Ανασκαλεύοντας τις μνήμες από έναν πατέρα

της Γιώτας Αγαπητού        

5 Ιουνίου 2022.

Αχ βρε μπαμπά πέρασαν τριάντα χρόνια από τότε που έφυγες για κείνο το ατέλειωτο μακρινό ταξίδι, που πάντα θα είναι συνυφασμένο με τον πόνο και το μύθο της ψυχής. Εκεί όπου όσοι έχουνε πάει δε γύρισαν ποτέ πίσω στους αγαπημένους τους, παρά μόνο στα όνειρά τους.

5 Ιουνίου 1992

Η μέρα είναι φοβερά ζεστή και ο ήλιος καίει το δέρμα. Εσύ ξαπλωμένος στο ψυχρό δωμάτιο ενός νοσοκομείου, παραδομένος στην ασθένειά σου, μα και αφάνταστα κουρασμένος από τα πενήντα επτά σου χρόνια που βάραιναν  την πλάτη σου, άφησες σαν δροσερό αεράκι την ψυχή σου να βγει από το ταλαιπωρημένο σου σώμα. Σε θυμάμαι σε κείνο το θάλαμο σαν τώρα, εγκαταλελειμμένο από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Κανείς δεν έδινε  δεκάρα αν ζεις ή αν πέθανες, αφού η φουκαριάρα η γυναίκα σου δεν είχε να πληρώσει το αντίτιμο της υγείας σου.  Άλλωστε είχες μάθει καλά ότι σ’ αυτή τη χώρα όλα αγοράζονται και πουλιούνται με το αζημίωτο.

Με συγκίνηση σου άρεσε ν’ αφηγείσαι τα παιδικά φτωχικά σου χρόνια που έζησες σε κείνο το μικρό χωριουδάκι της Μακεδονίας. Με καημό ανέφερες πως αναγκάστηκες από νωρίς, αν και δεν ήσουν το μεγαλύτερο από τα παιδιά, να γίνεις προστάτης της πατρικής σου οικογένειας. Η μάνα σου, αυτή η σκληρή γυναίκα, σου έδωσε το χρίσμα. Βλέπεις, τα τρία από τα έξι παιδιά της ήταν κορίτσια. Το ένα, το πιο όμορφο αγόρι της, όπως το αποκαλούσε, της το πήρανε μια νύχτα οι αντάρτες πάνω στα βουνά, την εποχή ενός άλλου εμφυλίου. Δυστυχώς αυτή η χώρα το γνώριζες καλά ότι ήταν μαθημένη σε τέτοιου είδους πολέμους. Από τότε η μάνα σου δεν έμαθε ποτέ, όσο κι αν έψαξε, τι απέγινε ο γιος της. Κάθε βράδυ έκλεγε, ανάβοντας το μικρό καντήλι του σπιτιού και προσευχόταν στους αγίους να της τον φέρουν πίσω ζωντανό. Εσύ πολλές φορές χωρίς να το καταλάβει την είχες δει κρυφά γονατισμένη στο εικονοστάσι να θρηνεί. Τη λυπόσουν, γιατί στη ζωή της είχε περάσει πολλά. Όταν ήσουν παιδί προσπαθούσες να τη φανταστείς νέα, χωρίς το μαύρο μαντίλι που έκρυβε τα μακριά καστανά μαλλιά της, τα οποία πάντα είχε τυλιγμένα σε πλεξούδες. Όταν μιλούσες για κείνη έλεγες ότι σπάνια τη θυμώσουν να χαμογελάει. Σε έθλιβε που είχε βρει απάγκιο στην ψεύτικη ελπίδα των αγίων. Εξάλλου, εσύ ποτέ δεν πίστευες σε αυτά. Για να γίνει κάποιος άγιος έλεγες, πρέπει να καταπιέσει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ψυχής του και ν’ απαρνηθεί τη ζωή, κι αυτό για σένα ήταν δειλία. Εγώ έλεγες, αγαπάω τους αμαρτωλούς, που τολμούν χωρίς να διστάσουν να ξεγυμνώσουν την ψυχή τους, ακόμα κι αν χρειαστεί να τους επικρίνουν, γιατί μάθανε να ζούνε και να παλεύουν μέσα στον κόσμο χωρίς να υποκρίνονται.

Βγήκες γρήγορα στο μεροκάματο, αφού τα στόματα ήταν πολλά και  δεν έφταναν τα χέρια του πατέρα για να τα ταΐσουν. Εκείνος, εξαιτίας ενός ιατρικού λάθους έμεινε τυφλός. Οι αδερφές σου μεγάλωναν και στην εποχή τους για να μπορέσουν να παντρευτούν έπρεπε να δοθούν οι ανάλογες προίκες στους μελλοντικούς γαμπρούς, ώστε να μπορέσει το ζευγάρι να ξεκινήσει τη ζωή του. Το σχολείο το παράτησες όταν τελείωσες το δημοτικό. Στεναχωρήθηκες πολύ, γιατί αγαπούσες τα γράμματα. Δυστυχώς όπως όλα τα παιδιά της γενιάς σου που ανήκαν στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, η συνέχιση των σπουδών στο γυμνάσιο ήταν κάτι το απαγορευτικό.

1940. Οι Ιταλοί κατακτητές πατάνε τα χώματα του χωριού σου. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν θυμώσουν με νοσταλγία τον καιρό που έβοσκες τα λιγοστά πρόβατά τους κι αυτοί γι’ αντάλλαγμα σου έδιναν ελάχιστες σταφίδες και μερικές κουραμάνες για να τις πας στο σπίτι. Όταν οι στρατιώτες βαριόταν, μιας κι όπως έλεγες οι Ιταλοί ήταν πολύ φιλήσυχοι άνθρωποι και δεν έκαναν σε κανέναν κακό, σου μάθαιναν τη γλώσσα τους. Εσύ σαν μικρό παιδί που ήσουν ρουφούσες όπως το σφουγγάρι κάθε τους λέξη. Περνώντας τα χρόνια ονειρευόσουν να ταξιδέψεις στην Ιταλία. Ένα ταξίδι που πάντα το ανέβαλες. Οι υποχρεώσεις ήταν πολλές και δεν έφταναν τα λεφτά για να πραγματοποιήσεις ένα τέτοιο όνειρο.

Κάθε φορά που αγγίζω το μικρό σταυρό που έχω φυλαγμένο σε μίαν άκρη σε φέρνω στο μυαλό μου. Αυτό το χρυσό κόσμημα δίνει την εντύπωση δύο κομματιών ξύλου που ενώθηκαν. Τον είχες πάρει όταν ήσουν δεκαπέντε χρονών και ήταν το μοναδικό ακριβό δώρο που είχες αγοράσει για τον εαυτό σου όλα αυτά τα χρόνια. Όταν σε ρωτούσα μου έλεγες «Πήρα σταυρό γιατί με πίεζε η μάνα μου. Πίστευε ότι αυτό το ιερό για κείνη σύμβολο θα με προστατεύει». Δεν τον φόρεσες όμως ποτέ σου. Έμεινε για πάντα μέσα στο μικρό κουτάκι του, μέχρι την ώρα που το βρήκες τυχαία μετά από χρόνια,  όταν πια είχες παντρευτεί και είχες κάνει τη δική σου οικογένεια. «Πάρε το για να με θυμάσαι», μου είπες. Θύμωσα πολύ γι’ αυτή σου την κουβέντα. Σ’ αγκάλιασα όμως γιατί δεν ήθελα να σε πικράνω. Μετά από κείνη τη μέρα δεν πέρασαν πολλά χρόνια που αρρώστησες και πέθανες. Αυτό το σταυρό τον κουβαλάω πάντα στις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου για να σε νιώθω δίπλα μου. Αφού η μικρή πριγκίπισσα δε ξεχνά ποτέ τον μπαμπά της όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Σε λάτρευα. Όταν ήμουν παιδί έτρεχα να κρυφτώ στην αγκαλιά σου καθώς γύριζες από τη δουλειά κουρασμένος, φιλώντας τα λερωμένα από τις μπογιές χέρια σου, σαν να ήταν κάτι ιερό. Ακόμα θυμάμαι τα ρούχα σου που μυρίζανε λαδομπογιά. Το σώμα σου ήταν γεμάτο από σταγόνες πλαστικού χρώματος. Τα μισογκρίζα μαλλιά σου, ακόμα και η ανάσα σου, αναδύανε μία αναμεμιγμένη ευωδιά από καφέ και νέφτι. Σε θεωρούσα καλλιτέχνη και ας ήσουν ένας απλός ελαιοχρωματιστής. Ακόμα και σήμερα συγκινούμαι όταν περνάω μπροστά από χρωματοπωλεία και μυρίζω τις μυρωδιές των χρωμάτων. Αναρωτιέμαι άραγε πόσες ακόμα αναμνήσεις να είναι κρυμμένες στο χρονοντούλαπο της μνήμης μου, που τις ανακαλεί η ψυχή μου όταν έχει ανάγκη για να προχωρήσει.

Αχ βρε μπαμπά μου, βιάστηκες να φύγεις, λες και ψυχανεμιζόσουν τους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που θα έρθουν. Εσύ ήσουν πολύ αληθινός κι ευαίσθητος για να τους αντέξεις. Αυτές οι κοινωνίες τώρα πια έχουν φτιαχτεί για ν’ ανέχονται μόνο τους υπόδουλους και τους αντιδημοκράτες. Εσύ δεν τα δεχόσουν αυτά. Ήσουν παράδειγμα ανθρώπου που αγωνιζόταν για τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του. Λυπάμαι, γιατί υπάρχουν στιγμές που χωρίς να το θέλω αισθάνομαι θυμό που έφυγες τόσο νωρίς, αλλά από την άλλη δεν έφταιγες εσύ γι’ αυτό. Για μία ακόμα φορά η φτώχεια όρισε τη μοίρα σου, όπως έκανε σχεδόν πάντα.

Όμως κι ο έρωτας πολλές φορές είχε αποφασίσει για σένα. Ποτέ δεν ξέχασες τους δύο μεγάλους πλατωνικούς σου έρωτες, που, όπως έλεγες, σημάδεψαν τη ζωή σου. Ωστόσο, δεν ντρεπόσουν, αν και είχαν περάσει τα χρόνια, να μιλήσεις για το παρελθόν σου, που ήταν για σένα πια μία απλή ανάμνηση. Ίσως και να ήθελες με αυτό τον τρόπο ν’ απαλύνεις τη ζήλεια της γυναίκας που παντρεύτηκες. Την αγαπούσες, όπως αγαπούσες και την οικογένεια που δημιουργήσατε. Αποφάσισες να νοικοκυρευτείς σε μεγάλη ηλικία. Υπήρχαν φορές που φαινόσουν κουρασμένος από τη ζωή. Αναρωτιέμαι ακόμα και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, αν για σένα ο θάνατος ήταν λύτρωση. Όμως γι’ αυτούς που άφησες πίσω το κενό στην ψυχή τους είναι μεγάλο.

Αχ βρε μπαμπά μου, για μένα οι στιγμές που ζήσαμε μαζί θα είναι το απάνεμο λιμάνι στα βάθη της ψυχής μου, που θ’ προσφεύγω πάντα  σ’ αυτές ώστε να παίρνω δύναμη να προχωρήσω.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο