Προσμονή

Καλαμαρά Γεωργία

Προσμονή

Άλλη μια μέρα στέκομαι εδώ, στις όχθες του Έβρου, ατενίζοντας την απεραντοσύνη της υδάτινης δεξαμενής. Για μια ακόμη φορά, δεν δύναμαι να αφουγκραστώ τους απαλούς παφλασμούς των κυμάτων. Έτσι, κλείνω τα μάτια και πασχίζω να ανασύρω στην επιφάνεια της μνήμης μου τον ήχο του νερού που γουργουρίζει καθώς ρέει βελούδινα στα σπλάχνα του ποταμού, τον συριγμό του αέρα καθώς χορεύει στην ατμόσφαιρα, το θρόισμα των φύλλων των επιβλητικών δέντρων που πλαισιώνουν τούτη εδώ την όχθη.

Όμως δεν τα καταφέρνω. Πώς να θυμηθείς τους ήχους; Δεν είναι εικόνες για να τις περιγράψεις. Χαμηλώνω το βλέμμα με απόγνωση. Χοντρές αρμυρές στάλες ραίνουν τα μάγουλά μου και τα γδέρνουν έτσι όπως πέφτουν από τα μάτια μου.

Κλαίω γοερά. Άναρθροι λυγμοί δραπετεύουν από τα μελαγχολικά χείλη μου. Θέλω να ουρλιάξω σαν άγριο ζώο αλλά είναι μάταιο. Δεν έχω πια φωνή. Έχω χάσει δύο από τις πολύτιμες πέντε αισθήσεις μου και αισθάνομαι αποδυναμωμένη. Είμαι φυλακισμένη στο ίδιο μου το κορμί!

Μέσα στο θρηνητικό μου παραλήρημα νομίζω πως βλέπω μια φευγαλέα σκιά. Τινάζομαι ολόκληρη. Η καρδιά μου πάλλεται γοργά καθώς ο φόβος απλώνει τα πλοκάμια του μέσα μου.

Σαρώνω την όχθη από άκρη σε άκρη ψάχνοντας να βρω, κι εγώ δεν ξέρω τι. Όλα φαίνονται απολύτως ίδια. Σαν να μην τάραξε κάτι την αρμονία της όχθης. Μήπως αρχίζει να φθίνει και η όρασή μου; Μήπως ο ολόλαμπρος ήλιος με τις φλογοβόλες ακτίνες του και το λευκαυγές φεγγάρι με την ασημένια λάμψη του, να έκλεψαν την ζωντάνια της όρασής μου; Ή μήπως ο θρήνος για την αιφνίδια απώλεια  των δύο μου αισθήσεων να έχει τρυπώσει στους οφθαλμούς μου και ύπουλα να με τυφλώνει;

Ανοιγοκλείνω ζωηρά τα μάτια μου προσπαθώντας να απομακρύνω τον διάφανο υμένα που τα θολώνει. Στο ύστατο ανοιγοκλείσιμο, βλέπω μια έντονη κίνηση πίσω από τα δέντρα. Η αγωνία τρυπάει σαν βέλος την καρδιά μου. Οπλίζομαι κουράγιο και ορθώνομαι στα πόδια μου. Πρέπει να ανακαλύψω τι κρύβεται εκεί πέρα.

Ένα βρώμικο, εξαθλιωμένο, μικρό κορμάκι, κουλουριασμένο σε στάση τρόμου. Σχεδόν μπορώ να ακούσω με τα ώτα της ψυχής μου την καρδούλα του που βροντοχτυπάει άτσαλα στο παιδικό στήθος. Το αναμαλλιασμένο κεφαλάκι γυρίζει προς το μέρος μου. Δυο κατάμαυρα μάτια με κοιτάζουν για λίγο φοβισμένα. Ύστερα μαζεύεται ακόμη πιο πολύ σαν φιδάκι.

Απλώνω το χέρι να το αγγίξω. Το παιδάκι όμως αντιδράει. Μένω να το παρατηρώ λίγο πιο επισταμένα. Θα ‘ναι δε θα ‘ναι επτά χρόνων. Δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για προσφυγόπουλο. Ίσως κάποια από τις βάρκες που συνεχώς μεταφέρουν ομόθρησκους ή αλλόθρησκους ξενικής καταγωγής, να το είχε επιβάτη. Αλλά πού είναι η οικογένειά του; Γιατί είναι εδώ πέρα ολομόναχο και παλεύει να κρυφτεί από τα ανθρώπινα βλέμματα;

Μια σκέψη αστράφτει στο μυαλό μου. Το εγκατέλειψαν! Αλλά γιατί; Μήπως είναι ένα άψυχο και άχρηστο αντικείμενο που έπρεπε να αφήσουν εδώ; Αισθάνομαι τον θυμό να φουντώνει στα σωθικά μου. Τη σκέψη πως ίσως το ίδιο το παιδάκι ενδεχομένως να απομακρύνθηκε από το μπουλούκι για κάποιο λόγο και ώσπου να επιστρέψει, είχαν φύγει όλοι, την απορρίπτω. Αποκλείεται οι δικοί του να μην βροντοφώναζαν για την «εξαφάνισή» του. Αποκλείεται να μην το αναζήτησαν. Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι πως το παράτησαν στο έλεός του.

Η ανθρωπιά ενεργοποιείται μέσα μου. Θέλω να το βοηθήσω. Πρέπει να το βοηθήσω. Του το οφείλω.

Το χαϊδεύω τρυφερά στην πλάτη για να μην μεγεθύνω τον φόβο του και για να έλξω την προσοχή του. Εν τέλει το παιδάκι υψώνει το κεφάλι του δυο εκατοστά από τα σταυρωμένα χέρια του τα οποία σφίγγει γύρω από τα γόνατά του και με κοιτάζει επιφυλακτικά. Του χαμογελάω. Παλεύω να του δείξω, με νοήματα, πως δεν θέλω να το βλάψω αλλά το παιδί μοιάζει να μην καταλαβαίνει. Τότε προσπαθώ να μιμηθώ τις κινήσεις της μαϊμούς για να το κάνω να χαλαρώσει.

Θρίαμβος! Το παιδί χαμογελάει. Αμέσως αρπάζω ένα κλαδί. Το χαμόγελο ξεθωριάζει από τα χείλη του και το παιδί μαζεύεται ξανά στη γωνιά του. Το καθησυχάζω πως όλα είναι καλά. Έπειτα ζωγραφίζω στο χώμα ανθρωπάκια και τα δείχνω στο παιδί. Το παιδί κουνάει αρνητικά το κεφάλι του. Η θλίψη διαγράφει το καμπυλωτό της τόξο από τη μία άκρη των ματιών του ως την άλλη. Αντιλαμβάνομαι πως το μικρό είναι ολομόναχο στον κόσμο ετούτο.

Τότε ζωγραφίζω ένα σπίτι. Με τη χρήση νοημάτων δίνω στο παιδί να καταλάβει πως το προσκαλώ στο σπίτι μου.

Το παιδί φαίνεται πως συλλογίζεται την πρόσκλησή μου. Κοιτάζει μια τη ζωγραφιά και μια εμένα. Διακρίνω έντονα τον δισταγμό του. Δεν το αδικώ. Κι εγώ στη θέση του θα δίσταζα να εμπιστευτώ έναν άγνωστο.

Οι μύες του προσώπου μου συσπώνται από την αγωνία. Επιθυμώ διακαώς να δεχτεί το παιδί την πρόσκλησή μου. Ομολογώ πως έχω ανάγκη από λίγη συντροφιά. Μα περισσότερο χρειάζομαι να προσφέρω. Να ανοίξω το σακούλι της αγάπης και όλες οι ποιότητές της να ξεπηδήσουν και να τυλίξουν αβρά την παιδική ψυχούλα και να την οδηγήσουν στον κήπο της Εδέμ. Χρειάζομαι να αποδείξω στο παιδί πως η αγάπη δεν είναι ολότελα χαμένη στο σύμπαν αλλά υπάρχουν ακόμη αγνά ψήγματά της στη γη.

Το κοιτάζω με λαχτάρα στα μάτια. Διακρίνω πως οι αντιστάσεις του κάμπτονται. Νομίζω πως θα δεχτεί να έρθει μαζί μου! Ένα κύμα χαράς δροσίζει την ύπαρξή μου. Τι ζωοφόρο κύμα στα αλήθεια!

Το παιδί ανοίγει διάπλατα το στόμα και κραυγάζει. Δεν δύναμαι να ακούσω την ένταση της κραυγής του, αλλά το παραμορφωμένο του πρόσωπο από την οργή, πληγιάζει τους οφθαλμούς μου. Εντελώς παγωμένη, το βλέπω να εξαφανίζεται πίσω από τις πυκνές συστάδες των δέντρων. Μερικοί ερωδιοί τινάζονται τρομαγμένοι στον ουρανό καθώς διαταράσσει την ηρεμία τους έτσι που τρέχει σαν κυνηγημένο.

Όλα γύρω μου σκοτεινιάζουν. Λες και η μέρα ενδύθηκε το εβένινο φόρεμά της και μετατράπηκε σε άναστρη νύχτα. Νιώθω την θλίψη να βαραίνει την καρδιά μου. Το κορμί μου το αισθάνομαι βαρύ σαν σίδερο. Το κεφάλι μου πονάει φριχτά. Αφήνομαι στα διάφανα χέρια της αβύσσου και χάνομαι στο βάθος της.

Συνέρχομαι. Ακόμη είναι ημέρα. Κορμοράνοι κόβουν βόλτες στον γαλανό ουρανό κι ύστερα ξαποσταίνουν στη φωλιά τους. Τα πλατάνια, οι λεύκες, οι σκλήθρες, υψώνονται αγέρωχα γύρω από την όχθη. Ο ποταμός εξακολουθεί να βασιλεύει γαλήνια στην απεραντοσύνη του.

Κοιτάζω τα χέρια μου. Τα νύχια μου είναι μακριά και βρώμικα. Το δέρμα μου έχει αμυχές και είναι γεμάτο χώματα. Ένα τρέμουλο κάνει την εμφάνισή του στην καρδιά μου.

Πιάνω τα μαλλιά μου. Η υφή τους είναι άγρια. Λες και μεγαλώνουν σχοινιά στο κεφάλι μου. Το τρέμουλο τώρα διεκδικεί τα άνω άκρα μου.  Φέρνω τα τρεμάμενα χέρια στα χείλη μου. Είναι ξεραμένα. Πανικοβάλλομαι.

Στρέφω το βλέμμα στα ρούχα μου. Τεράστιες τρύπες χάσκουν σαν ορθάνοιχτα στόματα καθώς διάσπαρτοι λεκέδες δημιουργούν ένα αλλόκοτο μοτίβο βρωμιάς. Η απόγνωση τώρα στροβιλίζεται γύρω από τον εγκέφαλό μου, ύστερα διεκδικεί την ψυχή μου και εν τέλει με τραβάει στη δίνη της.

Τραβάω τα μαλλιά μου απελπισμένη. Βουρδουλιές πόνου προσγειώνονται αλύπητα στην ψυχή μου. Πασχίζω να ουρλιάξω, να ελευθερώσω όλη την πικρία που κρύβω στην καρδιά μου. Όμως είμαι καταραμένη να παραμείνω στη σιωπή. Δεν έχω φωνή. Δεν έχω ακοή. Και ω! Θεέ μου! Δεν έχω κανέναν!

Θυμάμαι πεντακάθαρα εκείνο το καράβι με τους πρόσφυγες. Ήμουν κι εγώ μία από τους επιβάτες. Άφησα τον πατέρα μου πίσω στη Συρία και ταξίδεψα με τον θείο μου πιστεύοντας όλες εκείνες τις υποσχέσεις για μια καλύτερη ζωή. Είχα πρόσφατα μείνει κωφάλαλη από μία βόμβα που έσκασε κοντά στο σπίτι μου κι ο πατέρας φοβόταν για τη ζωή μου. Αλλά με ξεγέλασαν. Με παράτησαν εδώ στις όχθες του Έβρου σαν σκυλί. Βδομάδες ολόκληρες πασχίζω να επιβιώσω. Τρώω χορτάρια κι έντομα για να κατευνάσω τα μουγκρητά της κοιλιάς μου. Ξεδιψώ από τη γιγάντια δεξαμενή του Έβρου. Κι όλο ατενίζω τον ορίζοντά του για να διακρίνω κάποιο πλοίο να σκίζει τη ραχοκοκαλιά του.

Περιμένω. Περιμένω να φανεί η σωτήρια λέμβος μου. Δε με νοιάζει αν θα έχει γυναικεία ή αντρική μορφή. Αρκεί να έρθει. Να μου τείνει το χέρι και εγώ να γραπωθώ από επάνω του. Να μου υπενθυμίσουν πως η ανθρωπιά υπάρχει ακόμα, πως η αγάπη υπάρχει ακόμα.

Βγαίνω από την κρυψώνα μου-ένας κούφιος κορμός το σπιτικό μου-και κάθομαι μια ανάσα από το υδάτινο βασίλειο. Οι υγρές γλωσσίτσες του Έβρου, δροσίζουν τα ματωμένα και ταλαιπωρημένα πέλματά μου. Στυλώνω το μαύρο βλέμμα μου στον αχανή ορίζοντα του ποταμού. Δεν μπορεί… Σήμερα θα είναι η τυχερή μου μέρα. Κάποιο πλοίο θα αγκυροβολήσει. Να δεις που σήμερα επιτέλους θα καταφθάσει η βοήθεια που προσμένω εδώ και βδομάδες. Σήμερα θα εξορίσω τη μοναξιά μου. Γιατί από σήμερα δεν θα είμαι πια μόνη. Το ξέρω. Το νιώθω. Το ελπίζω. Σήμερα θα αλλάξει η ζωή μου. Σήμερα…

 

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Γεωργία Καλαμαρά είναι τριάντα πέντε ετών , έγγαμη με τρία παιδιά και διαμένει στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος Ηλεκτρονικός Μηχανικός του ΤΕΙ Πειραιά. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο από το Πανεπιστήμιο Πειραιά στις ψηφιακές επικοινωνίες και τα δίκτυα.

e-mail : gkalamara@gmail.com

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο

Δικαιούχος ονόματος τομέα (domain name)
Ε. ΛΑΣΚΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΝΩΜΗ
ΑΦΜ: 082164919
ΔΟΥ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Ιδιοκτήτης: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Νόμιμος εκπρόσωπος: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής σύνταξης: Γιώργος Πανταζίδης
Διαχειριστής: Λασκαράκης Εμμανουήλ

Αρ. Μ.Η.Τ.: 232167

LOGO MHT RGB

              Μέλος του

media
Η ΓΝΩΜΗ - Καθημερινή Εφημερίδα της Θράκης

Τέρμα Αγίου Δημητρίου, Αλεξανδρούπολη

Τηλ 25510 24222, 29888

Fax : 25510 80606

email :  gnomi@gnomionline.gr