιά του. Το ίδιο όμως ένιωθε και ο Ιάσονας. Τότε θυμήθηκε το Φαίδωνα και τη Γιασμίν, το μικρό αυτό κορίτσι που με την παρουσία του μπόρεσε να ενώσει τρεις τόσο διαφορετικούς άντρες, οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες μπορεί και να μη γνωρίζονταν ποτέ.

  • Θέλω να σ’ ευχαριστήσω Ιάσονα που με συνόδευσες σ’ αυτό το ταξίδι. Ξέρεις δε συμπαθώ εύκολα τους ανθρώπους, αλλά από την πρώτη στιγμή που σε είδα μου έβγαλες κάτι αληθινό, σαν αυτό που βγάζουν έντονα οι γονείς μου και πιστεύω ότι σε πολλά πράγματα τους μοιάζεις.

Τα λόγια του Φίλιππου έκαναν τον Ιάσονα να νιώσει ότι τελικά η απόφασή του να κάνει αυτό το ταξίδι ήταν σωστή και θα μπορούσε επιτέλους να του εξομολογηθεί το λόγο για τον οποίο του ζήτησε να συναντηθούν.

  • Θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Ελπίζω να μη σε φέρω σε δύσκολη θέση. Όταν ήρθες πρώτη φορά στο μαγαζί μου μεταξύ των άλλων μου είπες ότι η ερωμένη σου είναι γυναίκα ενός μεγαλοστελέχους της κυβέρνησης. Σωστά;
  • Να σωστά το θυμάσαι. Τη Λίζα. Έτσι της αρέσει να την αποκαλούν. Η ερωμένη μου είναι μία γυναίκα που εδώ και αρκετά χρόνια έχει περάσει τα σαράντα, αλλά δεν λέει να το παραδεχτεί. Είμαστε μαζί πάνω από ένα χρόνο. Αν και έχει παιδιά και σύζυγο πάντα βρίσκει χρόνο για μένα. Δεν είναι καθόλου ευτυχισμένη με τον άντρα της, αλλά η εξουσία και τα πολλά χρήματα που βγάζει από την πολιτική του καριέρα, γιατί βλέπεις στην Ελλάδα η πολιτική είναι προσοδοφόρο επάγγελμα, την κρατάνε δίπλα του. Χάρη σ’ αυτή τη γυναίκα έχω καταφέρει να βοηθήσω πολύ κόσμο που έχει ανάγκη. Θέλω να πιστεύω ότι με αυτόν τον τρόπο παίρνω την εκδίκησή μου για το κακό που έκαναν κάποτε με την πολιτική τους τα κόμματα στον πατέρα μου, αλλά και σε πολλές άλλες οικογένειες. Βλέπεις, η Λίζα δεν μου χαλάει ποτέ χατίρι. Τη λυπάμαι όμως, γιατί είναι κενή κι αδιάφορη σαν άψυχη φτιασιδωμένη κούκλα. Γι’ αυτό, λοιπόν, με μεγάλη μου χαρά θα σε βοηθήσω. Επέτρεψέ μου όμως, τώρα πια να σε θεωρώ φίλο μου. Τον πρώτο πραγματικό φίλο της ενήλικης ζωής μου.

Ο Ιάσονας συγκινημένος από τα λόγια του, σκούπισε κρυφά τα δάκρυά του και άρχισε να του διηγείται τη δική του ιστορία ζωής.

  • Αυτή είναι λοιπόν η τόσο μεγάλη χάρη; Πολύ συγκινητικό αυτό που μου ζητάς. Όταν γυρίσουμε στην Αθήνα θα μου δώσεις όσες πληροφορίες και στοιχεία σου ζητήσω. Αυτό το παιδί πρέπει επιτέλους μαζί με σένα να βρει την ευτυχία.

Ο Ιάσονας δεν μίλησε. Η φωνή του δεν έβγαινε από τα χείλη. Τα κοκόρια των γύρω χωριών με τις φωνές τους καλωσόριζαν την καινούρια μέρα που σιγά σιγά ξεκινούσε…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο