Υδάτινος παράδεισος

 Πλούταρχος Πάστρας

 Υδάτινος παράδεισος

 

Ο διακινητής, μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο, μετράει τα χρήματα. Μωβ, πράσινα και καφέ χαρτονομίσματα εναλλάσσονται το ένα με το άλλο. Δημιουργούν ένα κολάζ ντροπής, συνάμα όμως και ελπίδας.

Τα βρίσκει σωστά και κουνά καταφατικά το κεφάλι του. Τρεισήμισι χιλιάδες ευρώ για τρία εισιτήρια. Τρεισήμισι χιλιάδες για την πολυπόθητη ελευθερία.

Μας κάνει νόημα ν’ ανέβουμε. Η γυναίκα μου αγκαλιάζει το γιό μας κι εγώ παίρνω στα χέρια μου, δύο πλαστικές σακούλες.  Μέσα σ’ αυτές έχουμε όλα μας τα υπάρχοντα, δύο ρούχα, δύο εσώρουχα κι ένα φανελάκι για το μικρό. Μόνο αυτά μας απέμειναν. Τα υπόλοιπα είναι θαμμένα κάτω από τα χαλάσματα του σπιτιού μας ή πεταμένα στους δρόμους και στα αντίσκηνα των παραλίων.

Ανεβαίνουμε πάνω. Η βάρκα ήδη είναι γεμάτη. Στριμωχνόμαστε ανάμεσα σε άλλες έξι οικογένειες. Η Χασρέτ προσπαθεί να βολευτεί δίπλα από μία γυναίκα, η οποία εκείνη τη στιγμή θηλάζει τα δύο νεογέννητα παιδιά της. Το γάλα της έχει σχεδόν στερέψει. Έχει μέρες βλέπεις να φάει. Μα κι εμείς δεν πάμε πίσω. Τελευταία φορά που φάγαμε ήταν προχθές. Ένα σαπισμένο μήλο ήταν το γεύμα μας και το κόψαμε σε τρεις μερίδες. Τη μεγαλύτερη φυσικά τη δώσαμε στο Μεχμέτ.

Τώρα ένας άντρας πηδάει μέσα. Όλοι τον κοιτάμε μ’ ένα βλέμμα παγωμένο. Η ανησυχία πέρασε. Δεν είναι αστυνομικός, δεν είναι λιμενικός, αλλά ο οδηγός μας, εκείνος ο ήρωας που θα μας οδηγήσει στη σωτηρία.

Κάθεται καλά στη θέση του και τραβάει δυνατά το σκοινί. Η μηχανή μετά από τρεις προσπάθειες παίρνει μπρος.

Ξεκινάμε το ταξίδι. Η θάλασσα είναι ήρεμη, μα ο ουρανός συννεφιασμένος. Φαίνεται πως θα βρέξει, μα δεν απέχουμε πολλή ώρα από τις όχθες του Έβρου.

Φτάσαμε στ’ ανοιχτά και κοιτάζω πίσω μου. Πλέον δε φαίνεται η στεριά. Έχουμε απομακρυνθεί πολύ από αυτήν. Κάνω την προσευχή μου κι αναρωτιέμαι από μέσα μου, λες να σωθήκαμε; Λες να φτάσαμε στο τέλος; Λες να βρούμε επιτέλους την ειρήνη;

Όλες αυτές οι σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου και ακτίδες ελπίδας ζεσταίνουν την καρδιά μου. Και όταν κοιτάζω την οικογένεια μου, τόσο τα σωθικά μου γεμίζουν μ’ ευτυχία.

Ένα αεράκι χαϊδεύει τα μαλλιά μας. Ο ουρανός αρχίζει να μαυρίζει, ενώ λίγα μίλια πιο πέρα, αχνοφαίνονται αστραφτερές λάμψεις. Μα δεν ανησυχούμε όσο κι αν έχει αγριέψει ο καιρός. Μπορούν οι αστραπές να μας βλάψουν περισσότερο από το ατσάλι;

Ξάφνου ένα τράνταγμα ταρακουνά τη βάρκα κι έναν ήχος ακούγεται στο νερό. Όλοι προσπαθούμε να δούμε τι συμβαίνει. Και δυνατές φωνές βγαίνουν από πίσω:

«Άνθρωπος στη θάλασσα».

«Ρίξτε του σωσίβιο».

«Κάποιος να το βοηθήσει».

Επικράτησε αναστάτωση. Δεν είναι δυνατόν τώρα που κοντοφτάνουμε στη γη της επαγγελίας, να υπάρξουν νέα θύματα. Δεν πρέπει. Δε γίνεται. Μα μέσα σε όλους αυτούς τους συνειρμούς, μία κραυγή κόβει σε όλους την ανάσα.

«Ο οδηγός είναι στη θάλασσα».

«Φεύγει, μας αφήνει. Κολυμπάει μακριά».

«Ας το σταματήσει κάποιος».

«Ω Αλλάχ, θα πεθάνουμε»!

Μόλις ακούστηκε η τελευταία αυτή φράση, ένας μεγάλος πανικός πλημμυρίζει τη βάρκα. Κλάματα, λυγμοί, κατάρες και προσευχές. Τι θα γίνουμε εμείς; Γιατί μας αφήνει; Θα χαθούμε; Θα πεθάνουμε!

Δεν προφτάσαμε καλά-καλά να συνειδητοποιήσουμε όλα αυτά κι ένα νέο πλήγμα έρχεται να μας χτυπήσει αλύπητα. Ένα τεράστιο κύμα αναποδογυρίζει τη βάρκα.

Όλοι πλέον βρισκόμαστε μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Εγώ είμαι κάτω από το νερό και προσπαθώ να βρεθώ ξανά στην επιφάνεια. Όταν τα καταφέρνω, αντικρίζω γύρω μου το χάος. Παντού βλέπω άντρες, γυναίκες και μικρά παιδιά να παλεύουν με τα μανιασμένα κύματα. Με κείνους τους γίγαντες που θέλουν να πάρουν την άμοιρη ζωή μας.

Αρχίζω τότε να ψάχνω, για να βρω το παιδί μου, τη γυναίκα μου, την οικογένεια μου. Κολυμπάω δεξιά, κολυμπάω αριστερά, όμως, πουθενά δεν τους βρίσκω. Κι έτσι φωνάζω δυνατά.

«Χασρέτ; Χασρέτ; Χασρέτ»;

Μα όσο κι αν φωνάζω, οι υπόλοιπες φωνές πνίγουν τη δική μου. Όλοι ψάχνουν, γεμάτοι απελπισία, τους δικούς τους. Γονείς, γιούς, κόρες κι αδέρφια.

Όσο δεν μπορώ να τους δω, ο φόβος με το πέπλο του τυλίγει το κορμί μου και η αγωνία σπάει τα νεύρα μου. Πηγαίνω κοντά στους άλλους, τους ακουμπώ και τους ρωτώ αν είδαν τη γυναίκα μου. Αυτοί με σπρώχνουν, μου ουρλιάζουν κι άλλοι μ’ αγκαλιάζουν ως μία σανίδα σωτηρίας. Εκείνη που θα τους κάνει να παραμείνουν στην επιφάνεια.

Το βλέμμα μου, μέσα σ’ αυτή την ταραχή, πέφτει πάνω σε μια μαντίλα. Νομίζω πως είναι της Χασρέτ. Κολυμπώ όσο πιο γρήγορα μπορώ για να τη φτάσω. Την πιάνω στα χέρια μου. Ναι, είναι αλήθεια της Χασρέτ.

Προσπαθώ πάλι να τη βρω. Την ψάχνω σαν τρελός και φωνάζω συνεχώς το όνομα της. Άξαφνα τη διακρίνω να πλέει πιο πέρα από εμένα, εξακολουθώντας να κρατά, το Μεχμέτ, στην αγκαλιά της. Βάζω τότε όση ενέργεια μου χει απομείνει και πηγαίνω προς το μέρος της.

Αγωνίζομαι, πίνω νερό, τα μάτια μου τυφλώνονται από την αλμύρα, το κορμί μου τρέμει από το κρύο, μα στο τέλος κερδίζω τη μάχη. Φτάνω κοντά της. Η Χασρέτ μού δίνει το χέρι της, αλλά πριν προλάβω να το πιάσω, αυτό χάνεται. Ένα κύμα μας χωρίζει. Εκείνη τη στέλνει στο σκότος του βυθού κι εμένα με τραβάει προς την Κόλαση…

Τα μάτια μου τσούζουν. Τ’ ανοίγω και αντικρίζω τον ουρανό. Είναι πρωί κι εκείνος κάθεται καθαρός από πάνω μου, ενώ ο ήλιος ξεπροβάλει σιγά-σιγά από τον ορίζοντα.

Κοιτάζω γύρω μου. Βρίσκομαι στη στεριά. Τα κύματα μας έφεραν στο ποτάμι και μας ξέβρασαν στις όχθες του. Παντού υπάρχουν πνιγμένα πτώματα. Πάνω στην αμμουδιά. Πάνω στα βράχια. Ακόμη και μέσα στο νερό.

Προσπαθώ να σηκωθώ, μα μάταια το κάνω. Το κορμί μου είναι εξουθενωμένο, γεμάτο από πόνους και μώλωπες.

Μία σκιά έρχεται κοντά μου. Είναι ένας άνθρωπος με μπλε στολή. Με ρωτάει κάτι στα ελληνικά, μα δεν καταλαβαίνω. Μου μιλάει στ’ αγγλικά, μα ούτε πάλι.

Μου δίνει, από ένα μπουκάλι, να πιω λίγο νερό. Με σκεπάζει με μία ζεστή κουβέρτα. Ένα φορείο περνά από δίπλα μας. Γυρίζω και το κοιτάζω. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στο χέρι, που προεξέχει από το άσπρο σκέπασμα. Φορά ένα χρυσό βραχιόλι, χαραγμένο με σχέδια. Το αναγνωρίζω, είναι το χέρι της Χασρέτ.

Φωνάζω. Κάνω νοήματα. Κάνω κινήματα και προσπαθώ να σηκωθώ. Με βοηθούν. Το φορείο σταματά. Πηγαίνω από πάνω του. Το ξεσκεπάζω. Ω Αλλάχ, είναι αλήθεια αυτή!

Αγκαλιάζω το άψυχο κορμί της και τα δάκρυα μου κυλούν στο πρόσωπο της. Χαϊδεύω τ’ ατίθασα μαλλιά της. Σκουπίζω από τα χείλη της το αλάτι.

Με πιάνουν. Προσπαθούν να με τραβήξουν μακριά της. Εγώ γαντζώνομαι από το φορείο. Δεν αντέχω να την αποχωριστώ. Οι δυνάμεις μου, όμως, με εγκαταλείπουν. Γονατίζω και βάζω τα κλάματα. Έρχονται στο μυαλό μου διάφορες μνήμες. Περνούν από μπροστά μου εικόνες από την πρώτη ημέρα που γνωριστήκαμε, την πρώτη φορά που της φίλησα τα χείλη, την πρώτη φορά που κάναμε έρωτα, την πρώτη φορά που πήραμε στην αγκαλιά μας το παιδί μας…

Μεχμέτ! Αμέσως ήρθε στο νου μου ο γιος μου και γυρίζω στην πραγματικότητα. Που είναι ο γιος μου; Τον είχε μαζί της η Χασρέτ πριν τη χάσω. Είναι μικρός, μόλις δύο ετών και δεν ξέρει κολύμπι. Ω Αλλάχ, πες μου ότι δεν έχει πάθει τίποτα!

Σηκώνομαι κι αρχίζω να τρέχω. Μία θεϊκή δύναμη γέμισε το κορμί μου. Τρέχω παντού σαν τρελός. Σηκώνω βράχους, αναποδογυρίζω πτώματα. Ψάχνω, ψάχνω, ψάχνω…

Τα πόδια μου, για μία ακόμη φορά γονατίζουν και προσεύχομαι. Ζητώ βοήθεια απ’ τον Αλλάχ να βρω το παιδί μου.

Όπως είμαι πεσμένος, νιώθω ένα χέρι να με ακουμπά στην πλάτη. Ανατριχιάζω. Γυρίζω και βλέπω ένα γνώριμο πρόσωπο. Είναι ο κύριος Αχμέτ, συνεπιβάτης κι αυτός στη βάρκα. Κρατά ένα σώμα κι έρχεται και το ακουμπά μπροστά μου.

Σηκώνω τα μάτια μου κι αντικρίζω το θάνατο. Είναι το κουφάρι του Μεχμέτ μου! Το παιδί μου! Το σπλάχνο μου κείτεται άψυχο!

Είναι αδύνατον! Το αγκαλιάζω, το φιλάω. Χαϊδεύω ευλαβικά το μάγουλο του. Ψάχνω να βρω ένα σημάδι ζωής. Το σκεπάζω με την κουβέρτα. Προσπαθώ να το ζεστάνω, αλλά μάταια το πράττω. Είναι νεκρό. Τα κύματα του έσβησαν την πνοή.

Δεν αντέχω άλλο! Εγείρομαι και πηγαίνω προς το ποτάμι. Όλοι γύρω μου σαστίζουν, θέλουν να με σταματήσουν, αλλά δεν με εμποδίζουν.

Φτάνω στο νερό. Είναι κρύο. Τα ψάρια κολυμπούν μέσα στην κρυσταλλένια αγκαλιά του κι εγώ προχωρώ μπρος τα μέσα. Βυθίζομαι. Βυθίζομαι μαζί με το παιδί μου. Δεν επιπλέω, μα συνεχίζω να πηγαίνω προς το βυθό, προς την αληθινή μου κατοικία. Εκεί τουλάχιστον μπορώ να βρω, όλα αυτά που μου στέρησε, ο άπληστος κόσμος της στεριάς. Την ευτυχία, την ειρήνη και τη ζεστασιά της οικογένειας μου…

 

Βιογραφικό συγγραφέα

Ο Πλούταρχος Πάστρας είναι 23 ετών και σπούδασε δημοσιογραφία στο Aegean Omiros College. Εργάζεται ως δημοσιογράφος

e-mail ploutarxospastras@gmail.com

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο