140 χρόνια από τη γέννηση του Εβρίτη, εθνικού ευεργέτη Ευγένιου Ευγενίδη

Η ζωή και το έργο του

Ο ελληνικός ευεργετισμός, ένα μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο, έκανε την εμφάνισή του πριν από την Ελληνική Επανάσταση, τότε που άρχισε να κυοφορείται η ιδέα της Εθνικής Ανεξαρτησίας, και συνεχίστηκε δυναμικά στα χρόνια της συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Αποτελεί δε μια σημαντική σελίδα της κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας της Ελλάδος από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού.
Ο εθνικός ευεργέτης Ευγένιος Ευγενίδης, του Αγάπιου και της Χαρίκλειας, το γένος Αφεντάκη, γεννήθηκε στο Διδυμότειχο της Ανατολικής Θράκης στις 22 Δεκεμβρίου 1882. Ο πατέρας του, ανώτατος δικαστικός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του έδωσε από νεαρή ηλικία τα βασικά εφόδια μιας ευρείας ανθρωπιστικής παιδείας. Με την ολοκλήρωση της βασικής του εκπαίδευσης μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και φοίτησε στην Αμερικανική Ροβέρτειο Σχολή. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εργάστηκε για τρία χρόνια στον εμπορικό Οίκο «Doro’s Brothers» και αργότερα στο Ναυτικό Πρακτορείο «Reppen», του οποίου τη διεύθυνση ανέλαβε δύο χρόνια μετά.
Χάρη στην οξυδέρκεια και τη διορατικότητα που τον χαρακτήριζε γίνεται συνεταίρος στο πρακτορείο «Reppen», και αρχίζει να ασχολείται εντατικά με την εισαγωγή ξυλείας στην Κωνσταντινούπολη. Αντιλαμβανόμενος δε την ανάγκη για μεταφορικά μέσα, κατασκευάζει 24 φορτηγίδες σε δικό του ναυπηγείο στον Κεράτιο Κόλπο, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς. Αυτή του η επαγγελματική επιλογή τον φέρνει σε επαφή με μία από τις μεγαλύτερες ναυπηγικές και εφοπλιστικές εταιρείες, την Brostrom Concern, μια γνωριμία που θα διευρύνει την επαγγελματική δραστηριότητά του στη ναυτιλία, αναλαμβάνοντας την οργάνωση της γραμμής Βόρεια Ευρώπη – Εγγύς Ανατολή, με την ίδρυση το 1907 του «Σκανδιναβικού Πρακτορείου Εγγύς Ανατολής».
Μια σειρά από επιτυχείς επαγγελματικές επενδύσεις κατέστησαν τον Ευγένιο Ευγενίδη έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς παράγοντες της Κωνσταντινούπολης πριν από τα τραγικά γεγονότα του 1922, όταν με χιλιάδες ομοεθνείς του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την «εστία» του και να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Εκεί, σε ηλικία 40 ετών, έχοντας το πλεονέκτημα της προηγούμενης επιτυχίας του και έναν ευρύ κύκλο γνωριμιών, ξεκινάει τον δεύτερο κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, με έδρα το λιμάνι του Πειραιά, και διευρύνει τον κύκλο εργασιών του πέρα από την εμπορία ξυλείας, με την πρακτόρευση της Σουηδικής Ανατολικής Γραμμής (SOL).
Το Πρακτορείο αναπτύσσεται σημαντικά και γίνεται υπόδειγμα πρακτόρευσης όλης της Μεσογείου, καθώς σύντομα οι δραστηριότητες της εταιρείας επεκτείνονται στην ανατολική ακτή της Νοτίου Αμερικής και στη Νότιο Αφρική. Η επιτυχία του Πρακτορείου Εγγύς Ανατολής δίνει τέτοια ώθηση στο εμπόριο και τις μεταφορές, ώστε καθίσταται αναγκαία η αύξηση του στόλου της εταιρείας SOL.
Παράλληλα, ο Ευγένιος Ευγενίδης γίνεται αρωγός ανάπτυξης διμερών σχέσεων της Ελλάδας με τις Σκανδιναβικές και Βαλτικές χώρες, κάτι που αποτέλεσε εφαλτήριο για τη δυναμική ανάπτυξη του εμπορίου της Εγγύς Ανατολής με τη Σκανδιναβία, στο οποίο και ηγήθηκε. Αποτέλεσμα αυτής του της ικανότητας και διαχειριστικής του δραστηριότητας ήταν η ίδρυση δύο γραμμών σύνδεσης της Ελλάδας με την Πολωνία και τη Φινλανδία.
Παράλληλα με τις λοιπές επιχειρηματικές του δραστηριότητες, το 1937 αγοράζει το πλοίο Α/Π «Αργώ», με ελληνική σημαία, ξεκινώντας τη δράση του στον χώρο του εφοπλισμού. Το πλοίο αυτό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βυθίστηκε στο Κέιπ Τάουν από γερμανικό υποβρύχιο.

Η γερμανική εισβολή

Με τη γερμανική εισβολή στη χώρα μας μεταφέρει εκτός Ελλάδος τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, αρχικά στην Αίγυπτο και στη Νότιο Αφρική. Από το Κέιπ Τάουν όπου εγκαθίσταται, λειτουργεί τακτική γραμμή με τη Νότιο Αμερική. Στη συνέχεια μετακομίζει στο Μπουένος Αϊρες, όπου συνεχίζει, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, τη διαχείριση των πλοίων του Σουηδικού Εφοπλιστικού Οίκου Brostrom. Η δημιουργία της γραμμής Νότιας Αφρικής – Αμερικής και η μεταφορά σιτηρών μεταξύ Αμερικής και Αργεντινής αποτελούν κορυφαία επιτεύγματα αυτής της περιόδου.
Πολίτης του κόσμου και οξυδερκής επιχειρηματίας, διαβλέπει τις ναυτιλιακές και οικονομικές εξελίξεις που ακολουθούν το τέλος του πολέμου, και προσαρμόζει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες με σκοπό να διατηρήσει την ηγετική του θέση και το προσωπικό όραμα ανάπτυξης. Με το τέλος του πολέμου επιστρέφει στην Ευρώπη, και με έδρα τη Γένοβα ιδρύει την εταιρεία «Ηome Lines», η οποία εξυπηρετεί το οξύ μεταναστευτικό ρεύμα από την κατεστραμμένη Ευρώπη σε άλλες ηπείρους. Το 1953, με αφορμή την κυβερνητική βούληση για επαναπατρισμό της ελληνόκτητης ναυτιλίας, γίνεται ο πρώτος Ελληνας εφοπλιστής που εγγράφει πλοίο του στο ελληνικό νηολόγιο.
Τα τέσσερα υπερωκεάνια που διαθέτει η εταιρεία δρομολογούνται αρχικά προς Νότιο Αφρική και Αυστραλία και στη συνέχεια προς ΗΠΑ και Καναδά, κατακτώντας την τρίτη θέση στην επιβατική κίνηση του Βορείου Ατλαντικού. Το 1947 μεταφέρει την έδρα των επιχειρήσεών του στο Βεβέ της Ελβετίας, ενώ το 1949, με το τέλος του Εμφυλίου και την αποκατάσταση της πολιτικής σταθερότητας στη χώρα, εκτιμά ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις επιστροφής του στη χώρα του. Η απόφασή του αυτή λαμβάνεται το 1953 και είναι συνυφασμένη με την τότε κυβερνητική βούληση για επαναπατρισμό της ελληνόκτητης ναυτιλίας. Ο Ευγένιος Ευγενίδης ήταν ο πρώτος Ελληνας εφοπλιστής που έδωσε το παράδειγμα επαναπατρισμού εγγράφοντας πλοίο του στο ελληνικό νηολόγιο.
Το πρώτο δρομολόγιο της γραμμής που συνδέει τον Πειραιά με τη Νότιο Αμερική πραγματοποιείται την 13η Νοεμβρίου 1953, με το πλοίο «Αθήναι», το οποίο αγοράστηκε από το κράτος σε πλειοδοτικό διαγωνισμό. Σε αυτόν τον διαγωνισμό ο Ευγένιος Ευγενίδης κατέβαλε συνειδητά πολύ υψηλότερο τίμημα από τον αμέσως επόμενο υποψήφιο αγοραστή, δηλώνοντας, με αυτή τη συμβολική κίνηση, την πρόθεσή του για στήριξη της ανάπτυξης του ελληνικού κράτους. Στη συνέχεια υψώνει την ελληνική σημαία στο υπερωκεάνιο «Ατλάντικ» και στις 4 Δεκεμβρίου υπογράφει σχετική σύμβαση με την οποία διευκολύνει την Ελλάδα να διατηρήσει την επαφή με τα ξενιτεμένα παιδιά της στον Νέο Κόσμο.

Φιλανθρωπική δράση

Η επιστροφή του στην πατρίδα δεν αφορούσε μόνο την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας αλλά συνοδεύτηκε από φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες που στόχο είχαν τη στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. H προσωπική και επαγγελματική του ηθική τον κατατάσσει στους μεγάλους πατριώτες και εθνικούς ευεργέτες της χώρας. Τον Αύγουστο του 1953, μετά τους καταστροφικούς σεισμούς στο Ιόνιο, προσέφερε γενναιόδωρα κεφάλαια, ένα προκατασκευασμένο νοσοκομείο, σπίτια για την αντιμετώπιση της εθνικής ανάγκης, συσπειρώνοντας παράλληλα, διά της μεσολάβησής του, σκανδιναβικές χώρες για να ανταποκριθούν στην ελληνική κρίση.
Η ανθρωπιστική του δραστηριότητα, παρότι άγνωστη, ηθελημένα, στο ευρύ κοινό, συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του το 1954. Πέθανε στο απόγειο των δυνάμεών του, χαίροντας μεγάλης εκτίμησης σε όλη την Ελλάδα και σύμφωνα με τη συχνά εκπεφρασμένη επιθυμία του «να πεθάνει απροσδόκητα, στην ακμή του». Ο Ευγένιος Ευγενίδης, προβλέποντας την αλματώδη εξέλιξη της βιομηχανοποίησης της Ελλάδας και την επιτακτική κατά συνέπεια ανάγκη ύπαρξης πολλών και επαρκώς καταρτισμένων τεχνιτών, αποφάσισε ότι ο καταλληλότερος τρόπος για να βοηθήσει την πατρίδα του ήταν η δημιουργία ενός ιδρύματος που θα συνέβαλλε στην εκπαίδευση των νέων Ελλήνων στο τεχνικό και επιστημονικό πεδίο. Την υλοποίηση του οράματός του ανέλαβε η αδελφή του Μαριάνθη Σίμου, η οποία εργάστηκε σκληρά ώστε το Ιδρυμα Ευγενίδου να εξελιχθεί σε πυλώνα προαγωγής της τεχνικής παιδείας στην Ελλάδα.
Στο πλάι της είχε τον Νικόλαο Βερνίκο-Ευγενίδη, ο οποίος, σύμφωνα με τη θέληση του Ευγένιου Ευγενίδη, είχε αναλάβει ήδη από το 1954 τη διοίκηση όλων των επιχειρήσεών του, βοηθώντας παράλληλα τη Μαριάνθη Σίμου στα πρώτα βήματα οργάνωσης και λειτουργίας του Ιδρύματος Ευγενίδου και τη διαδέχεται μετά τον θάνατό της το 1981 στην προεδρία του Ιδρύματος.
Ο Ευγένιος Ευγενίδης υπήρξε διορατικός επιχειρηματίας, με εκπληκτική ικανότητα να μετασχηματίζει τις ιδέες του σε έργο, με όραμα που ακόμη παραμένει επίκαιρο, αλλά και με μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα. Με την επιχειρηματική του δράση συνέβαλε στην οικονομική ανόρθωση της χώρας του και άφησε «κτήμα ες αεί» το Ιδρυμα Ευγενίδου, διαχρονικό πυλώνα της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Πάνω απ’ όλα ήταν ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να εμπνέει με την προσωπικότητα και το έργο του. Οπως ο ίδιος είχε πει: «Η χαρά μου έγκειται εις τον αγώνα, και τον καρπόν της νίκης τον επιφυλάσσω διά την πατρίδα μου».
Καθημερινή, Χριστίνα Σάρρα-υπεύθυνη επικοινωνίας του Ιδρύματος Ευγενίδου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο