alexis-800x140

Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» Η ακατόρθωτη καλοσύνη

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Όταν μιλάμε στα έργα του Μπρεχτ για ηθική δεν μιλάμε για παράδεισο ή κόλαση, αλλά για μία ηθική που ξεπερνάει τα όρια της θεϊκής ανταμοιβής ή  τιμωρίας. Εξάλλου η τέχνη ως δημιουργία δεν προκύπτει από μέσα μας ως  θρησκευτική επιταγή, αλλά ως διαφορά δυναμικού μίας εσωτερικής πλήρωσης που δεν μπορεί να βρει ανταπόκριση στο κόσμο παρά μόνο ως δημιουργία.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στο έργο του «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν,  1939» δεν κάνει μαθήματα ηθικής, παρόλο που γνωρίζει πολύ καλά πως δεν μπορεί να υπάρξει ηθική χωρίς την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, μιας και διαλέγεται με την αδικία και την εκμετάλλευση, απλώς ξαναθυμίζει το βασικό κώδικα της ζωής που είναι το δόσιμο στον συνάνθρωπο χωρίς ανταλλάγματα.

Σε αυτό το σημείο όμως θέτει ένα βασικό ηθικό ερώτημα: Πως μπορεί κανείς μέσα σ’ έναν πολιτισμό του κέρδους και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο να είναι καλός;

Τι σημαίνει να είσαι ατομικά καλός μέσα σε μία τέτοια κοινωνία και κατά  πόσο θα μπορούσε κανείς σε ατομικό επίπεδο να επηρεάσει αυτή την  πραγματικότητα;

Καταλήγοντας σταδιακά στο συμπέρασμα πως μόνο όταν αλλάξει ολόκληρη η κοινωνία και οι οικονομικές δομές πάνω στις οποίες στηρίζεται θα μπορέσει και ο άνθρωπος ν’ αλλάξει ηθικό κώδικα συμπεριφοράς.

Η υπόθεση του έργου, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως παραβολή, διαδραματίζεται στην πρωτεύουσα του Σέτσουαν, μία φανταστική επαρχία της Κίνας, στην οποία τρεις Θεοί κατεβαίνουν διασχίζοντας όλο το Σετσουάν αναζητώντας έναν καλόψυχο άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους ενώ από παντού τους διώχνουν, μόνο η πόρνη Σεν Τε δέχεται να τους φιλοξενήσει. Φεύγοντας οι θεοί, για να την ανταμείψουν της δίνουν χρήματα με τα οποία η Σεν Τε αγοράζει ένα καπνοπωλείο και αποφασίζει στο εξής να ζήσει κάνοντας το καλό. Αμέσως όμως η φήμη της καλοσύνης της θα προσελκύσει στο μαγαζί της πλήθος φτωχών και απατεώνων που θα ζουν σε βάρος της.

«Η μικρή βαρκούλα
Θα βουλιάξει στο βυθό
Ναυαγοί σορό αρπάζονται
Λυσσασμένα από την κουπαστή της.»

Μην αντέχοντας την εκμετάλλευση που υφίσταται από φτωχούς και πλούσιους, η Σεν Τε εφευρίσκει έναν αδίστακτο ξάδερφο, τον Σούϊ Τα, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσει με σκληρότητα τις περιστάσεις.
Μεταμφιέζεται λοιπόν, η Σεν Τε σε Σούϊ Τα και έτσι κατορθώνει να γίνει καπνοβιομήχανος και παράλληλα να σώσει το μαγαζάκι της απ’ τους τρακαδόρους. Έτσι, οδηγείται σταδιακά στον διχασμό και την αλλοτρίωση. Αυτή η διαμάχη μέσα της οξύνεται ακόμη περισσότερο όταν ερωτεύεται τον Γιανκ Σουν, τον οποίο θα γνωρίσει στον δημόσιο κήπο «έναν πολύ έξυπνο και πολύ ατρόμητο κύριο» όπως θα πει, όταν αρχίζουν οι απογοητεύσεις, όταν τέλος αισθάνεται ότι πρόκειται να γίνει μητέρα.

Η Σεν Τε προκειμένου να εξασφαλίσει τη ζωή του παιδιού που περιμένει απαρνιέται τον πειρασμό της καλοσύνης:

«Ω γιε μου αεροπόρε, σε τι κόσμο
θε να ‘ρθεις, θέλουνε να σε βλέπουνε
και σένα, ν’ ανασκαλεύεις τα σκουπίδια. Κοιτάξτε
τούτο το γκρίζο προσωπάκι. (Δείχνει το παιδί)
Πως φέρνεστε στους ομοίους σας. Δεν έχετε
λύπηση καμία για τον καρπό
των σπλάχνων σας; Καμία συμπόνια
για σας τους ίδιους δύσμοιροι; Εγώ, τουλάχιστον,
θα διαφεντέψω το δικό μου, και τίγρη ακόμα
αν χρειαστεί να γίνω. Ναι, αυτό που είδα
μ’ άνοιξε τα μάτια. Από δω και μπρος, θα ξεκόψω
από τον κόσμο, και ησυχία δε θα βρω
ώσπου να σώσω το παιδί μου!
Όλα όσα έμαθα στο ρυάκι –το σκολειό μου-
με γροθιές και πονηριές, σήμερα
θα χρησιμέψουν σε σένα, γιε μου. Για σένα
θα ‘μια καλή, για όλους τους άλλους
τίγρη και αγρίμι θε να γίνω, αν χρειαστεί.
Και χρειάζεται.»

 (Φεύγει και πηγαίνει να μεταμορφωθεί στον εξάδελφο, ελπίζοντας πως θα είναι η τελευταία.)

Η καλοσυνάτη Σεν Τε απέτυχε, ο ανηλεής Σούϊ Τα θριαμβεύει.

Μπορεί λοιπόν ο άνθρωπος ως καλός να επιβιώσει σε μία κοινωνία εκμετάλλευσης;

Μπορεί να επιβιώσει όταν η καλοσύνη της αντιμετωπίζεται ως μία αφελής εφεύρεση στα μάτια των άλλων;

«Πως μπορώ να είμαι καλή την ώρα που όλα είναι τόσο ακριβά» αναρωτιέται η Σεν Τε, η φτωχή πόρνη του Σετσουάν, όταν οι θεοί την επιλέγουν ως τον μοναδικό καλό άνθρωπο που θα σώσει τη γη από την καταστροφή.

Το περιστατικό της παραβολής παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με την ιστορία του Φιλήμονα και της Βαυκίδος, την οποία μας διηγείται ο Οβίδιος στο όγδοο βιβλίο των Μεταμορφώσεων, για την οποία αναφέρθηκα σε παλαιότερο  κείμενο.

Στον αρχαίο εκείνο μύθο κατεβαίνουν οι δύο θεοί ο Δίας με τον Ερμή μεταμορφωμένοι σε ανθρώπους αναζητώντας στέγη, αλλά σε κανένα από τα σπίτια δε βρίσκουν φιλοξενία παρά μόνο στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, του Φιλήμονα και της Βαυκίδος. Αλλά ενώ οι Έλληνες θεοί τιμωρούν τους ασεβείς γείτονές με τις ποινές που τους αρμόζουν, βυθίζοντας τα σπίτια και τους αγρούς τους στο νερό, οι τρεις θεοί στο έργο του Μπρεχτ μένουν ικανοποιημένοι που βρέθηκε έστω και ένας καλός άνθρωπος και αποφασίζουν να της δώσουν ως ανταμοιβή ένα χρηματικό ποσό με το οποίο θα μπορούσε να αγοράσει ένα μικρό καπνοπωλείο.  Έτσι, παρόλο που η Σεν Τε αναγκάζεται να μεταμορφωθεί στον αδίστακτο φανταστικό ξάδερφό της Σούι Τα για να επιβιώσει, στο τέλος θα αποκαλύψει την απάτη της στους θεούς.

Ναι, εγώ είμαι κι ο Σουϊ Τα κι η Σεν Τε, εγώ είμαι και τα δύο,
Η παλιά σας εντολή:να είμαι καλή και να εξακολουθώ να ζω,
σαν αστραπή με χώρισε στα δύο.
Δεν ξέρω αυτό πως έγινε. Δε θα μπορούσα
Να με ταυτόχρονα καλή στους άλλους και σε μένα
την ίδια. Τον εαυτό μου και τους άλλους να βοηθώ
ήταν αβάσταχτα σκληρό. Τι κόσμος δύσκολος ο κόσμος σας! […]
Μπρος στα μεγαλόπνοα σχέδιά σας, θεοί μου,
Εγώ, φτωχή ψυχή, ήμουν πολύ μικρή.»

Αυτή η διαίρεση της Σεν Τε σε δύο πρόσωπα θα οδηγήσει στην  ολοκληρωτική διάσπαση του προσώπου. Κάτι το οποίο βλέπουμε και στο έργο του Μπρεχτ «Μάνα Κουράγιο» η οποία θέλει να είναι και εμπόρισσα, δηλαδή να ζει από τον πόλεμο, αλλά και μάνα. Οι θεοί  αρνούνται να δεχτούν την αποκάλυψη της για να μην αναγκαστούν να δικάσουν ούτε την Σεν Τε ούτε τον κόσμο, μα ούτε και ν’ αμφισβητήσουν τους ίδιους τους εαυτούς τους για τον άδικο κόσμο που δημιούργησαν μέσα στον οποίο η καλοσύνη είναι ακατόρθωτη: «Μήπως θα ‘πρεπε ν’ αλλάξει ο κόσμος; Πως; Από ποιον; Όχι όλα είναι εντάξει» θα μας πουν, δίνοντας της έτσι την άδεια να μεταμφιέζεται μία φορά τον μήνα.

Σε μας απομένει να βγάλουμε τώρα το συμπέρασμα στο τέλος του Καλού ανθρώπου του Σέτσουαν.

(Ένας ηθοποιός εμφανίζεται μπρος στην αυλαία και απευθύνεται μ’ έναν επίλογο προς το κοινό, για να ζητήσει συγνώμη)

«Αγαπητό κοινό μη βιαστείς να μας κρίνεις
Το ξέρω πως η λύση αυτή τίποτα δεν αξίζει.
Είχαμε έναν όμορφο μύθο ονειρευτεί,
μα πήρε καθώς είδες άσχημη στροφή. […]
Πήγαινε, ψάξε, αγαπητό κοινό, μια κατάλληλη λύση
Πρέπει να υπάρχει. Πρέπει, πρέπει, πρέπει.»

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο