room-to-grow-bnner

Αραμπατζής

της Γιώτας Αγαπητού            

Μέσα της δεκαετίας του πενήντα και η Ελλάδα προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια της μετά από μία σειρά γεγονότων που τη σημάδεψαν. Οι έλληνες ήταν διχασμένοι και τραυματισμένοι ψυχικά και σωματικά από την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τις πολιτικές αντιπαλότητες μεταξύ των κομμάτων, αλλά και του Παλατιού. Εκείνο τον καιρό άνθρωποι από κάθε γωνιά της επαρχίας κατέφθαναν στην Αθήνα ελπίζοντας να βρουν μία καλύτερη μοίρα. Τα σπίτια με τις αυλές στο κέντρο γίνονταν τόπος συνάντησης των ενοίκων. Μία εικόνα που θα αποτυπωθεί ως ανάμνηση στη μνήμη των νεότερων μέσα από τις ταινίες του Φίνου, αλλά και σαν μελαγχολική μελωδία μέσα από τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Σε μία τέτοια αυλή ζούσε η Λεμονιά με τις τρεις κόρες της. Τη Μενεξιά, τη Δήμητρα και την Αλέκα. Τα γεγονότα των Δεκεμβριανών είχαν στερήσει από την οικογένεια τον πατέρα και προστάτη τους, στέλνοντάς τον στην εξορία. Η Λεμονιά μαζί με τις κόρες της αναγκάστηκαν να ξενοδουλεύουν για να μπορέσουν να ζήσουν. Στην ίδια αυλή είχε νοικιάσει ένα δώμα ερχόμενος από την επαρχεία ο Κλέαρχος. Ένας νέος έξυπνος με μυαλό ξουράφι, αλλά και αφάνταστα φιλότιμος. Ο Κλέαρχος έπιασε δουλειά ως αραμπατζής. Στην αρχή ως υπάλληλος που ονειρευόταν πως αν κάποια μέρα μάζευε τα χρήματα θα αγόραζε ένα δικό του αραμπά. Ξεκίνησε να δουλεύει στον Μανούσο τον Μουστάκη, έναν κρητικό που είχε έρθει με τους γονείς του από την Κρήτη ακολουθώντας τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν εκείνος ανέβηκε στην Αθήνα για να κυβερνήσει.

Ο Μανούσος είχε μία αρμαθιά από αραμπάδες και άλλους τόσους αραμπατζήδες στη δούλεψή του, που για την εποχή, τους έδινε ένα σεβαστό μεροκάματο, γιατί ο Μανούσος ήταν μπεσαλής και δίκαιος άνθρωπος,  φροντίζοντας τα παλικάρια του, όπως τους έλεγε. Ωστόσο, δεν ήταν αυτός μόνο ο λόγος, αλλά ήταν ακόμα βαθύτερος. Ο Μανούσος, γύρω στα πενήντα πέντε τώρα πια, δεν είχε κάνει ποτέ δική του οικογένεια, από επιπολαιότητα, όπως έλεγε, όταν η ρακή του έλυνε τη γλώσσα τα βράδια εκείνα της απέραντης μοναξιάς που πλάκωνε την ψυχή του. Με τον Κλέαρχο, που είχε καταγωγή από τη Λακωνική Μάνη, είχε ιδιαίτερη σχέση, παρόλο που ήταν εκ διαμέτρου διαφορετικές προσωπικότητες. Παρόλα αυτά, ο ένας βρήκε στον άλλο την οικογένεια που δεν είχαν. Ο Μανούσος βρήκε το γιο που δεν είχε το θάρρος όταν ήταν πιο νέος ν’ αποκτήσει, γιατί όπως έλεγε, για να δικαιολογήσει τον εαυτό του, δεν είχε χρόνο για οικογενειακές υποχρεώσεις. Προτεραιότητα του εκείνο τον καιρό ήταν να στηρίξει το Βενιζέλο και το όραμά του για την Ελλάδα, ενώ οι έρωτες μπορούσαν να περιμένουν. Τα χρόνια περνούσαν και η Ελλάδα, ως δικαιολογία, παρέμενε η βασική προτεραιότητα του Μανούσου, γιατί ήταν ένας πατριώτης με κεντρώες πολιτικές πεποιθήσεις  και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ο μοναδικός πολιτικός ηγέτης που πίστεψε και λάτρεψε.

Ο Κλέαρχος προέρχονταν από μία οικογένεια με αριστερές απόψεις, κυρίως λόγω της λαϊκής του καταβολής. Όταν τελείωναν τη δουλειά τους οι δύο άντρες πήγαιναν στο καρβουνιάρικο και ο Κλέαρχος μιλούσε για τα όνειρά του. Είχε πει ακόμα και για την κυρία Λεμονιά με τις τρεις ανύπαντρες κόρες και την προσπάθεια της να τον προξενέψει με τη μεγαλύτερη, τη Μενεξιά. Η Μενεξιά ήταν μία κοπέλα γύρω στα εικοσιπέντε. Στη γειτονιά τη σχολιάζανε πως θα έμενε τώρα πια γεροντοκόρη. Κοντή και ξερακιανή, με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, αλλά καλόψυχη, και νευρωτική. Στα σπίτια που δούλευε όλοι είχαν να λένε για την εργατικότητά της. Ονειρευόταν να παντρευτεί τον πρίγκιπα του παραμυθιού που της διηγούνταν  η γιαγιά της πριν πάει για ύπνο. Από τότε ένοιωθε την ανάγκη ν’ αποκτήσει ένα ζεστό σπιτικό με μια ντουζίνα κουτσούβελα που θα τρέχουν γύρω της και κείνη θα περιμένει τον άντρα της να γυρίσει από τη δουλειά, έχοντας ένα πιάτο με ζεστό φαγητό στο τραπέζι. Τον Κλέαρχο το συμπάθησε από την πρώτη στιγμή που εκείνος ήρθε να νοικιάσει στην αυλή. Σε αντίθεση με εκείνη, αυτός  τη θεωρούσε, όπως όλος ο κόσμος, άσχημη και αδιάφορη. Εξάλλου, για κείνον, όπως έλεγε, δεν ήταν εποχή για παντρειές, γιατί είχε βάλει σκοπό πρώτα ν’ αποκτήσει το δικό του αραμπά.

Ένα από κείνα τα βράδια που ο Κλέαρχος είχε τελειώσει τη δουλειά του ο Μανούσος τον περίμενε στο καρβουνιάρικο του Μελέτη στην πλατεία Αβησσυνίας, εκεί όπου όλοι οι αραμπάδες της Αθήνας είχαν για στέκι, σε αντίθεση με τους αραμπάδες του Πειραιά που είχαν στέκι κοντά στο Δημαρχείο, στο Παλιό Ρολόι, αλλά και στο Τελωνείο. Στέκια που διατηρήθηκαν ως τις αρχές δεκαετίας του εξήντα όπου οι αραμπάδες άρχισαν σιγά σιγά να χάνονται από την Αττική. Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ ο Κλέαρχος μετά από αρκετή ρακή και με την προτροπή του Μανούσου αποφάσισε να δεχτεί το προξενιό της κυρά Λεμονιάς και να παντρευτεί την κόρη της, τη Μενεξιά. Εξάλλου ο Μανούσος θα του έκανε ως δώρο γάμου έναν αραμπά μαζί με το άλογό του. Ο γάμος έγινε σχετικά γρήγορα στην εκκλησία της Αγίας Σκέπης. Καλεσμένοι ήταν όλη η αυλή, καθώς και οι αραμπατζίδες της πλατείας Αβησσυνίας, ενώ ο Μανούσος καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής συμπεριφερόταν σαν πατέρας που παντρεύει το γιο του.

Ο γάμος του Κλέαρχου με τη Μενεξιά μέσα στα χρόνια κυλούσε γλυκά, σχεδόν ρουτινιάρικα, χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα. Εκείνος είχε αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά στον αραμπά του λείποντας πολλές ώρες την ημέρα και φροντίζοντας να μη στερείτε τίποτε η οικογένειά του που γρήγορα μεγάλωσε. Αγόρασε καινούριο άλογο, ένα καφετί περήφανο άτι με λαμπερή χαίτη και το ονόμασε Πισπίνο, έχοντάς το ως μέλλος της οικογένειας. Το βράδυ, όταν κατάκοποι τελείωναν τη δουλειά και τον πήγαινε στο στάβλο που είχε φτιάξει δίπλα στο σπίτι του, του μίλαγε για όλα. Για τις χαρές και τις λύπες του. Για το πόσο μόνος ένοιωθε από την ημέρα εκείνη που ο Μανούσος, ο καρδιακός του φίλος, έφυγε στην Κρήτη για να γεράσει ήσυχα. Γιατί ο Κλέαρχος έλεγε στον Πισπίνο όλα αυτά που δε μπορούσε να μοιραστεί με τη γυναίκα του τη Μενεξιά, η οποία είχε αφοσιωθεί αποκλειστικά στο μεγάλωμα των παιδιών και στην πάστρα του σπιτιού. Τίποτα άλλο δεν άντεχε, ούτε η ψυχή, αλλά ούτε και το μυαλό της, κάνοντας τον Κλέαρχο να μένει κοντά της μόνο από αγάπη και συμπόνια απέναντι σ’ ένα τόσο αδύναμο πλάσμα.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Πισπίνος γερνούσε μαζί με το αφεντικό του. Όταν ο Πισπίνος δε μπορούσε πια να σύρει τον αραμπά, ο Κλέαρχος σαν στοργικός γιος φρόντισε ώστε το άλογό του να έχει αξιοπρεπή γηρατειά μέχρι να πεθάνει. Εξάλλου και κείνος είχε μεγαλώσει και τώρα πια δούλευε οδηγός στα φορτηγά αυτοκίνητα. Οι αραμπάδες σιγά σιγά είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται από την Αθήνα και τη θέση τους είχαν πάρει πιο σύγχρονα μεταφορικά μέσα. Γέροι πια και οι δυο τους, περνούσαν τα βράδια μερακλώνοντας με τη ρετσίνα που πότιζε ο Κλέαρχος τον Πισπίνο, λέγοντας του τους καημούς και τα μεράκια του, ενώ το γέρικο άλογο ζαλισμένο από το ποτό τον άκουγε χλιμιντρίζοντας μελαγχολικά με τα μάτια υγρά και τσιμπλιασμένα. Αναπολούσαν και οι δύο τις μέρες που πέταξαν σαν ταξιδιάρικα πουλιά και χάθηκαν στον ορίζοντα της μνήμης, κάνοντας τον Κλέαρχο να ξεσπά σε λυγμούς σκεπτόμενος τις μέρες που θα ‘ρθουν, αναγκασμένος να τις ζήσει μόνος γιατί ο Πισπίνος ήταν πια στη Δύση της ζωής του και έτοιμος να πετάξει, ανοίγοντας τα φτερά του, σαν Πήγασος κοντά στον ήλιο.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο