Τριανταφυλλιά, ετών 9

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ

Τριανταφυλλιά, ετών 9

-Έι! Περιμέντε κι εμένα! Θα έρθω κι εγώ μαζί σας! φώναξε επιτακτικά η Τριανταφυλλιά, τρομάζοντας τους επιβάτες της πλάβας που κούρνιασαν ο ένας δίπλα στον άλλο σταματώντας ακόμα και την ανάσα τους.

-Ποιός; ρώτησε χαμηλόφωνα ο βαρκάρης.

Η απουσία του φεγγαριού απόψε, δυσκόλευε περισσότερο τα πράματα.

-Έι! Περιμέντε είπα! Η φωνή της Τριανταφυλλιάς δυνάμωσε. Αν και ήταν μόλις εννιά χρονώ, ήταν αρκετά μεγαλόσωμη και πολύ περισσότερο πεισματάρα. Θα έρθω κι εγώ, ξαναφώναξε και οι επιβάτες της βάρκας σφίχτηκαν κι άλλο μέσα στα σώματά τους.

– Α! Πάναθεμά σε μούλικο! Α! Θα φανερωθούμε, ανάθεμα! μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Παντελής ο βαρκάρης και ετριψε τα χέρια του.

Αν είχε φεγγάρι απόψε, θα έβλεπε δέκα ζευγάρια μάτια να τον σημαδεύουν σαν το μπιστόλι του Τσέτη.

-Dur κυρ- Παντέλο, διέταξε η μικρή και τώρα πια ήταν ακριβώς μπροστά στη βάρκα. «Πες να κάμουν τόπο να κάτσω» είπε κοφτά κι ετοιμάστηκε να ανέβει.

– Όχι! είπε ο Παντελής μετά από μερικά δευτερόλεπτα αμηχανίας. «Φύγε!» την πρόσταξε ξαλαφρώνοντας τους δέκα επιβάτες, που αν δεν φοβόταν τόσο πολύ, θα της φώναζαν ακριβώς το ίδιο.

-Χα! επέμεινε η μικρή. Κάμ’τε τόπο, είπα! Θα να ‘ρτω κι εγώ!

Ο Παντελής είχε αρχισει να εκνευρίζεται. Από τη μια οι επιβάτες, από την άλλη το κορίτσι, δεν ήξερε τι να κάνει. Κι ο χρόνος πίεζε. Ήξερε ότι αν τους πρόφταινε η χαραυγή μπορεί να μην έφευγαν και ποτέ.

-Φύγε μπρε! ξαναπρόσταξε. Φύγε μπρε μούλικο! Που να ‘ρτεις και τι να κάμ’ς; Νε μάνα έχ’ς να σε συντρέξ’(ει), νε πατέρα. Τι ‘α σι κάμουμι πέρα; Μόν’ για μπελιά θα ‘ρτεις. Αιντε, φεύγα. Φεύγα! Δρόμο, είπα!

Αν δεν ήταν τόσο σκοτεινά, ο Παντελής θα καταλάβαινε ότι η μικρή είχε τρομάξει. Θα έβλεπε τα κατάμαυρα μάτια της να μικραίνουν πολύ-πολύ, όπως της συνέβαινε κάθε φορά που ένιωθε φόβο, και τα δάχτυλα της, που πάντα κουνούσε πολύ νευρικά όποτε ήταν σε δύσκολη θέση.

Όμως, το σκοτάδι ήταν σύμμαχός της. Ο Παντελής δεν μπορούσε να «κόψει» την αντίδραση της κι έτσι η μικρή τον είχε του χεριού της. Στη βάρκα θα έμπαινε με κάθε τρόπο.

– Ή με παίρνεις ή φωνάζω το μπέη και σας κόφτει τα κεφάλια! τσίριξε η Τριανταφυλλιά ως ύστατη προσπάθεια να κερδίσει τη θέση για «πέρα». Κι ας μην ήξερε τι είναι αυτό το «πέρα», ούτε και κατά που πέφτει.

Το μόνο που ήξερε για το «πέρα» ήταν οι διηγήσεις του πατέρα της όταν την πήγαινε βόλτα στο ποτάμι και της έδειχνε την απέναντι πλευρά. Της έλεγε ότι κι απέναντι ζουν άνθρωποι που όμως μιλούν μόνο ελληνικά και πώς σαν μεγάλωνε θα την περνούσε μια φορά με την πλάβα για να της δείξει τα σπίτια τους και τα μεγάλα χωράφια με τις μουριές. Αυτά όμως πριν πεθάνει η μάνα της.

Πριν πέσει μέσα στο τζάκι και καεί. Γιατί, σαν έγινε αυτό κόπηκαν κι οι βόλτες στο ποτάμι, κόπηκαν και τα χάχανα, κόπηκαν όλα.

Πέντε χρονώ ήταν η Τριανταφυλλιά όταν έχασε τη μάνα της και δυο χρόνια μετά έχασε και τον πατέρα της. «Μαράζωσε απ’ τον καημό της γυναίκας του» έλεγαν οι γυναίκες του μαχαλά, αλλά κανείς δεν ήξερε στ’ αλήθεια να πει από τι είχε πεθάνει. Όμως, είχε πεθάνει. Κι η Τριανταφυλλιά είχε βρεθεί απ’ τη μια μέρα στην αλλη, να ζει μόνη της σε ένα σπίτι στην άκρη του χωριού με κάτι ξαδερφάδες της μάνας της να τη θυμούνται πού και πού και να της πηγαίνουν ένα πιάτο φαΐ. Αλλά, για όλο το χωριό ήταν το «μούλικο».

Η απειλή της Τριανταφυλλιάς αιφνιδίασε τον Παντελή. Δεν περίμενε ότι ένα κοριτσάκι θα σκεφτόταν αυτό το σχέδιο, κι απ’ την άλλη ήξερε πώς αν τυχόν τους κάρφωνε στους Τούρκους και τους έπιαναν, τότε ήταν χαμένοι από χέρι. Τα γεγονότα δεν είχαν ξεσπάσει ακόμα, αλλά όλοι στο χωριό ήξεραν ότι το κακό είναι κοντά. Γι αυτό έτρεχαν να φύγουν «πέρα». Κι ας μην ήξερα τι τους περιμένει εκεί.

Ο Παντελής αναζήτησε με το βλέμμα του τους υπόλοιπους δέκα, θαρρείς και θα τον έβλεπαν. Έφερε ένα γύρο με τα μάτια του το εσωτερικό της πλάβας και τελικά, μολονότι δεν βρήκε την επιβεβαίωση που έψαχνε, πήρε ένα απολογητικό ύφος και με εναν απολογητικό τόνο στη φωνή του, είπε:

-Άιντε μπες. Αλλά, σαν φτάσουμε πέρα, μήτε σ’ είδαμε, μήτε σε ξέρουμε. Εντάξ(ει);

Η Τριανταφυλλιά δεν είπε τίποτα. Ψηλαφίζοντας την πλάβα μπήκε μέσα και στάθηκε κι αυτή ανάμεσα σε δέκα παγωμένα κορμιά που μετά βίας ανέπνεαν και το μόνο που ήθελαν ήταν να περάσουν πέρα.

Ο Παντελής πήρε μια βαθιά ανάσα, κι άρχισε να βγάζει τη βάρκα στο ποτάμι. Έι – οπ τα κουπιά του, μέσα στη σιωπή. Κοντές ανάσες ακούγονταν μόνο. Κοντές ανάσες, ψιθυριστές προσευχές και καρδιοχτύπια, ανακατεμένα με τον παφλασμό του νερού.

★★★

-Μαμά! Ε, μαμά! Πού χάθηκες μωρέ; Τί σκέφτεσαι; Η Δημητρούλα τρόμαξε τη μάνα της που είχε προς στιγμήν χαθεί μέσα σε διάφορες σκέψεις.

– Εδώ, εδώ είμαι μωρό μου, αφαιρέθηκα λίγο, ψέλλισε η κυρία Φιλιώ και ανακάτεψε κάπως νευρικά τον καφέ της. Κοίταξε γύρω της σαρώνοντας το χώρο του αναψυκτηρίου και τσέκαρε το κινητό της. Η Δημητρούλα – που φέτος έκλεινε τα 20, αλλά ήταν πάντα η ‘Δημητρούλα’- ασχολήθηκε κι αυτή με το κινητό της για λίγο, αλλά την είχε κάπως προβληματίσει η αφηρημάδα της μάνας της και γι’ αυτό της έπιασε κουβέντα.

– Τί έγινε κυρία Τριανταφυλλιά; Μπας και σε ξεμονάχιαζε εδώ κανένας αγαπητικός τότε στα νιάτα σου; προσπάθησε να την πειράξει.

– Όχι! είπε επιτακτικά η κυρία Φιλιώ που πάντα διακατεχόταν από μια σεμνοτυφία. Παρόλα αυτά, κατά βάθος της άρεσε που η κόρη της είχε μεγαλώσει και την πείραζε και συζητούσαν και ήταν πια ολόκληρη γυναίκα.

– Ε, τότε τι; επέμεινε η Δημητρούλα. Κι άλλες φορές που έχουμε έρθει διακοπές στο χωριό μας έφερες βόλτα στο ποτάμι, αλλά σήμερα είναι κάπως αλλιώς. Μάλλον… είσαι κάπως αλλιώς.
Ο κύριος Μένιος, ο πατέρας της Δήμητρας και σύζυγος της κυρίας Φιλιώς δεν έδινε την παραμικρή σημασία στην κουβέντα των γυναικών. Του αρκούσε να χαζεύει τη ροή του ποταμού, μιας και γεννημένος και μεγαλώμενος στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν καθόλου συνηθισμένος σε τέτοιες εικόνες, που όμως του άρεσαν πολύ.

-Τότε, τίποτα, είπε κάπως απότομα η κυρία Φιλιώ, αλλά η Δημητρούλα δεν πτοήθηκε. Επέμεινε:

– Έλα ρε μαμά πες!

-Εντάξει, είπε κάπως διστακτικά η κυρία Φιλιώ. Θα σου πω, αλλά ούτε θα με κοροϊδέψεις, ούτε θα μου αρχίσεις τα δικά σου τα «νομπορντε» και πως τα λέτε αυτά, καλά;

– «No borders» το λένε μαμά, γέλασε η Δημητρούλα και συνέχισε: εντάξει, πες εσύ και δεν θα σε κοροϊδέψω.

– Να μωρε… τη γιαγιά μου θυμήθηκα. Κάθε που μας έφερνε βόλτα στο ποτάμι, τις ξαδέρφες μου κι εμένα, μας μάζευε γύρω της, μας κάθιζε κάτω και μας έλεγε την ιστορία της. Το πώς ήρθε, δηλαδή, από την απέναντι πλευρά, πριν την επίσημη Ανταλλαγή των πληθυσμών εκβιάζοντας τους συγχωριανούς της να την πάρουν μαζί καθώς επειδή ήταν ορφανή δεν την ήθελαν… Κι αυτή επέμεινε και τελικά την πήραν και…

-Και; Τί; Η Δημητρούλα πρώτη φορά άκουγε αυτή την οικογενειακή ιστορία και είχε κρεμαστεί από τα χείλια της μάνας της.

-Και, τίποτα. Να, αυτό… λέω… πόσες δυσκολίες, πόσα ζόρια, πόση αγωνία… Κι όλα αυτά γιατί;

-Για μια καλύτερη ζωή, συμπλήρωσε η Δημητρούλα.

-Καλύτερη; Χειρότερη; Δεν ξέρω. Για μια καινούργια ζωή θα πω και τέλος. Έτσι κι αλλιώς, μετα από τόσα χρόνια τι σημασία έχει;

– Άρα η γιαγιά μου ήταν πρόσφυγας, αναφώνησε η Δημητρούλα.

-Καλά, τώρα το κατάλαβες εσύ αυτό; απόρησε η κυρία Φιλιώ. Πόσες φορές έχουμε πει ότι οι πρόγονοί μου κατάγονται από την Ανατολικη Θράκη και ήρθαν εδώ το 1922;

-Μάλιστα… προβληματίστηκε η Δημητρούλα. Πάντως, άλλο είναι να ήρθαν με την Ανταλλαγή των πληθυσμών και άλλο ζούλα σε μια βάρκα, ε;

-Ωχ! Να, αυτά δε θέλω. Γι αυτό δεν ήθελα να πω τίποτα. Γιατί θα μου αρχίσεις πάλι τα δικά σου και θα συγχυστώ. Ας αλλάξουμε καλύτερα θέμα. Ε; Τί λες;

-Ναι, να αλλάξουμε. Αλλά, λύσε μου πρώτα μια απορία ρε μάνα: Αφού τόσο πολύ σε συγκινεί η ιστορία της γιαγιάς σου, για ποιο λόγο με μαλώνεις που πάω στα συσσίτια των προσφύγων και γενικά τους βοηθάω; Πώς γίνεται από τη μια να βλέπεις ένα ποτάμι και να συγκινείσαι και από την άλλη να φρικάρεις κάθε φορά που βλέπεις ειδήσεις και έχει ρεπορτάζ από τους καταυλισμούς με τους Σύριους, τα περάσματα με τις βάρκες και τα συναφή;

Η κυρία Φιλιώ έμεινε για λίγο σκεπτική χωρίς να μιλάει.

-Κοίτα, είπε με μια σχετική έπαρση. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά: Η γιαγιά μου και οι αλλοι που ήρθαν τότε, ήταν Έλληνες. Έλ-λη-νες, επανέλαβε συλλαβιστά και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο στήθος της.

Η Δημητρούλα δεν απάντησε τίποτα. Άλλωστε ήξερε τι επρόκειτο να ακούσει και για μια στιγμή μετάνιωσε που είχε ανοίξει αυτή τη συζήτηση.

Τελικά, άρπαξε το κινητό της και σηκώθηκε απότομα.

-Πού πας; ρώτησε ξαφνιασμένη η κυρια Φιλιώ.

-Να κυνηγήσω Pokemon απάντησε ειρωνικά η Δήμητρα και άνοιξε το βήμα της.

_______________________________________________________

Πλάβα: βάρκα ειδικά κατασκευασμένη για πλεύση σε ποτάμι

Τσέτης: Τούρκος αντάρτης

Dur (τουρκ): Σταμάτα

Βιογραφικό συγγραφέως

Ο Θανάσης Τσολάκης είναι τριαντατριών ετών. Είναι απόφοιτος της Σχολής Δημοσιογραφίας του ΑΝΤ1 και Μεταπτυχιακός Φοιτητής του Τμήματος «Δημοσιογραφία και Νέες Τεχνολογίες» του αυστριακού πανεπιστημίου DUK.

Με τη Δημοσιογραφία ασχολείται επαγγελματικά από το 2006 και έχει συνεργαστεί με διάφορα ΜΜΕ τοπικά και μη, ηλεκτρονικά, έντυπα και τηλεοπτικά.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο