Χάρισέ μου ένα τριαντάφυλλο – Μέρος δεύτερο

της Γιώτας Αγαπητού  

Μέσα στο μικρό ξεθωριασμένο πάνινο ροζ πορτοφολάκι της Γιασμίν υπήρχαν μερικά νομίσματα ευτελούς αξίας και δύο τσαλακωμένα  χαρτονομίσματα των πέντε ευρώ.

– Πόσο κάνει; Ρωτάει η Γιασμίν.

– Καλά εσύ όταν μπήκες με φόρα μέσα στο κατάστημά μου δεν μου ζήτησες να σου χαρίσω ένα τριαντάφυλλο; Τι έγινε τώρα και άλλαξες γνώμη;

– Συγνώμη κύριε Ιάσονα, αλλά τα ελληνικά μου δεν είναι πολύ καλά. Εγώ εννοούσα αν μπορείς να μου πουλήσεις ένα τριαντάφυλλο.

Ο Ιάσονας κοίταξε τα μάτια της μικρής που είχαν πάρει ένα έντονο γκρίζο χρώμα, σαν εκείνο τ’ ουρανού που υποδέχεται την καταιγίδα. Τότε πήρε από το μικρό πορτοφολάκι της, που δεν έλεγε να το βάλει στην τσέπη, ένα νόμισμα των 20 σεντς.

– Μόνο τόσο κάνει;

– Ναι, τόσο.

Η Γιασμίν κρατώντας στο χέρι το τριαντάφυλλο, που τη συναγωνίζονταν σε ομορφιά κι έχοντας στην τσέπη τα τυροπιτάκια που της είχε χαρίσει ο Ιάσονας, τον χαιρέτησε ευγενικά. Εκείνος, μ’ ένα τρυφερό χειροφίλημα στο αδύνατο τρυφερό χεράκι της, τη χαιρέτησε. Τη στιγμή που κατευθύνονταν προς την πόρτα ο Ιάσονας της είπε.

– Θα χαρώ πολύ αν και αύριο θα ήθελες να περάσεις από δω για να πάρεις ένα ακόμα τριαντάφυλλο και να μοιραστούμε μαζί ένα κουτί με μικρές λιχουδιές.

– Τα βράδια όταν νιώθω να με τρομάζει το σκοτάδι παίρνω κάτω από το μαξιλάρι μου για να μου κρατάει συντροφιά το παραμύθι του «Μικρού Πρίγκιπα». Όταν η αλεπού συνάντησε το μικρό πρίγκιπα, εκείνος της πρότεινε να γίνουν φίλοι. Αυτή όμως του είπε ότι πρώτα θα πρέπει να την εξημερώσει. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει κάθε μέρα στο ίδιο σημείο την ίδια ώρα το μικρό αγόρι να την περιμένει. Έτσι η αλεπού θα λαχταρά να τον συναντήσει και να πάψει ο ένας για τον άλλο να είναι ένα παιδί ανάμεσα σε χιλιάδες παιδιά και μία αλεπού ανάμεσα σε χιλιάδες αλεπούδες, ώστε σιγά σιγά να γίνουν ο ένας για τον άλλο μοναδικοί. Πιστεύω αυτό πρέπει να κάνουμε και μεις.

Ο Ιάσονας πριν καλά καλά το καταλάβει είδε τη μικρή Γιασμίν να βγαίνει βιαστικά από την πόρτα και να χάνεται σαν ξωτικό στην παγωμένη ατμόσφαιρα που είχε αγκαλιάσει την πόλη. Τόσο όμορφα δε θυμάται από πότε είχε να νιώσει. Μετά από λίγο όμως αισθάνθηκε και πάλι αφόρητα μόνος.

Αρχές Δεκέμβρη και το τσουχτερό κρύο δεν έλεγε ν’ αποχωριστεί την Αθήνα. Δευτέρα ώρα 9:10 το πρωί. Μετά από ένα ακόμα σαββατοκύριακο αφόρητης πλήξης και ρουτίνας ο Ιάσονας ανοίγει και πάλι το μαγαζί του. Ανάβει το κλιματιστικό και ταχτοποιεί τον πάγκο του για να υποδεχτεί τους πρώτους πελάτες του. Ασυναίσθητα έρχεται στο νου του η μικρή Γιασμίν. Το κορίτσι μετά από εκείνο το ξεχωριστό πρωινό έχει να εμφανιστεί σχεδόν ένα μήνα.

– Άραγε τι να κάνει αυτό το μικρό ξωτικό; Αναρωτήθηκε φωναχτά.

– Καλημέρα, μπορείς να μου χαρίσεις ένα τριαντάφυλλο.

Ο Ιάσονας έκπληκτος έστρεψε το βλέμμα του προς την πόρτα. Εκεί όπου βρισκόταν μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της η μικρή Γιασμίν.

– Ωωωω καλώς τη φίλη μου τη Γιασμίν. Τι κάνεις; Πού χάθηκες τόσες μέρες, σε περίμενα. Αναφώνησε από τη χαρά του ο Ιάσονας.

– Καλά είμαι. Απλά λόγω του κρύου είχα πολλά έξοδα και δε μου περίσσευαν χρήματα για ν’ αγοράσω ένα τριαντάφυλλο.

– Καταλαβαίνω. Πάντα ο χειμώνας έχει πολλά έξοδα. Αλλά γιατί δεν ερχόσουν να πάρεις το τριαντάφυλλο και να μου το πλήρωνες όποτε θα είχες χρήματα;

– Ξέρεις, δεν ήταν μόνο τα χρήματα. Αυτό τον καιρό έπρεπε να φροντίσω και την Ηλιαχτίδα.

– Την Ηλιαχτίδα; Ποια είναι αυτή;

– Η σκυλίτσα μου. Ήταν τραυματισμένη. Τη χτύπησε ένα αυτοκίνητο στο δρόμο. Το πόδι της έπρεπε για μέρες να είναι δεμένο και γι’ αυτό το λόγο τη φρόντιζα. Εξάλλου, ξέρεις πόσες φορές και κείνη μ’ έχει φροντίσει προστατεύοντάς με;

– Είστε πολύ καιρό φίλοι με την Ηλιαχτίδα;

– Ω ναι. Τη γνώρισα λίγες ημέρες μετά από τον ερχομό μου στην Αθήνα.

– Να τολμήσω να ρωτήσω μικρό μου ξωτικό πόσο καιρό έχεις που είσαι στην Αθήνα;

– Μήπως κύριε Ιάσονα θα ήθελες να μάθεις την ιστορία μου;

– Ναι, θα το ήθελα πάρα πολύ. Και αν θέλεις και συ θα σου πω και γω τη δική μου. Αν έχεις βέβαια χρόνο.

– Έχω χρόνο, αλλά όχι πολύ.

Τότε το πρόσωπο του μικρού κοριτσιού σκοτείνιασε απότομα.

– Ξέρεις, κάποτε και γω κύριε Ιάσονα ζούσα σε μία χώρα που δεν υπήρχε πόλεμος και οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι. Πήγαινα σχολείο… Αγαπώ τόσο πολύ τα γράμματα. Εκεί, στη χώρα μου, ήταν οι φίλοι μου, οι δάσκαλοί μου, η θεία μου, που ήταν η δασκάλα μου στο χορό και ήταν αδερφή της μαμάς μου. Η μαμά μου ήταν πολύ όμορφη και η θεία μου ήταν επίσης πολύ όμορφη. Η μαμά μου ήταν η δασκάλα της μουσικής και μου μάθαινε πιάνο. Η γιαγιά μου όταν ήταν νέα δίδασκε και κείνη χορό. Αυτές οι γυναίκες μ’ έμαθαν ν’ αγαπώ τις τέχνες. Απ’ αυτήν έμαθα κι αγάπησα ένα χορό περισσότερο απ’ όλους τους άλλους. Το φλαμένκο, που είναι ένας ισπανικός χορός. Από κείνη αγάπησα και την Ισπανία. Μου είχε χαρίσει μάλιστα μία στολή χορεύτριας φλαμένκο. Ξέρεις κάτι;

Ο Ιάσονας σκεφτικός και μελαγχολικός την άκουγε με προσοχή.

– Τι; Πες μου μικρή μου φίλη.

– Κάποτε θα μαζέψω χρήματα για να μπορέσω να πάω στην Ισπανία και να σπουδάσω και γω φλαμένκο.

– Είμαι σίγουρος ότι θα γίνεις μία σπουδαία χορεύτρια και θα κάνεις περήφανη τη γιαγιά σου.

– Ω ναι. Το ξέρω καλά ότι θα γίνω σπουδαία χορεύτρια, αλλά προς το παρόν έχω τόσα άλλα πράγματα να κάνω.

– Δε μου είπες όμως για τον μπαμπά σου; Το αγαπάς πιο πολύ από τη μαμά σου;

Η Γιασμίν κοίταξε μ’ ένα έντονο βλέμμα τον Ιάσονα νιώθοντας να την προσβάλει.

– Όχι βέβαια. Τον μπαμπά μου τον λάτρευα. Ήταν τόσο σπουδαίος! Δούλευε στο πανεπιστήμιο της πόλης, διδάσκοντας στους φοιτητές του πώς να γιατρεύουν τις ψυχές των ανθρώπων όταν αρρωσταίνουν. Ήταν ψυχίατρος.

– Αδελφάκια έχεις;

Η Γιασμίν τότε σταμάτησε να μιλάει. Κατέβασε το πρόσωπο κι ένα δάκρυ έκανε απελπισμένες προσπάθειες να κυλίσει στα μάγουλά της. Μόνο που η περηφάνια της ψυχής της δεν της το επέτρεψε.

Για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα ο Ιάσονας της είπε.

–  Ξέρεις, δεν έχω φάει σχεδόν τίποτα από το πρωί, όπου να ‘ναι μεσημεριάζει και το στομάχι μου έχει αρχίσει να παίζει ισπανικές καστανιέτες από την πείνα.

Η μικρή ακούγοντάς τον χαμογέλασε.

– Μπορούμε να φάμε απ’ αυτά τα ωραία τυροπιτάκια που είχαμε φάει την προηγούμενη φορά;

– Ο Ιάσονας σαν μικρό παιδί γεμάτος ενθουσιασμό της απάντησε.

– Βεβαίως και μπορούμε. Τώρα αμέσως θα τηλεφωνήσω στο αρτοποιείο του φίλου μου του Μενέλαου και θα του πω να μας στείλουν τα ωραιότερα και τα πιο νόστιμα σφολιατοειδή που έχουν.

Η Γιασμίν για μία ακόμη φορά χαμογέλασε γεμάτη ευχαρίστηση και συνέχισε.

– Είχα ένα πολύ μικρότερο αδερφάκι, τον Ομάρ. Ήταν τόσο μικρούλης που δεν πήγαινε ακόμα στο σχολείο. Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι στο σπίτι μας! Οι γονείς μας αγαπούσαν πολύ την πατρίδα μας. Είχα ακούσει πολλές φορές τη μαμά μου, όταν είχε αρχίσει ο πόλεμος, να λέει στη γιαγιά ότι τον μπαμπά μου, επειδή ήταν καλός ψυχίατρος, του είχαν προτείνει να πάρει την οικογένειά του και να πάει να δουλέψει σε μία άλλη χώρα. Εκείνος όμως το αρνήθηκε, προτιμώντας να μείνουμε στην πατρίδα και να τη βοηθήσουμε όσο μπορούμε. Για το λόγο αυτό ταξίδευε σε άλλα κράτη και μιλούσε για την κατάσταση που είχε προκαλέσει στη χώρα μας ο πόλεμος. Ξέρεις κύριε Ιάσονα, εξαιτίας του πολέμου πολλά παιδάκια πεινάνε και τα σπίτια τους έχουν καταστραφεί. Βόμβες. Ω, πόσες πολλές βόμβες έπεφταν συνέχεια. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι με σπίτια κατεστραμμένα. Δεν υπάρχουν πια λουλούδια και πολλά ζωάκια κείτονται νεκρά διάσπαρτα στους δρόμους. Εμείς τα παιδιά μάθαμε με τον καιρό να παίζουμε πάνω στα χαλάσματα και να μη θρηνούμε. Αφού ο πόλεμος σκλήρυνε τις ψυχές μας. Όταν πέφτει μία βόμβα γκρεμίζει σπίτια, αλλά σκοτώνει και την αθωότητα των παιδιών. Λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία για το καλοκαίρι η κυρία Ράνια έγραφε πάνω στον πίνακα ιδέες για τις διακοπές μας, καθώς όλα τα παιδιά ανυπομονούσαμε να τελειώσει το σχολείο. Εγώ στο θρανίο από την πρώτη δημοτικού καθόμουν με τη φίλη μου την Αϊσέ και πάντα όταν είχαμε ελεύθερο χρόνο ζωγραφίζαμε στα τετράδιά μας χαρούμενες εικόνες. Την ημέρα εκείνη που θα έκλεινε το σχολείο ακούστηκε ξαφνικά ένας θόρυβος, σαν αυτούς που κάνουν τ’ αεροπλάνα όταν ετοιμάζονται να ρίξουν βόμβες. Έχεις ακούσει ποτέ τέτοιο θόρυβο κύριε Ιάσονα;

Ο Ιάσονας προσπάθησε να κρύψει από τη Γιασμίν τη συγκίνηση που του προκαλούσε η ιστορία της.

– Όχι, ποτέ μικρή μου Γιασμίν. Ξέρεις στην Ελλάδα, όπως και σε όλη την Ευρώπη, επικρατεί ειρήνη. Στα πολιτισμένα κράτη μπορεί να μην έχει πόλεμο, αλλά έχει εργοστάσια που παράγουν όπλα και τα πουλούν σε χώρες που δεν τις θεωρούν τόσο αναπτυγμένες, με σκοπό να κάνουν πόλεμο για ν’ αποκτήσουν κέρδη και ύστερα να δείχνουν το ψεύτικο φιλειρηνικό προσωπείο τους, κάνοντας εράνους και στέλνοντας ανθρωπιστική βοήθεια, κερδίζοντας έτσι περισσότερα χρήματα. Οι γονείς μου που έζησαν τον πόλεμο μού διηγούνταν φριχτές ιστορίες με τους Γερμανούς που είχαν κατακτήσει σχεδόν όλη την Ευρώπη.

– Η Γιασμίν ακούγοντάς τον θλιμμένα, ακούμπησε το πρόσωπό της στο τζάμι του ψυγείου κοιτάζοντας τα τριαντάφυλλα…

 

 

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο