Άνω των 65 ετών ένας στους τέσσερις κατοίκους του Έβρου

Ανάλυση από καθηγητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: «Η δημογραφική γήρανση έχει υποτιμηθεί επί δεκαετίες»

της Κικής Ηπειρώτου

Άνω των 65 ετών είναι ένας στους τέσσερις κατοίκους του Έβρου, με το συγκεκριμένο ποσοστό να είναι πάνω από τον πανελλήνιο μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, γύρω στο 4% είναι το ποσοστό που αντιστοιχεί σε ηλικίες άνω των 85 ετών, ποσοστό που αγγίζει τον πανελλήνιο μέσο όρο.
Τα στοιχεία προκύπτουν από ανάλυση που εκπόνησαν οι καθηγητές Βύρων Κοτζαμάνης, Μυρσίνη Φωτοπούλου και Βασίλης Παππάς, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθυσμό μας την 1/1/ 2020.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν την αύξηση της δημογραφικής γήρανσης στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, οφείλεται σε δυο, βασικά, παράγοντες: στην αύξηση του μέσου όρου ζωής (γήρανση εκ της κορυφής της πυραμίδας) και στη μείωση της γονιμότητας (γήρανση εκ της βάσης της πυραμίδας). Ειδικότερα, με τη συνεχή αύξηση του προσδόκιμου ζωής όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι, οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες (μη αύξησή του) θα είχαν αποβιώσει, συσσωρεύονται στο πάνω μέρος της πυραμίδας αυξάνοντας το πλήθος των 65+, ενώ η πτώση των γεννήσεων μετά το 1980 -αποτέλεσμα των αλλαγών των αναπαραγωγικών μας συμπεριφορών- είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση του πλήθους των 0-19 ετών. Η μαζική εισροή ηλικιακά νέων οικονομικών μεταναστών τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 επιβράδυνε απλώς την γήρανση, ενώ η πρόσφατη μετανάστευση τμήματος του σε αναπαραγωγική ηλικία πληθυσμού μας που δεν αντισταθμίστηκε από την εγκατάσταση στη χώρας μας αλλοδαπών στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης (το μεταναστευτικό ισοζύγιο της τελευταίας δεκαετίας ήταν αρνητικό) επιτάχυνε αντιθέτως την γήρανση. Έτσι, στις αρχές τις τρέχουσας δεκαετίας, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πλέον «γερασμένες» χώρες της Ε.Ε, μαζί με την Ιταλία, τη Φινλανδία και την Πορτογαλία1, ενώ η τάση αύξησης του ειδικού βάρους των 65+ στον συνολικό πληθυσμό δεν θα ανακοπεί τις αμέσως επόμενες δεκαετίες (όπως δεν θα ανακοπεί και η «γήρανση μέσα στην γήρανση», δηλαδή η τάση αύξησης του ποσοστού των 85+ στον πληθυσμό των 65+).

Οι χωρικές διαστάσεις της γήρανσης
Σε εθνικό επίπεδο, το ποσοστό των 65 και άνω υπερβαίνει πλέον το 22,5%. Κάτω από αυτόν τον μέσο όρο υποκρύπτονται, ωστόσο, σημαντικές χωρικές διαφοροποιήσεις (Χαρτης1). Ειδικότερα, σε μια πολύ μικρή ομάδα έξι νομών το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο του 20%, ενώ στους μίσους σχεδόν νομούς (25 στους 51 καθώς δεν συμπεριλαμβάνουμε το Άγιον Όρος) οι 65 και άνω υπερβαίνουν το 24%. Σε 11 όμως από αυτούς το ειδικό βάρος των 65+ είναι ιδιαίτερα αυξημένο καθώς υπερβαίνει το 26% (με ακραίες περιπτώσεις την Άρτα και την Ευρυτανία με ποσοστά 32% και 37% αντίστοιχα).
Η γήρανση χαρακτηρίζει κυρίως την ηπειρωτική Ελλάδα, με τους ορεινούς νομούς της να καταγράφουν σαφώς υψηλότερα του μέσου εθνικού όρου ποσοστά. Εξαίρεση από τον κανόνα στον ηπειρωτικό χώρο αποτελεί η Ξανθή, το δίπολο Αττικής-Βοιωτίας και ο Νομός Θεσσαλονίκης. Η ύπαρξη μειονοτικών ομάδων (ιδιαίτερα Ρομά και Πομάκων) με πολύ νεανικούς πληθυσμούς και υψηλότερη του μέσου εθνικού ορού γονιμότητα αιτιολογεί το χαμηλό ποσοστά των 65+ στην Ξάνθη, ενώ η «θελκτικότητα» των δυο μητροπολιτικών κέντρων (εσωτερική μετανάστευση των προηγουμένων δεκαετιών, εγκατάσταση σε αυτά οικονομικών μεταναστών από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες καθώς και εισερχομένων μετά το 2014 αλλοδαπών) αιτιολογεί την «ήπια γήρανση» του διπόλου Αττικής-Βοιωτίας και του Ν. Θεσσαλονίκης. Σε αντίθεση με τους ηπειρωτικούς, όλοι σχεδόν οι νομοί του Αιγαίου είναι πολύ λιγότερο «γερασμένοι». Η ύπαρξη δομών «φιλοξενίας» ανανέωσε προσωρινά τον πληθυσμό του Βορείου Αιγαίου (Χίου, Σάμου, Λέσβου) ενώ η δημογραφική δυναμικότητα του Νοτίου Αιγαίου και των τριών εκ των τεσσάρων νομών της Κρήτης (συγκράτηση του νεανικού τους πληθυσμού και ελαφρώς υψηλότερη γονιμότητα) επιβράδυνε τις τελευταίες δεκαετίες σημαντικά τη «γήρανσή» τους.
Ταυτόχρονα, όπως σημειώνουν οι μελετητές, μια ενδεκάδα νομών με πληθυσμό 828 χιλ. την 1/1/2020 (το 7,7% του συνολικού πληθυσμού και το 21,7% της επιφάνειας της χώρας μας) «προπορεύονται» με περισσοτέρους από 1 στους 4 κάτοικους τους να είναι 65 ετών και άνω, ενώ σε δυο δε από αυτούς -Άρτα και Ευρυτανία- η αναλογία είναι 1 σχεδόν στους 3 με αποτέλεσμα το ποσοστό των ηλικιωμένων τους να είναι σήμερα υψηλότερο ακόμη και από το αναμενόμενο σε εθνικό επίπεδο το 2050!!!

«Οδεύουμε επομένως προς μια ταχύτατη γήρανση ενός μεγάλου τμήματος της ηπειρωτικής Ελλάδας που, αν συνεχισθεί, θα υποθηκεύσει τις όποιες προσπάθειες κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξής του. Η ανακοπή του κύματος φυγής των νέων και, σε δεύτερη φάση, προσέλκυση και εγκατάσταση στις περιοχές αυτές νεανικού πληθυσμού είναι επομένως αναγκαίες, αν δεν επιθυμούμε να βρεθούμε πολύ σύντομα (και όχι το 2050) σε μια μη αναστρέψιμη πλέον κατάσταση, με ένα μεγάλο τμήμα της χώρας μας να χάνει συνεχώς πληθυσμό και ταυτόχρονα να έχει τρεις ηλικιωμένους στους 10 εναπομείναντες κάτοικους του. Αν εξετάσουμε δε την «υπεργηρία», το ειδικό βάρος δηλ. των 85 και άνω στον συνολικό πληθυσμό (Χάρτης 2), θα διαπιστώσουμε τις αναλογικά ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις από τον μέσο εθνικό όρο (3,5%) καθώς σε 7 από τους 51 νομούς τα ποσοστά (>5%) είναι 1,5 φορά υψηλότερα από τον προαναφερόμενο μέσο όρο. Οι νομοί αυτοί βρίσκονται σχεδόν όλοι στο δυτικό τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία μαζί με τη Ανατολική 2022Μακεδονία έχει πολύ υψηλά ποσοστά, σε αντίθεση με το ανατολικό ηπειρωτικό της τμήμα και τον νησιώτικο χώρο (ακραία περίπτωση τα Δωδεκάνησα που μαζί με την Ξανθή έχουν τα χαμηλότερα [<2%]). Στο σημείο αυτό οφείλουμε να αναφέρουμε και την άκρως προβληματική κατάσταση δυο μικρών ηπειρωτικών νομών, της Φωκίδας και της Ευρυτανίας, με συνολικό εκτιμώμενο πληθυσμό 61χιλ. το 2020. Οι δυο αυτοί νομοί με τα υψηλότερα ποσοστά γήρανσης (>31%) στη χώρας μας έχουν ταυτόχρονα και τα υψηλότερα ποσοστά υπεργηρίας (6% και 9% αντίστοιχα) – ποσοστά που είναι ήδη υψηλότερα από τα αναμενόμενα βάσει των διαθέσιμων δημογραφικών προβολών (5,5-6,0% το 2050)!!! Οι τρεις καθηγητές που υπογράφουν τη μελέτη, επισημαίνουν ότι «η δημογραφική γήρανση-ένα φαινόμενο που είχε υποτιμηθεί επί δεκαετίες-αποτελεί πλέον για τη χώρα μας ένα από τα κύρια θέματα προβληματισμού».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο