room-to-grow-bnner

Cette fois peut – etre et…

της Γιώτας Αγαπητού

Μία  ακόμα ημέρα τελειώνει. Το ρολόι δείχνει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Ένας γοητευτικός μεσόκοπος άντρας καθισμένος στο γραφείο του, με συντροφιά ένα ποτήρι πεπαλαιωμένου μπράντι γράφει απορροφημένος στις σκέψεις του τις τελευταίες σελίδες ενός ακόμη βιβλίου. Αυτό το σύγγραμμα  είναι το εικοστό στη σειρά των έργων του εδώ και τριάντα χρόνια.

Ο Ιάσονας είναι ένας άντρας που διανεύει τα εξηκοστά δεύτερα χρόνια της ζωής του. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μία επαρχιακή πόλη της Θράκης από γονείς που η καταγωγή τους ήταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας.  Αγρότες στο επάγγελμα, που λάτρευαν τη γη και αυτό ονειρεύονταν και για το γιο τους. Αν και κείνος, αδιαφορούσε για τη γη και διέφερε σε πολλά πράγματα από τ’ συνομήλικούς του. Του άρεσε να χάνεται στο συμπαντικό κόσμο των βιβλίων και πολλές φορές με την παιδική του φαντασία αποτύπωνε τους κόσμους του στο χαρτί μετατρέποντάς τους πολλές φορές σε ζωγραφιές, τις οποίες έδειχνε στη μάνα του που υπεραγαπούσε, γιατί ένοιωθε ότι ίσως ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που τον καταλάβαινε.

Ο Ιάσονας θα ένοιωθε έτσι σε όλη την πορεία της ζωής του και θα το εξομολογούνταν σε πολλά από τα βιβλία του. Αντιθέτως για τον πατέρα του απλά ένοιωθε ότι τον καταπίεζε και δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον καταλάβει. Υπήρχαν στιγμές που οι δύο άντρες χωρίς κανέναν προφανή λόγο συγκρούονταν για το παραμικρό. Μεγαλώνοντας, στα βιβλία του αναφερόταν στον πατέρα του παρουσιάζοντάς τον ως ένα αμόρφωτο καταπιεστή τύραννο γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Οι σκέψεις όμως αυτές ίσως και να μην είχαν καμία δόση αλήθειας, μιας και ο Ιάσονας είχε την τάση να δαιμονοποιεί όσους θεωρούσε ότι δεν τον καταλαβαίνουν.

Ιανουάριος του 1978 και ο κόσμος βιώνει έναν ακόμα χειμώνα. Ο Ιάσονας σε λίγες μέρες θα γινόταν δεκαοκτώ χρονών. Εδώ κι ένα χρόνο είχε πάρει την απόφαση να φύγει για το Παρίσι με το που θα τελείωνε το σχολείο. Γι’ αυτό και είχε κάνει αίτηση στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης με την ελπίδα ότι θα γινόταν δεκτός. Άριστος μαθητής, θεωρούσε τους καθηγητές του στο λύκειο άσχετους και αμόρφωτους.

Η μέρα των γενεθλίων του είχε φτάσει και ο Ιάσονας έλαβε ως δώρο τη θετική απάντηση από το πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Οι μήνες μέχρι την ώρα που θα έφευγε για το Παρίσι κυλούσαν βασανιστικά αργά. Όλο αυτό τον καιρό γνωρίζοντας καλά ότι είχε ανάγκη την οικονομική βοήθεια του πατέρα του, προσπάθησε να μη συγκρούεται μαζί του. Κάτι που έκανε κι εκείνον να πιστέψει, έστω και για λίγο, ότι δεν ήταν αντιπαθής στο γιο του. Εξάλλου, το μόνο που ήθελε ήταν να τον δει ευτυχισμένο. Γι’ αυτό και είχε πάρει την απόφαση να τον στηρίξει όσο μπορούσε οικονομικά. Ωστόσο, ο Ιάσονας δεν έκρυψε ποτέ την αντιπάθειά του και αυτό θα συνέβαινε μέχρι και το τέλος της ζωής του πατέρα του, πληγώνοντάς τον αφάνταστα.

Αύγουστος του 1978 και ο Ιάσονας θα φύγει για τα επόμενα είκοσιεπτά χρόνια στο Παρίσι. Εκεί, με την οικονομική στήριξη των γονιών του θα σπουδάσει κοινωνιολογία και θ’ ασχοληθεί δειλά δειλά με τη συγγραφή και τη μετάφραση έργων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει αποδεκτός από κύκλους καλλιτεχνών και διανοούμενων του Παρισιού. Ορισμένα θεατρικά του παίχτηκαν στο κρατικό γαλλικό ραδιόφωνο, αλλά και σε μικρά θέατρα του Παρισιού, ενώ είχε βραβευτεί και για κάποιες εικαστικές του δημιουργίες. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για τον Ιάσονα που ένοιωθε ότι το έργο του δεν αναγνωριζόταν όσο εκείνος θα ήθελε. Πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν ένας διανοητής που αν και επηρεασμένος από άλλους μεγάλους διανοητές όπως τον Πύρρωνα από την Ηλεία, ιδρυτή της σχολής των σκεπτικιστών, αλλά και τον Γαλλορουμάνο φιλόσοφο Εμίλ Σιοράν, γνωστό πεσιμιστή, που πολλές φορές έφτανε στα όρια του μηδενισμού και της απαισιοδοξίας τόσο για τη ζωή όσο και για την αλήθεια, ο Ιάσονας έχτισε τη δική του θεωρία για τον «Κακό Δημιουργό» που κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να παιδεύει τους ανθρώπους. Άλλωστε, στη θεωρία αυτή ο Ιάσονας στήριξε το κάθε τι που συνέβαινε στη δική του ζωή, θεωρώντας τον εαυτό του θύμα των συμπτώσεων και του συγχρονισμού που τον απέτρεπαν να γίνει αυτό που του άξιζε πραγματικά. Γι’ αυτό και όσο ήταν στο Παρίσι ασχολήθηκε ακόμα και με τη ζωγραφική, όπου οι πίνακές του ήταν γεμάτοι με σκούρα χρώματα και σκηνές τρόμου με μία δόση ειρωνείας. Πολλοί από αυτούς έλαβαν θετικές κριτικές, ενώ κάποιοι αγοράστηκαν για να κοσμήσουν τα σαλόνια των  παριζιάνικων σπιτιών. Παρόλα αυτά όμως δεν ήταν ικανοποιημένος και πάντα ήλπιζε σ’ ένα θαύμα, ευχόμενος ότι στο τέλος τα πράγματα θ’ ανατρέπονταν και τ’ όνομά του θα γράφονταν στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών.  

Ο Ιάσονας ένοιωθε ότι ακροβατούσε ανάμεσα στην μετριότητα της πραγματικότητας και στην τελειότητα των δικών του θέλω. Όλο αυτό το διάστημα είχε αφήσει στην τύχη της τη συναισθηματική και κοινωνική του ζωή. Φίλους είχε ελάχιστους, μιας και λόγω της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του γινόταν καταπιεστικός. Αλλά και κείνος αποκαλούσε χαζούς και ηλιθίους  όσους  δεν συντάσσονταν με τις δικές του φιλοσοφικές θεωρίες. Ελάχιστες ήταν οι φορές που προσπάθησε να προσεγγίσει ερωτικά το άλλο φύλο. Κάθε του προσπάθεια κατέληγε σε αποτυχία. Ακόμα και μετά από χρόνια δεν θα ξεχνούσε τη Σαρλότ. Μια παθιασμένη γαλλίδα με καταγωγή από το εξωτικό Αλγέρι, που δυστυχώς ο «Κακός Δημιουργός» και πάλι, δεν άφησε αυτή η γνωριμία να έχει αίσιο τέλος. Κατά κάποιον τρόπο ο Ιάσονας για τις αποτυχίες του στο συναισθηματικό κομμάτι της ζωής του έριχνε τις ευθύνες στον πατέρα του και την ψυχολογική καταπίεση που βίωσε όταν ήταν παιδί. Ίσως όμως όλα αυτά να ήταν προϊόν της φαντασίας του. Εξάλλου, ποτέ δεν αγάπησε τον πατέρα του, αλλά και ούτε έκανε καμία προσπάθεια να τον καταλάβει και να τον συγχωρέσει.

Ιανουάριος του 2005. Σε λίγες μέρες ο Ιάσονας θα γιόρταζε τα τεσσαρακοστά πέμπτα γενέθλιά του. Κουρασμένος απ’ όσα έχει βιώσει στο Παρίσι αποφασίζει να γυρίσει στην γενέτειρά του, στη Θράκη. Στο ταξίδι της επιστροφής θα τον ακολουθούσαν οι δύο θηλυκές του γάτες, η Ζιζέλ και η Σαρλότ. Γιατί όπως του άρεσε να λέει με αυτοσαρκασμό «τα μόνα θηλυκά πλάσματα που με αντέχουν είναι οι γάτες μου». Σαρκαστικός και υπερόπτης, λάτρευε την υπερβολή σε αρκετές εκφάνσεις της ζωής. Αγαπούσε τα όμορφα αντικείμενα, το καλό φαγητό, τους όμορφους εσωτερικούς χώρους και χαλάρωνε ακούγοντας τζαζ. Την ελληνική μουσική δεν την άντεχε, γιατί όπως έλεγε σε πολλά από τα βιβλία του,   εξέφραζε το μίζερο κομμάτι της ανθρώπινης ψυχής. Λάτρης της παγκόσμιας σκέψης, δεν πίστευε στη μοναδικότητα του ελληνικού πνεύματος. Αντιπαθούσε τους νεοέλληνες που κόμπαζαν για την καταγωγή τους, με μία δόση συναισθηματικής έπαρσης, χωρίς να μετέχουν πραγματικά στις αξίες της κληρονομιάς τους. Ενώ πίστευε ακράδαντα ότι όλοι οι λαοί συνέβαλαν στη δημιουργία της συλλογικής παγκόσμιας σκέψης και της πολιτιστικής κληρονομιάς που αυτή κληροδοτήθηκε στην ανθρωπότητα.

 Γυρίζοντας πίσω στην πόλη που γεννήθηκε νοίκιασε ένα μεγάλο σπίτι  το οποίο γέμισε με βιβλία,  πίνακες και γλυπτά που είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Με τους γονείς του συνέχισε να έχει επαφές. Με τον πατέρα του οι σχέσεις του παρέμειναν άκρως τυπικές, ενώ με τη μάνα του, που λάτρευε, επικοινωνούσε καθημερινά. Για να βγάζει τα προς το ζειν έπιασε δουλειά σε φροντιστήρια παραδίδοντας μαθήματα, ενώ παράλληλα έκανε μεταφράσεις γάλλων συγγραφέων. Τα βράδια όμως έγραφε ανελλιπώς κείμενα στα οποία ξεδίπλωνε τις σκέψεις του άλλοτε με ποιητικό ή λογοτεχνικό τρόπο και άλλοτε καταπιάνονταν με θέματα φιλοσοφίας. Κείμενα που αργότερα τα εξέδιδε σε μικρούς εκδοτικούς οίκους ή σε περιοδικά με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε θ’ αναγνωρίζονταν το συγγραφικό του έργο. Ωστόσο θεωρούσε και πάλι πως ο «Κακός Δημιουργός» του έβαζε εμπόδια.

Ο Ιάσονας, ένας άνθρωπος εγωκεντρικός πίστευε ότι πρέπει να είναι το επίκεντρο για όλους. Γι’ αυτό και πέρα απ’ όλα τ’ άλλα ήταν έντονα δραματικός και αφάνταστα μόνος, σαν ήρωας αρχαίας τραγωδίας που προσπαθούσε να γίνει ευτυχισμένος μέσα από την αναγνώριση του πνευματικού του έργου.

Ένας από τους ελάχιστους φίλους του ήταν και ο Γιώργης, όπως τον έλεγε, που χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, θεωρούσε τον Ιάσονα φίλο του. Δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές προσωπικότητες, αλλά τόσο έντονα μοναχικές και ιδιαίτερες.

Ώρα δώδεκα και κάτι και η νύχτα συνεχίζει το ταξίδι της στο χρόνο. Ο Ιάσονας γράφει για μία ακόμα φορά γύρω από τη θεωρία των συμπτώσεων, της μοίρας και της γνώσης ελπίζοντας ότι ο «Κακός Δημιουργός» δεν θα εμπαίξει εις βάρος του.  

Χαράματα, το μπουκάλι με το μπράντι έχει φτάσει σχεδόν στη μέση. Ο Ιάσονας γράφει τον επίλογο ενός νέου βιβλίου που θα εκδοθεί στη Γαλλία με τίτλο «Cette fois peutetre et…» με την ελπίδα: «Αυτή τη φορά ίσως και…». 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο