room-to-grow-bnner

«Αν όλα τα παιδιά της γης…» Μια ιστορία για την παιδική αθωότητα

της Γιώτας Αγαπητού

«Αν όλα τα παιδιά της γης…»

Με αυτές τις λέξεις ξεκινάει ένα από τα ομορφότερα παιδικά ποιήματα που έγραψε ο ποιητής της «Ρωμιοσύνης» Γιάννης Ρίτσος, για τα παιδιά όλου του κόσμου.

Αν όλα τα παιδιά της γης πιάνανε γερά τα χέρια αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να γίνει καλύτερος. Λόγω της αθωότητας και του αισθήματος αλληλεγγύης που τα διακατέχει, ίσως αυτό ν’ απέτρεπε πολλά από τα δεινά αυτού του κόσμου. Όμως τα παιδιά όση γλυκύτητα και τρυφερότητα εκπέμπουν, άλλο τόσο σκληρά μπορούν να γίνουν. Τόσο σκληρά όσο και η αλήθεια. Εξάλλου δεν ανέχονται το ψέμα, όχι μόνο από τους μεγάλους, αλλά και τους συνομήλικούς τους.

Γι’ αυτό και ο Διονύσης Σαββόπουλος σ’ ένα στίχο του τονίζει:
«Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά,
έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα…»

 Γιατί τα παιδιά μόνο από ένα βλέμμα μπορούν και καταλαβαίνουν πολλά. Παρόλα αυτά όμως, δίχως να φέρουν καμία ευθύνη για τα δεινά της ανθρωπότητας, ήταν και δυστυχώς, καθώς φαίνεται, θα εξακολουθούν να είναι τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Θύματα της αλλοτρίωσης των ενηλίκων, οι οποίοι έχουν διαγράψει από τη μνήμη τους για πάντα την αθωότητα, τη χαρά και το αίσθημα αλληλεγγύης. Αισθήματα που με το πέρασμα των χρόνων αρχίζουν σιγά σιγά να φθίνουν στον άνθρωπο αφήνοντας πίσω το παιδί που κρατούσε  τρυφερά το χέρι των γονιών του και ένοιωθε ευτυχισμένο με λίγα και απλά πράγματα.

Το ωραιότερο στολίδι τους είναι η σκόνη πάνω στα ρούχα και τα παπούτσια, που γι’ αυτά είναι ένα παράσημο των ατελείωτων ωρών παιχνιδιού στις αλάνες, αν και ελάχιστες από αυτές έχουν μείνει τώρα πια στις μεγαλουπόλεις, έχοντας ως πιστούς συντρόφους μία μπάλα και ένα ποδήλατο.

Κάποτε ο Μάγος Μέρλιν είχε πει στον ιππότη με τη σκουριασμένη πανοπλία ότι ο άνθρωπος γεννιέται νέος, ωραίος και ευτυχισμένος, αλλά δυστυχώς στη συνέχεια κάνει την ψυχή του και το σώμα του ν’ ασχημαίνουν και να γερνάνε, παύοντας να είναι χαρούμενος. Ενώ ο φύλαρχος Τουιαβιί, του νησιού Τιαβέα, του Νοτίου Ειρηνικού, στις αρχές του περασμένου αιώνα, στο έργο του «Ο Παπαλάνγκι» αναφέρει ότι στην Ευρώπη μόνο τα μικρά παιδιά είναι χαρούμενα. Αυτό μπορεί κάποιος να το αναλογιστεί αν κοιτάξει προσεκτικά τους ανθρώπους γύρω του που φαίνονται σκεπτικοί και δυστυχισμένοι. Εάν καθίσει έστω για λίγο να σκεφτεί πως κάποτε και αυτός, όπως όλοι οι ενήλικες, όταν ήταν παιδιά, τις νύχτες του καλοκαιριού που ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια, εύχονταν να έχει μεγαλώνοντας μία καλύτερη ζωή από τους γονείς του.

Δε θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα όταν κάποια στιγμή έτυχε να περνάω βιαστικά από ένα κεντρικό δρόμο μίας μεγαλούπολης, σχεδόν μεσάνυχτα, όπου δύο άστεγοι είχαν κάνει σπίτι τους ένα μεγάλο χαρτόκουτο στρωμένο με κουρέλια και φύλλα εφημερίδων, προσπαθώντας να προφυλαχθούν από το κρύο. Τότε μια φευγαλέα σκέψη πέρασε γρήγορα από το μυαλό μου. Ασυναίσθητα, σχεδόν ονειρικά, είδα μπροστά μου δύο παιδιά που η αγκαλιά της μάνας τους τα σκέπαζε, σαν να ήταν μία ολάκερη φτερούγα ενός ολόλευκου κύκνου απλωμένη επάνω τους, που παρόλες τις αντιξοότητες δεν άφηνε να χαθεί η αθωότητα και η ελπίδα από τις ψυχές τους για μία καλύτερη ζωή από τη δική της. Δυστυχώς όμως τα χρόνια που ήρθαν πήραν μαζί τους την αθωότητα των παιδιών, αλλά και τα όνειρα της μάνας για ένα καλύτερο αύριο, δίνοντας  τη θέση τους σε χέρια που ζητιανεύουν για λίγη ανθρωπιά.

Από εκείνη τη νύχτα όποτε βλέπω έναν ενήλικα σε δύσκολη κατάσταση έρχεται στο νου μου η εικόνα του σαν παιδί, καθώς πάει να τη «συναντήσει» για λίγο, χαϊδεύοντας τρυφερά τα μαλλιά του πλέον ενήλικα εαυτού του. Μα ξαφνικά το παιδί όπως πάντα χάνεται, δίνοντας τη θέση του και πάλι στη σκληρή πραγματικότητα. Τότε ο ενήλικας καλύπτοντας το πρόσωπό με τα χέρια του αφήνει να κυλίσουν από τα μάτια του δάκρυα πένθους για μια χαμένη αθωότητα και το όνειρο που έμεινε ανεκπλήρωτο, πως τελικά δεν μπόρεσε να γίνει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.

Άραγε πόσα και πόσα παραμύθια δεν έχουν γραφτεί για να συντροφεύσουν τα παιδικά όνειρα, θέλοντας ν’ αγγίξουν την ψυχή και τη φαντασία τους, κάνοντας τα να ονειρεύονται πως στην πραγματική ζωή, όπως και στα παραμύθια, όλες οι ιστορίες τελειώνουν με τη φράση «και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα». Μεγαλώνοντας όμως, ρίχνουν ασυναίσθητα στο πηγάδι της λήθης την αθωότητα των παιδικών τους χρόνων, μα ποτέ δε θα μένουν ασυγκίνητοι από τις φωνές των παιδιών, σιγοτραγουδώντας και αυτοί μαζί μ’ εκείνα:

Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό,
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο