alexis-800x140

Χάινριχ Χάινε: Ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του γερμανόφωνου κόσμου

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο εβραϊκής καταγωγής Χάινριχ Χάινε, ένας από τους σημαντικότερους γερμανούς ποιητές του 19ου αιώνα, θα γεννηθεί στο Ντίσελντορφ στις 13 Δεκεμβρίου του 1797. Η μητέρα του, λατινομαθείς, θαυμάστρια του Ρουσώ και του Γκαίτε, δεν άργησε από νωρίς να δει τα πλούσια πνευματικά του χαρίσματα. Παρ’ όλα αυτά ονειρευόταν άλλη σταδιοδρομία για τον αγαπημένο της γιο. Μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να εργαστεί ως υπάλληλος σε τράπεζα και αργότερα ν’ ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, ως έμπορος, με τη βοήθεια του πάμπλουτου θείου του Solomon θα συνεχίσει τις σπουδές του, όπου στα 1825 θα ανακηρυχτεί (Διδάκτωρ του Δικαίου). Ωστόσο δεν άργησε να διαπιστώσει ότι το επάγγελμα του δικηγόρου δεν προσιδίαζε στην ιδιοσυγκρασία του. Έτσι, αποφασίζει να εγκαταλείψει το Αμβούργο για να περιπλανηθεί σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπου μετά από έξι χρόνια περιπλάνησης θα εγκατασταθεί το 1831 στο Παρίσι, το οποίο αρχικώς θα τον συνεπάρει. Για τον Χάινε το Παρίσι εκείνη την εποχή εκπροσωπούσε τη χώρα της ανεξιθρησκίας, καθώς και την κοιτίδα των ατομικών ελευθεριών.

Στο Παρίσι ο Χάινε θα δημιουργήσει φιλικούς δεσμούς με διάσημους συνθέτες, όπως: ο Liszt, ο Chopin, ο Bellini, ο Rossini, κ.α., καθώς και με μερικούς από τους γνωστότερους γάλλους και ξένους ριζοσπάστες κι επαναστάτες συγγραφείς και διανοουμένους της εποχής, όπως: ο Βερανζέρο, ο Β. Ουγκώ, ο Α. Δουμάς, ο Ο. ντε Μπαλζάκ, ο Κ. Μαρξ, η Γεωργία Σάνδη, με την οποία ανέπτυξε ιδιαίτερους δεσμούς κλπ. Όλοι αυτοί οι λόγιοι έβλεπαν τον Heine ως κατεξοχήν εκπρόσωπο της γερμανικής ποίησης.

Το 1827 «Το βιβλίο των τραγουδιών» θα διασώσει τη φήμη του Heine. Ο Σούμπερτ που πέθανε ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου, θα μελοποιήσει μερικά από τα λυρικά του τραγούδια. Ενώ ο Σούμαν, Brahms και άλλοι θα τον ακολουθήσουν.

Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται οι ποιητικές συλλογές που έγραψε νωρίτερα, όπως τα «Ποιήματα», το 1821,  το «Λυρικό intermezzo» το 1823, Την «Επιστροφή» και την «Βόρεια Θάλασσα Ι», το 1826 και τέλος την  «Βόρεια θάλασσα ΙΙ», το 1827.

Το βιβλίο των τραγουδιών ανοίγει με τους «Πρώιμους Καημούς», όπου παρελαύνουν δύο γυναίκες που ερωτεύτηκε ο ποιητής, η Ιωσηφίνα και η Amelie, με την οποία θα βιώσει ένα έρωτα απελπισμένο, χωρίς ανταπόκριση, που θα τον τυραννά σε όλη του τη ζωή. Στο ποίημα παρίσταται στο γάμο της Amelie η οποία δεν πίνει παρά το αίμα του, ενώ το κομματιασμένο μήλο από τα χέρια του συζύγου της, το οποίο από πριν έχει προσφέρει η ίδια, δεν είναι παρά η κομματιασμένη καρδιά του ποιητή. Ιδού οι ενδεικτικοί στίχοι:

«Την κούπα του ο γαμπρός γεμίζει πίνει,
μ’ αβρότη την προσφέρει στη μνηστή,
χαμογελά κι ευχαριστώ θροΐζει εκείνη
οϊμέ! Ρούφηξε το αίμα μου τ’ αψύ.
Υπέροχο ένα μήλο η νύφη πήρε
και το προσφέρει τώρα στο γαμπρό
με το χέρι του το κόφτει εκείνος,
ξεσχίζει την καρδιά μου – όιμε – θαρρώ.»

 Μεταφρ. Βας. Ι. Λαζανά

 Η ποίηση του, θα λέγαμε, εκπορεύεται από την ίδια του τη ζωή, είναι εξομολογητική, καθώς πολλά του ποιήματα απηχούν τα προσωπικά του βιώματα. Η υπερβολή του αισθήματος και της φαντασίας αρχικώς σφραγίζουν τα νεανικά έργα του ρομαντικού ποιητή. Αργότερα όμως, οδηγούμενος προς τον ρεαλισμό, θα χαλιναγωγήσει τις υπερβολές του και θα πειθαρχήσει τις πτήσεις της φαντασίας του στρεφόμενος εναντίων του γερμανικού μεσαίωνα και της αντίδρασης στο διαφωτισμό, ενώ στα τελευταία του έργα θα ερωτοτροπήσει και πάλι με τη σχολή αυτή. Επηρεασμένος από τους ταξικούς αγώνες στη Γαλλία, θα διακηρύξει ξεκάθαρα τη θέση του ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση:

«Για σας, αγαπημένοι φίλοι, θε να γράψω
καινούργιο ένα τραγούδι, πιο καλό.
Θα λέει πως πρέπει εμείς πάνω στη γη μας
να στήσουμε έναν ουρανό απαλό.
Θέλουμε νάμαστε ευτυχείς όλοι εδώ κάτω
κανείς πια γύρω μας να μην πεινά.
Μήτε οι τεμπέλικες κοιλιές να σπαταλάνε
κείνο που χέρι εργατικό γεννά.
Υπάρχει εδώ ψωμί για να χορτάσουν όλοι,
όσοι πατάνε τα χώματα αυτά.
Και μύρτα και τριαντάφυλλα κι ομορφιά και σκόλη
κι ακόμη και μπιζέλια είναι αρκετά.»

Το 1834 θα γνωρίσει στη Γαλλία τη γυναίκα του Ματθίλδη. Παρόλο που ο δεσμός τους θεωρείται αταίριαστος, η συμβίωσης τους υπήρξε αρμονική. Η τελευταία σκέψη μάλιστα του Heine, όταν η υγεία του επιδεινώθηκε το 1847, ήταν να ζητήσει από τον πάμπλουτο ξάδερφό του Karl να φροντίσει τη Ματθίλδη, καθώς τα οικονομικά του ήταν πενιχρά. Ο Έλληνας ποιητής και μεταφραστής Βασίλειος Ι. Λαζανάς (1916-2001) στην κρητική ανάλυση του έργου του μεγάλου ποιητή, αναφέρει πως ο φίλος του Laube το 1847 τον βρήκε κάτισχνο, σχεδόν τυφλό, αλλά παρ’ όλα αυτά πνευματικώς ακμαίο και πνευματώδη ακόμη, όταν υπήρχε κάποιο διάλυμα στους πόνους του. Τον Ιανουάριο του 1848 τον εισήγαγαν σε νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε θεραπεία, αλλά μάταια. Τον Φεβρουάριο, αν και σε άθλια κατάσταση, μόλις αντιλήφθηκε το σάλο από την επανάσταση του 1848 βγήκε για τελευταία φορά από το σπίτι του και επισκέφτηκε το Λούβρο δακρύζοντας εμπρός στην Αφροδίτη της Μήλου. Τα τελευταία οχτώ χρόνια της ζωής του (1848-1856) τα πέρασε παράλυτος σ’ ένα κρεβάτι, σ’ ένα φτωχό και κακόφημο δρόμο της Μονμάρτης.

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του η μοίρα θα του απαλύνει τον πόνο, καθώς, αν και κατάκοιτος, θα τον ερωτευθεί μία νεαρή γερμανίδα, την οποία ο  ίδιος ονόμασε «Mousce». Το όνομά της έμεινε αθάνατο μέσα από τους στίχους που του ενέπνευσε «αυτό το τελευταίο λουλούδι του θλιμμένου του φθινοπώρου», όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα.

Ο Heine πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου του 1856. Σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι της Μονμάρτη χωρίς ιεροτελεστία και λόγους, ενώ μία πέτρα σημείωνε τη θέση του μνήματος. Αργότερα ύψωσαν μία στήλη με την προτομή του όπου χάραξαν το προφητικό για το τέλος του ποίημα «Πού» (Wo):

   «Κουρασμένος οδοιπόρος, που θα βρει
τη στερνή, να ξαποστάσει κατοικία;
Με επάνω φλαμουριές κοντά στο Ρήνο
ή στο Νότο με σκεπή μια φιστικιά;
Άραγε σε μια ερημιά
ξένο χέρι μες στο χώμα θα με ρίξει
ή σε κάποια ακρογιαλιά
το κορμί μου η αμμουδιά θα το τυλίξει;
Τι με μέλει; Όπου και να ’μαι, ο ουρανός
του θεού θα με σκεπάζει, και τ’ αστέρια
θα σαλεύουν πάνωθέ μου ολονυχτίς
νεκροκέρια.»

Μεταφρ. Θρασύβουλου Σταύρου

Λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέστρεψαν το μνημείο του Χάινε στη Φραγκφούρτη κι έκαψαν πάνω από 20.000 βιβλία στο Βερολίνο μαζί με τα βιβλία του Heine. O Ρίτσος καυτηρίασε αυτή τη ναζιστική βαρβαρότητα, γράφοντας:

«Θα σας χτυπά τη βάρβαρη και κούφια κεφαλή
το ίδιο σφυρί που τ’ άγαλμα κομμάτιασε του Χάινε,
μα η μέρα πάντα των Ποιητών τα μέτωπα φιλεί
κι’ άστρινες μνήμες των νεκρών γενεών σε λήθης χάη ‘ναι.»  

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο